Πνεύμα
είναι η ζωή
κυλάει μέσα
απ’ τον θάνατο
μου
ασταμάτητα
σαν ένα ποτάμι
που δεν φοβάται
να γίνει θάλασσα.
“The Whole
Mess … Almost”
Έτρεξα
έξι πατώματα μέχρι το μικρό επιπλωμένο δωμάτιο μου
Άνοιξα
το παράθυρο κι άρχισα να πετάω έξω αυτά τα πράγματα που είναι πιο σημαντικά στη
ζωή
Πρώτη
η Αλήθεια, να στριγκλίζει σαν απεργοσπάστης :
«Μη!
Θα πω απαίσια πράγματα για σένα!»
«Α
ναι; Λοιπόν δεν έχω τίποτα να κρύψω … Έξω!»
Μετά
ήταν η σειρά του Θεού, κλαψούριζε λαμπερός και έκπληκτος
«Δεν
φταίω εγώ! Δεν είμαι εγώ η αιτία για όλα αυτά!»
«Έξω!»
Μετά
η Αγάπη, να με δωροδοκεί με ερωτόλογα : «Δεν θα γνωρίσεις ποτέ την σεξουαλική
ανικανότητα! Όλα τα κορίτσια στα εξώφυλλα της Vogue, όλα δικά σου!»
Έσπρωξα
τον χοντρό της κώλο έξω ουρλιάζοντας : «Πάντα τέλειωνες μ’ ένα παράπονο!»
Σήκωσα
πάνω την Πίστη, την Ελπίδα, την Ελεημοσύνη … κι οι τρεις κολλημένες μαζί :
«Χωρίς εμάς σίγουρα θα πεθάνεις!»
«Με
εσάς θα μουρλαθώ. Αντίο!»
Μετά
η Ομορφιά … αχ η Ομορφιά, καθώς την οδηγούσα προς το παράθυρο της είπα : «Ήσουν
ό,τι αγαπούσα περισσότερο στη ζωή αλλά είσαι φονιάς … η Ομορφιά σκοτώνει!»
Πραγματικά
δεν είχα σκοπό να την ρίξω. Έτρεξα κάτω αμέσως φτάνοντας ακριβώς στην στιγμή
για να την πιάσω «Με έσωσες!» κλαψούρισε. Την άφησα κάτω και είπα : «Δρόμο!»
Πήγα
πίσω στον έκτο όροφο, πήγα για τα Λεφτά, αλλά δεν υπήρχαν καθόλου Λεφτά για να
πετάξω.
Το
μόνο πράγμα που είχε απομείνει στο δωμάτιο ήταν ο Θάνατος και κρυβόταν κάτω απ’
το νεροχύτη.
«Δεν
είμαι αληθινός!» είπε κλαίγοντας. «Είμαι απλά μια φήμη που διαδίδεται απ’ τη
ζωή …»
Γελώντας
τον πέταξα έξω, μαζί το νεροχύτη κι όλα αυτά και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι το
Χιούμορ ήταν το μόνο που είχε απομείνει.
Το
μόνο που μπορούσα να κάνω με το Χιούμορ ήταν να πω : «Έξω απ’ το παράθυρο με το
παράθυρο!».
Ο Θάνατος υπάρχει
μα δεν διαρκεί.
Προσπερνώντας ένα
νεκρό πουλί
σκέφτεσαι πως
είναι νεκρό,
μα μετά περπατάς
και το ξεχνάς.
Η σκέψη παραμένει
και η σκέψη είναι
το μόνο
που γνωρίζω
για τον Θάνατο.
Ο
ανατροπέας του αμερικανικού ονείρου
από συνέντευξή του το 1994
Το πρώτο σας
ποίημα έφερε τον τίτλο Sea Chanty (Άσμα ναύτου). Πώς γίνατε ποιητής;
«Είναι μια καλή
ερώτηση για κάποιον σαν και μένα, γιατί δεν με έστειλαν ποτέ σε σχολεία, ποτέ
δεν υπήρχαν βιβλία εκεί όπου ζούσα. Θέλω να πω, πρέπει να έζησα με οκτώ
διαφορετικούς θετούς γονείς. Απλώς έπαιρναν τα χρήματα από το ορφανοτροφείο για
να ζήσουν οι ίδιοι. Ήταν δεκαετία του '30, η περίοδος μετά το κραχ. Αυτοί οι
άνθρωποι δεν είχαν καμιά παιδεία. Τι είχα τότε στη ζωή; Τρία πράγματα: είχα το
εδώ και τώρα που ήταν κόλαση· είχα όνειρα που ήταν θαυμάσια· και είχα
φαντασία που ήταν μαγική. Όταν είσαι μόνος σου, οι καλύτεροι φίλοι σου είναι
τα όνειρά σου και η φαντασία σου. Το εδώ και τώρα είναι αυτό που πρέπει να
προσέξεις είναι επικίνδυνο».
Από αυτούς τους
τρεις, Γκίνσμπεργκ, τον Κέρουακ και τον Μπάροουζ, ποιον γνωρίσατε πρώτα;
«Τον Γκίνσμπεργκ.
Γνωριστήκαμε σε ένα μπαρ. Μιλούσαμε για το γιατί γίνεται κανείς ποιητής. Το
"γιατί", πάντα το λέω, είναι το τέλος του Broadway. Απαντώ έτσι γιατί
δεν υπάρχει "γιατί". Ήταν η τριπλή σχέση της φαντασίας, του ονείρου
και του εδώ και τώρα. Και μέσω αυτών το Sea Chanty προέκυψε κατά τρόπο
περίεργο. Ο,τι πνίγεται στη θάλασσα επιστρέφει στο γιαλό. Δεν μου είπαν ποτέ τι
απέγινε η μητέρα μου, οπότε υπέθεσα ότι προφανώς επέστρεψε στην πατρίδα
[Ιταλία], όπου ήταν τσοπάνισσα για φαντάσου. Ζούσε σε μια σπηλιά. Μια 13αχρονη
τσοπάνισσα. Είχα γυναίκα των σπηλαίων για μάνα! Έρχεται λοιπόν σε αυτή τη χώρα
και παντρεύεται αυτόν τον λεγόμενο πατέρα μου και δεν την ψέγω που την έκανε.
Λάκισε και δεν την ξαναβρήκαν ποτέ. Οπότε η σκέψη στο μυαλό μου ήταν ότι, αν
έβαλε πλώρη, πρέπει να επιστρέψει. Και υπέθεσα ότι δεν ήθελε να το κάνει, γιατί
δεν αφήνεις ένα παιδί, το παιδί σου. Είπα λοιπόν: Η μάνα μου μισεί τη θάλασσα,
και τη δική μου θάλασσα ιδιαίτερα. Την προειδοποίησα να μην το κάνει, το μόνο
που μπορούσα να κάνω. Μετά από έναν χρόνο η θάλασσα την έφαγε. Αλλά τι έκανα;
Την προειδοποίησα. Πώς της μετέδωσα την προειδοποίηση; Αυτό είναι ο ποιητής.
Τότε γεννήθηκε το ποίημα. Έτσι το εκλαμβάνω. Την προειδοποίησα, μη με αφήνεις
σ' αυτό το γαμημένο βαρύ μπάχαλο!».
Αφού αναφέρατε
τον Κητς, πώς ερμηνεύετε το τελευταίο δίστιχο στο ποίημα Ωδή σε μια ελληνική
υδρία, το θεωρείτε σπουδαίο;
«"Η ωραιότης
είναι η αλήθεια, η αλήθεια ωραιότης, αυτό είναι το μόνο που γνωρίζεις και το
μόνο που χρειάζεται να γνωρίζεις". Δεν ξέρω τι είναι η αλήθεια. Δεν μου
πολυ αρέσει η αλήθεια. Νομίζω η αλήθεια καμιά φορά είναι σαν καταδότης.
Προδίδει. Βλάπτει. Προκαλεί πόνο. Η ωραιότης; Η ωραιότης είναι φονιάς, μπορεί
να σκοτώσει. Δεν βάζω αυτά τα δύο ως τα σπουδαιότερα αν και βάζω την ωραιότητα
πάνω από την αλήθεια».
Αυτοί που σας
γνωρίζουν λένε ότι έχετε παραμείνει αγνός, ότι δεν ξεπουληθήκατε.
«Πούλησα
χειρόγραφα για να αγοράσω ηρωίνη. Είναι αυτό αγνό; Είναι ακάθαρτο; Δεν ξέρω».
Ποιητικά αγνός...
«Αυτά που έγραφα
δεν τα έγραφα για ηρωίνη. Άρα, λοιπόν, αγνός, ναι. Αγνός».

.jpg)