Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις...
να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις...
Ρίτσος

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2020

Ανδρέας Εμπειρίκος, 1934

 


ΠΑΝΤΟΤΕ



Η νύχτα που πέρασε ανεπαίσθητη μπροστά μας

Καθώς κυρία με βαρύ διαμαντικό στο στήθος

Δεν ήταν παρά μια άμπωτη φωτός

Μεσ’ στον ατέρμονα κοχλία των ημερονυκτίων


Ωστόσο τι συγκινητικό το πέρασμα του χρόνου!

Όσο μακραίνει μικραίνει την απόσταση

Της ηλικίας ανθρώπων μιας γενιάς -

Πράγμα λυπητερό σαν μια φιλία που λήγει

Λυπητερό σαν άρωμα δυσεύρετο που σβήνει

Σ’ ένα μαντήλι αγαπητό.


Όμως και τούτο δεν θα με νοιάζη τόσο

Φτάνει να μην πιστοποιώ μονάχος

Τους ερχομούς κι αναχωρήσεις

Της ημέρας και της νύκτας

Φτάνει κοντά μου να ’σαι Εσύ

Και να ’σαι Κάποια, πάντοτε, που ν’ αγαπώ πολύ,

Ανεξαρτήτως των ωρών που μας εγκαταλείπουν

Κι ασχέτως αν ο γλόμπος που θ’ αντικρύζουμε

Θα ’ναι φως ήλιου ή ηλεκτρικού.


Αθήνα, 4/8/1934






ΤΑ ΚΥΜΑΤΑ



Εκ των ενόντων και με συγκαταβάσεις

Κληθήκαμε επ' εσχάτων να ανεβούμε

Στη γέφυρα που στήσανε μπροστά μας˙

Μα αυτό δεν το δεχθήκαμε.

Δεν ξέρω πώς,

Όμως δεν μάθαμε ποτέ ποια τρεχαντήρια

Από ποια θάλασσα μας φέρανε τα ψάρια

Που σπαρταράν στο στήθος μας

Και νοιώθουμε γλυκά την δυνατή αρμύρα-

Χθες όμως και προχθές και ακόμη σήμερα

Το γεγονός αυτό που' ναι πολύ παλαιότερο

Πιστοποιήθηκε και πάλι.

Και ακόμη τρέμουν σταγόνες μέσα-μέσα

Γιατί βαθειά μας ξύπνησαν τ' αρχαία τρεχάματά μας

Και ξεφυλλίζουνε τα φύλλα

Παρά πολλών ετών.

Ίσως γι' αυτό δεν ανεβήκαμε στη γέφυρα των άλλων,

Μα πέσαμε στα κύματα και γίναμ' ένα

Με την δική τους έκτασι και το δικό τους βάθος.

Κ' έτσι,

Θαρρώ πως όσο κι άν μεταβληθούνε τα χαράματα,

Θαρρώ πως όσο κι αν αλλάξουν τα καράβια

Πάνω γραμμή

Κάτω γραμμή

Θα τρέχουνε τα κύματα

Θα τρέχω με τα κύματα

Όποια κι αν είναι εμπρός τ' ανηφόρια.


Αθήνα 8/8/1934



Τον Σεπτέμβριο του 1934 ο Ανδρέας Εμπειρίκος ολοκλήρωσε το πρώτο του ποιητικό έργο με τίτλο "1934". Είναι μια πλήρης ποιητική ενότητα έτοιμη προς έκδοση που περιέχει στο τέλος του τετραδίου και τα αναλυτικά της Περιεχόμενα. Είναι ποιήματα γραμμένα το 1933 και κυρίως το 1934. Το γνωστότερο, για το οποίο μιλάει με ενθουσιασμό ο Ελύτης στην "Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο", είναι το "Θέαμα του Μπογιατιού ως κινούμενου τοπίου".

Ο Εμπειρίκος δεν προχωράει στην έκδοση, γιατί στο μεταξύ γράφει την αμιγώς υπερρεαλιστική "Υψικάμινο", με την οποία θα κάνει τη θεαματική του είσοδο στα ελληνικά γράμματα λίγους μήνες μετά, την άνοιξη του 1935, παράλληλα με την ιστορική του διάλεξη για τον "σουρεαλισμό" και την έναρξη της πρακτικής της ψυχανάλυσης.

Ο ποιητής έχασε το χειρόγραφο μετά τον πόλεμο. Προς το τέλος της ζωής του, γύρω στο 1971-1972, αναδιαπραγματευόμενος το παρελθόν του, προσπάθησε να ανασυγκροτήσει τη συλλογή, βρίσκοντας 14 από τα 39 ποιήματα (το ένα εξ αυτών το αναμορφώνει ριζικά) και προσθέτοντας ένα νέο ποίημα. Δίνει σ' αυτό το νέο τετράδιο τον ευφάνταστο και καίριο τίτλο ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ Ή ΚΑΤΑΓΩΓΗ.

Το 2006 τα πρωτότυπα χειρόγραφα βρέθηκαν στις περίφημες βαλίτσες της μητέρας του, που ανακαλύφθηκαν στην αποθήκη του σπιτιού του.

Η πρώτη του συλλογή ανασυστήθηκε πλέον και εκδίδεται με εισαγωγή και φιλολογική επιμέλεια του Γιώργη Γιατρομανωλάκη. Ο τίτλος περιέχει την αρχή και το τέλος του τόξου: 1934 - ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ Ή ΚΑΤΑΓΩΓΗ. Ο τόμος περιέχει τη σύνθεση του 1934, τα ποιήματα του 1933 που έμειναν εκτός επιλογής για λόγους προσωπικούς (ποιήματα για τον Νικόλα Κάλας κ.α.) και λόγους πολιτικούς (επαναστατικά ποιήματα), καθώς και τα δύο τελευταία του ποιήματα της Προϊστορίας ή Καταγωγής που συνέταξε το 1971-72.

Ο ποιητής, 40 χρόνια μετά τον θάνατό του, δεν παύει να προσφέρει τα δώρα του στους λάτρεις του έργου του.

(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Κυριακή 12 Ιουλίου 2020

Τζεζαρε Παβεζε




Κόκκινη γη μαύρη γη,
έρχεσαι εσύ από τη θάλασσα,
από τη μαραμένη βλάστηση,
όπου υπάρχουν αρχαίες
λέξεις και ματωμένος κάματος
και γεράνια ανάμεσα στις πέτρες-
δεν ξέρεις πόσο φέρνεις
θαλασσινές λέξεις και κούραση,
εσύ, πολύτιμη σαν ανάμνηση...


***

Το βλέμμα σου είναι από αλμύρα
και χώμα. Μια μέρα
έσταξες θάλασσα
...όλα τα κλείνεις στα μάτια σου.


***

Έρχεσαι πάντα από τη θάλασσα
η φωνή σου είναι βραχνή,
τα μάτια σου είναι πάντα μυστικά
σαν ζωντανό νερό ανάμεσα στους θάμνους,
το μέτωπό σου σκυφτό, σαν
ουρανός συννεφιασμένος.
Κάθε φορά ξαναζείς
σαν ένα πράγμα αρχαίο,
πρωτόγονο, που η καρδιά
το ’ξερε κιόλας και σφίχτηκε.

***

... ήρθες από τη θάλασσα.
'Όλα τα δέχεσαι, τα ερευνάς
και τα διώχνεις
όπως η θάλασσα. Έχεις σιωπή
στην καρδιά, πνιγμένες
λέξεις. Είσαι σκοτεινή.

(αποσπάσματα από την ενότητα, Η γη και ο θάνατος)




..................................................

«Όλους τους συγχωρώ και από όλους ζητώ συχώρεση, εντάξει; Και να λείπουν τα κουτσομπολιά». Αυτό το σημείωμα άφησε πίσω του ο Τσέζαρε Παβέζε (1908–1950), πριν αυτοκτονήσει στις 27 Αυγούστου 1950 – κλείνοντας το μάτι στον Μαγιακόφσκι, τον οποίο αντέγραψε στον αποχαιρετισμό. Ποιητής, πεζογράφος, μεταφραστής και δοκιμιογράφος, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ιταλικής μεταπολεμικής λογοτεχνίας, αγωνιστής της αριστεράς, ο Παβέζε είχε γράψει αυτά τα λίγα λόγια στην πρώτη σελίδα του βιβλίου του «Διάλογοι με τη Λευκώ». Τον περασμένο Αύγουστο, (2005) ο διευθυντής του Κέντρου Σπουδών για τον Παβέζε αποκάλυψε ότι υπήρχε και δεύτερο σημείωμα, μέσα στους «Διαλόγους». Σε ένα δελτίο δανειστικής βιβλιοθήκης, τρεις φράσεις που λένε τα πάντα: «Ο θνητός άνθρωπος, Λευκώ, δεν έχει άλλο αθάνατο πάρεξ την ανάμνηση που κουβαλά και την ανάμνηση που αφήνει» (από τους «Διαλόγους») –«δούλεψα, πρόσφερα στους ανθρώπους ποίηση, μοιράστηκα τα βάσανα των πολλών» (από την «Τέχνη του ζην»)– «Έψαξα να βρω τον εαυτό μου». Μέσα από τον έρωτα, την πολιτική και την ποίηση. Εις μάτην.


............................................


“Οι στίχοι του αντηχούν στα αυτιά μας, όταν γυρίζουμε στην πόλη ή όταν σκεφτόμαστε και δεν ξέρουμε πια ούτε αν είναι ωραίοι στίχοι, τόσο τους νιώθουμε δικούς μας, τόσο αντανακλούν για μας την εικόνα της νιότης μας, των ημερών, πολύ μακριών τώρα πια, που τους ακούσαμε από την ίδια τη φωνή του φίλου μας για πρώτη φορά: και ανακαλύπτουμε, με βαθύ θαυμασμό, πως και από τη γκρίζα, βαριά και αντιποιητική πόλη μας θα μπορούσε να γίνει ποίηση”, έγραφε η συγγραφέας Ναταλία Γκίνσμπουργκ για τον αγαπημένο της φίλο, αυτόχειρα ποιητή, πεζογράφο και πολιτικό αγωνιστή Τσέζαρε Παβέζε στο κείμενό της Πορτραίτο ενός φίλου.

πηγή: https://astrolabio1.blogspot.com, παρουσίαση του βιβλίου "Tσέζαρε παβέζε – έξορία – έρωτας – αυτοκτονία – επιστολές – κείμενα – ποιήματα", Εκδ. διαπολιτισμός, 2011, μτφ. – σχόλια: Γιάννης Η. Παππάς

Σάββατο 30 Μαΐου 2020

Μαρία Μαραγκουδάκη, Η τσάκιση

Ώρα με την ώρα σοβαρεύει το παιχνίδι.

Τρέχει τρέχει τρέχει το νερό

τρέχει τρέχει τρέχει το παιδί

διασκελίζει δρόμους βάτους και παγίδες βιαστικά

δρασκελίζει τα κουφάρια που θα φανούν καμμένα

ασύλληπτα βιαστικά έφτασε κιόλας τριάντα χρονών

κι έρχεται ο (πρώτος) κόμπος στο χτένι.

Ύστερα δεν προλαβαίνει να δει

τα βουνά και τα λαγκάδια και τις θάλασσες που κολυμπά

και τις σκάλες που τρεχάτος πάντα ανεβαίνει

κι είναι ήδη στην τσάκιση κι ακροβατεί με τα χέρια απλωμένα σαν τον σχοινοβάτη που μόλις ανακάλυψε το κενό.

Το αίμα μειώνει ταχύτητα μπορεί και να φρενάρει.

Κάπου βρήκε εμπόδιο είναι μια κρίσιμη στιγμή αυτή

μένουν ακίνητες οι θάλασσες στερεοποιείται ο αέρας

κι έχει γίνει νύχτα κι έχει γίνει ξημέρωμα

κι η μηχανή στο ρελαντί.

Χθες γκάζωνα ορθοπεταλιά.

Μόλις επέστρεψα από την καθιερωμένη επίσκεψη στους της άλλης πλευράς.

Τυπικά βρίσκομαι απέναντι μα ξέρω πως στην τσάκιση πάνω μόνο ζω.

***

"Μηδενική γωνία",  Εύμαρος 2017

***
Πίνακας, Louise Bourgeois.

Παναγιώτα Αξιώτου

                                                      Κεντίδια τ ουρανού, αφροί κυμάτων
                                                      πώς με λικνίζετε πάνω στη θύμηση
                                                      πώς με σφραγίζετε με την φθορά


Ποτέ Παρόν


Εἷναι οἱ κόρες τῶν ματιῶν πού ἀδειάζουνε

τό φῶς τους

σ’ αὐτές τίς πόλεις πού βρέχει ἀτέλειωτα

σ’ αὐτήν τήν πόλη πού τελειώνει ἀτέλειωτα

ἔχω γίνει διάφανη

μπροστά στόν γυάλινο καθρέφτη

διάφανα κομμάτια ἡ σάρκα μου

μέ τό μπλέ νά ξεχωρίζει

δέν έχουν σημασία οἱ ἡμερομηνίες πού σημειώνεις

ἔλεγες

δέν μπορεῖς ποτέ ν’ ἀποφύγεις τίποτα

τήν ζωή, τόν ἔρωτα, τόν θάνατο

δέν θέλω ν’ ἀποφύγω τίποτα

μονάχα τήν θλίψη

ή πόρτα ἀνοίγει καί κλείνει

μέ τόν ἀέρα

θἄρθει δέν θἄρθει

Ἐκείνος Ἐγώ

θά πηγαίνει καί θἄρχεται

θά τρομάζει

θά θυμᾶται

πίσω ἀπό τό παρελθόν

καί μπροστά ἀπό τό μέλλον

Ποτέ Παρόν

θά θυμώνει ἀσυνάρτητα

θά ἐξαφανίζεται

δέν καταλαβαίνει τίποτα

γυμνοί

μπροστά στήν ἱστορία

ὅπως κἄποτε στόν ἥλιο

****

Σάββατο 23 Μαΐου 2020

Α. Καμύ, Η Πανούκλα


 "Οι δυστυχίες, στην πραγματικότητα, είναι μια κοινή υπόθεση, αλλά δύσκολα τις πιστεύει κανείς όταν του πέσουν στο κεφάλι. Υπήρξαν στον κόσμο τόσες πανούκλες όσοι και οι πόλεμοι. Και παρόλα αυτά οι πανούκλες και οι πόλεμοι πάντα βρίσκουν τους ανθρώπους το ίδιο απροετοίμαστους. Ο γιατρός Ριέ ήταν απροετοίμαστος, όπως και οι συμπολίτες μας και έτσι πρέπει να καταλάβουμε τους δισταγμούς τους. Και μ’ αυτόν τον τρόπο επίσης πρέπει να καταλάβουμε ότι μοιράστηκε ανάμεσα στην ανησυχία και την εμπιστοσύνη. Όταν ξεσπάει ένας πόλεμος, οι άνθρωποι λένε: “Δεν θα διαρκέσει πολύ, είναι πολύ ανόητο”. Κι αναμφίβολα ένας πόλεμος είναι σίγουρα πολύ ανόητος, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να διαρκέσει. Η ανοησία επιμένει πάντα και θα μπορούσε κανείς να το διακρίνει αν δεν σκέφτονταν μόνο τον εαυτό του. Απ’ αυτή την άποψη οι συμπολίτες μας ήταν σαν όλο τον κόσμο, σκέφτονταν τους εαυτούς τους και για να το πούμε κι αλλιώς ήταν ανθρωπιστές: δεν πίστευαν στις δυστυχίες. Η δυστυχία δεν είναι στα μέτρα του ανθρώπου, επομένως λέμε ότι η δυστυχία δεν είναι πραγματική, είναι ένα κακό όνειρο που θα περάσει. Αλλά δεν περνάει πάντα και από κακό όνειρο σε κακό όνειρο, είναι οι άνθρωποι που περνάνε και πρώτα πρώτα οι ανθρωπιστές, γιατί δεν πήραν τις προφυλάξεις τους. Οι συμπολίτες μας δεν ήταν πιο ένοχοι από άλλους, ξεχνούσαν να είναι μετριόφρονες, αυτό είναι όλο και σκέφτονταν ότι όλα είναι ακόμη δυνατά για αυτούς· πράγμα που σήμαινε ότι οι δυστυχίες είναι αδύναμες. Συνέχιζαν να κάνουν επιχειρήσεις, να ετοιμάζουν ταξίδια, και να έχουν γνώμες. Πως θα μπορούσαν να σκεφτούν τη πανούκλα, που καταργεί το μέλλον, τις μετακινήσεις, τις συζητήσεις; Θεωρούσαν τους εαυτούς τους ελεύθερους και κανένας δεν θα είναι ποτέ ελεύθερος, όσο υπάρχουν δυστυχίες."
[...]


Α. Καμύ, Η Πανούκλα, μτφρ Νίκη Καρακίτσου - Ντουζε, ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ


                                        karavatzio, «Οι Επτά Πράξεις του Ελέους»,1606-1607


Ένα από τα πιο τρομερά αποτελέσματα της πρώτης πανδημίας στην Ευρώπη και των υποτροπών της ήταν ότι οι νεκροί δεν μπορούσαν να θαφτούν με αξιοπρέπεια. Αυτή ήταν μια βασική «πράξη ελέους» μιας χριστιανικής κοινότητας, όπως δείχνει ο Καραβάτζιο σ ‘αυτό το σκοτεινό όραμα ανθρώπων που κάνουν καλές πράξεις στα κακόφημα στενά της Νάπολης. Στο αριστουργηματικό έργο του, που κοσμεί την αγία τράπεζα της εκκλησίας Pio Monte della Misericordia στην καρδιά της Νάπολης, ένας ιερέας κρατάει έναν πυρσό καθώς ένας άνδρας μεταφέρεται για να ταφεί μέσα στη νύχτα, και μόνο τα πόδια του φαίνονται έξω από το σάβανό του. Στο εισαγωγικό κεφάλαιο του «Δεκαήμερου», ο Τζιοβάνι Μποκάτσιο -ο Βοκάκιος, όπως τον εξελληνίσαμε- περιγράφει τον Μαύρο Θάνατο που είχε ξεσπάσει στη Φλωρεντία δύο χρόνια πριν αρχίσει να γράφει το μυθιστόρημά του (1350-1355). Η πανώλη που θέρισε το ένα τρίτο του ευρωπαϊκού πληθυσμού το 1348 δεν εξαίρεσε φυσικά την γενέτειρα του Βοκάκιου. Η χαρούμενη παρέα -επτά νεαρές γυναίκες και τρεις νεαροί άνδρες- του «Δεκαήμερου» καταφεύγει σε ένα εξοχικό σπίτι στα περίχωρα της Φλωρεντίας για να ξεφύγει από το πένθος που ξέσπασε στην πόλη και τα πτώματα που ήταν παρατημένα στους δρόμους. Οι «λάκκοι της πανώλης» που ανακαλύφθηκαν αργότερα γεμάτοι με σκελετούς επιβεβαιώνουν ότι οι νεκροί πετάχτηκαν σε ομαδικούς τάφους.

Πηγή: Protagon.gr

Μέλπω Αξιώτη. «Δύσκολες νύχτες» (απόσπασμα)

 


[…] Σήμερα όμως επερίμενα ένα σουβριάλι. Ήτανε της πρωτοχρονιάς παραμονή και με πήρε μαζί του ο πατέρας στα μαγαζιά για να διαλέξω τα παιχνίδια μου. Δε μ’ άρεσε τίποτα. Οι πουλητάδες απελπισμένοι ξαναβάζουνε πίσω πάλι στη θέση τους τα πράματα που μου ‘δειξαν. Τί να τα κάνω εγώ… Τα ‘ξερα όλα. Οι κούκλες όλες είχαν πάντα τα ίδια ματόφυλλα που παίζανε ανοιγοσφαλώντας, τα ξύλινα σπιτάκια απόξω γράφανε «Φαρμακείον», αλλά πού ήτανε λοιπόν τώρα τα φάρμακα και ο φαρμακοποιός; ή γράφανε «Σιδηροδρομικός Σταθμός» κι άδικα θα περίμενες εσύ τα τρένα από την πόρτα τους να μπαινοβγαίνουνε. «Δύσκολη, κύριε, η μικρή…». Και τότε εξέφευγε του πατέρα αγανάκτηση για τα χαδεμένα παιδιά που με το να ‘χουν απ’ όλα, δεν επιθυμούνε πια τίποτα. — Τόσα και τόσα σήμερα φτωχά που θα γιορτάσουνε με τίποτα τον άι-Βασίλη. Καθόλου εγώ δεν καταλάβαινα γιατί σήμερα να μην έχουν όλα τα παιδιά καινούρια παιχνίδια… Τάχατες, δεν είμαι κι εγώ, όσο εκείνα δυστυχισμένη… Ό,τι δεν είχα, εκείνο πάντα ήθελα, κι αφού ό,τι ήθελα δεν είχα…

Σήμερα θέλω λοιπόν ένα σουβριάλι. Να μην ξέρω αν είναι μεγάλο, αν είναι γυαλιστερό, να πάω στο σπίτι να το περιμένω όλη τη μέρα, έτσι — όχι, καλύτερο θα ήταν έτσι… να ιδρώνουν τα χέρια μου από την αγωνία, να περιμένω καρφωμένη ακούνητη δίπλα στο τζάμι του παραθυριού που βλέπει πέρα, απέναντι, μακριά, για να μη μου ξεφύγει ο άνθρωπος που θα ‘ρχεται και θα το φέρνει, κι όλοι θα παραμερίζουνε να περνά, να το φέρνει, και ν’ ανεβαίνει τη σκάλα, ν’ ανοίγει την πόρτα της καμάρας που κάθομαι και περιμένω και να μου το δίνει στα χέρια, ποτέ να μην είναι ακριβώς εκείνο που επερίμενα και τότε μόνο να το πιάνω μόνο για μια στιγμή κι αμέσως να το εγκαταλείπω χάμω, για να μην το ξαναγγίξω πια ποτέ. […] […] Όταν εφτάσαμε στον καινούριο τόπο, η μητέρα μου έλειπε από μαζί μας. Αρώτησα πού είναι, μού ‘πανε πως θα φτιάξει στον γιατρό τα δόντια της και θα ‘ρθει. Πώς να το ‘ξερα άραγε δεν ξέρω, ήξερα όμως σίγουρα εγώ τότε, απ’ τον καιρό εκείνο, πως δε θα ξανάρθει. Είχανε σφίξει περισσότερο οι καρέκλες τριγύρω στο τραπέζι για να μη φαίνεται η θέση της αδειανή, και στω γονιώ μου την κάμαρα δεν έστρωναν πια το ένα από τα δυο στολισμένα κρεβάτια με τα πλατιά κεντημένα σεντόνια, κι από πάνω ο ασημένιος άις-Γιώργης με τον ατλαζωτό του φιόγκο που τα χώριζε πάντα στη μέση, κι εκείνος δεν ήτανε στη θέση του πια. Ωστόσο εγώ την ήθελα τη μητέρα μου. Δε μου ‘χε πει κανένας ακόμα ότι μπορούν οι μητέρες να φεύγουν. Πάλι και τώρα η ζάλη εκείνη η δυνατή χτυπούσε στο κεφάλι μου, μόνο πως δεν άρχιζα πια τα κλάματα τώρα, όπως σαν έμαθα ότι επέθανε το καπελάκι εκείνο απάνω στην κυρία του, τις νύχτες μόνο που μ’ έβαζαν στο κρεβάτι μου και τριγυρίζανε τα γαλάζια της μάτια από πάνω μου, που ήτανε πάντα πολύ υγρά κι ετοιμασμένα πάντα να βασιλέψουν και γύρω γύρω, σιγά σιγά στα βλέφαρά μου εφτερουγίζανε σαν ανοιχτές φτερούγες δυο, μεγάλες, κι ο ίσκιος τους χυνότανε στο ταβάνι κι έριχνε φως σ’ όλη την κάμαρα κι εγινότανε μέρα, ανοιγόκλεινα εγώ τα μάτια τα δικά μου τότε και τα βαστούσα ορθάνοιχτα, για να βλέπω ακόμα, λίγο ακόμα, το ασημένιο φως που χύνανε τριγύρω γύρω, παντού οι φτερούγες.

Όταν ξημέρωνε το φως της μέρας πήγαινα στο σκολειό. Η θέση μου ήτανε στ’ αριστερό θρανίο, πρώτη στην πρώτη σειρά. Τα παιδιά λέγανε: «είναι πλούσια». Αγαπούσα τα γράμματα κι ήξερα πάντα το μάθημά μου. Η δασκάλα μου ‘λεγε: «εύγε». Τα παιδιά μουρμουρίζανε: «είδες για να ‘ναι η πλούσια!». Κατάλαβα πως με σιχαινόταν. Όλο το αίμα ανέβαινε στο κεφάλι μου, τί στενοχώρια… Τους έδινα τα γλυκά που μου ‘βαζαν απ’ το σπίτι μου για το διάλειμμα,«νά, πάρε πάρε», έλεγα, δεν άφηνα για μένα, τ’ αρπούσανε με λαιμαργία, τα ‘χωναν βιαστικά στο στόμα τους κι αμέσως φεύγανε από κοντά μου. Τους έλεγα να ‘ρθουνε σπίτι μου ύστερ’ απ’ το σκολειό να παίξομε με τα παιχνίδια μου, είχα παιχνίδια πάντα με το σωρό. Τότε εκοιταζόντουσαν λοξά λοξά σαν τρομαγμένα κι ως να ‘χανε παρμένη κάποια απόφαση κρυφή, αμίλητες, κουνούσαν όλες το κεφάλι τους προς τ’ απάνω — καμιά ποτέ δε θέλησε να ‘ρθεί… Λοιπόν εγύριζα κι εγώ στο σπίτι μου ύστερα απ’ το σκολειό κι αφού δεν είχα με ποιον να τα παίξω τα ‘σπαζα τα παιχνίδια μου. «Κακούργικο παιδί», λέγανε οι υπηρέτριες αναμεταξύ τους, «ποιος ξέρει τί θα γίνει σα μεγαλώσει. Μα τί να περιμένεις από τις πλούσιοι και τα παιδιά τους…». Κι έβγαζαν έτσι το άχτι τους για τα αφεντικά. Θα ‘χανε βέβαια την ιδέα πως δεν καταλάβαινα τίποτα, ωστόσο εγώ, με τη μούρη μου ξαναμμένη κι ακριβώς τώρα για κείνο οπ’ άκουγα, να πέφτω με λύσσα πιο μανιασμένη ακόμα απάνω στην κούκλα μου, κι εσκόρπιζα χάμω το πίτερο που ‘τρεχε βρύση από την καταξεσκισμένη της κοιλιά. […]


Μέλπω Αξιώτη, Δύσκολες νύχτες, Κέδρος, Αθήνα 2002


Δευτέρα 20 Απριλίου 2020

Γιάννης Βαρβέρης

S. Dali
Η άλλη λύση

Κανείς δεν σκέφτηκε την έπαρση
που κρύβει ένα μαρτύριο
και τι σκληρή απαιτεί
ταπείνωση κι αυτοθυσία
από αδύναμους ανθρώπους σαν κι εμάς.
Όλοι κατανοούμε βέβαια το άδικο
της χλεύης και του διασυρμού
της προδοσίας.
Όμως αντί για σταύρωση θεαματική
κι ιδίως αντί γι’ ανάσταση
εν αμφιβολία
γιατί να μη διαλέξεις ένα τέλος
όπως έζησες, μοναχικό
γενναίο κι ευσύνοπτο
και υψηλό και δωρικό
κι αδιαμφισβήτητο;
Μια τέτοια αυτόχειρ λύση
θα’ ταν για λίγους από μας μια προτροπή
κι ευεργεσία για τους υπολοίπους
καθώς θα τους στερούσε πάσα ελπίδα
μα και τον τρόμο κρίσης
για μια μέλλουσα ζωή.


***

Εσπερινός της αγάπης 

Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.
Σταθμός Πελοποννήσου
κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι
μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.
Είμαστε γέροι πια κι οι δυο
κι εγώ αφού γράφω ποιήματα
πιο γέρος.
Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας;
Μέσα σε μια βδομάδα
δεν απόμεινε κανείς.
Ήταν Μεγάλη βέβαια
γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις-
θέλουν πολύ για να υποκύψουν οι κοινοί θνητοί;
Έτσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήμερα
θα ‘πρεπε κάπως να ‘χαμε κι εμείς χωρέσει.
Όμως το Πάσχα τέλειωσε, μητέρα.
Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε
σ’ ένα παγκάκι
αθάνατοι
καθώς νυχτώνει;


Γιάννης Βαρβέρης, από την ποιητική συλλογή «Ο άνθρωπος μόνος» (εκδ. Κέδρος)

Κυριακή 29 Μαρτίου 2020

Μίλτος Σαχτούρης


"The dance of the hours" Gaetano Previati, 1899
Η ΠΛΗΓΩΜΕΝΗ ΑΝΟΙΞΗ
Ἡ πληγωμένη Ἄνοιξη τεντώνει τὰ λουλούδια της
οἱ βραδινὲς καμπάνες τὴν κραυγή τους
κι ἡ κάτασπρη κοπέλα μέσα στὰ γαρίφαλα
συνάζει στάλα-στάλα τὸ αἷμα
ἀπ᾿ ὅλες τὶς σημαῖες ποὺ πονέσανε
ἀπὸ τὰ κυπαρίσσια ποὺ σφάχτηκαν
γιὰ νὰ χτιστεῖ ἕνα πύργος κατακόκκινος
μ᾿ ἕνα ρολόγι καὶ δυὸ μαύρους δεῖχτες
κι οἱ δεῖχτες σὰ σταυρώνουν θά ῾ρχεται ἕνα σύννεφο
κι οἱ δεῖχτες σὰ σταυρώνουν θά ῾ρχεται ἕνα ξίφος
τὸ σύννεφο θ᾿ ἀνάβει τὰ γαρίφαλα
τὸ ξίφος θὰ θερίζει τὸ κορμί της
****
ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΠΕΙΟ
Διαρρῆχτες τοῦ ἥλιου
δὲν εἶδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι
δὲν ἄγγιξαν φλογισμένο στόμα
δὲν ξέρουν τί χρῶμα ἔχει ὁ οὐρανὸς
Σὲ σκοτεινὰ δωμάτια κλεισμένοι
δὲν ξέρουν ἂν θὰ πεθάνουν
παραμονεύουν
μὲ μαῦρες μάσκες καὶ βαριὰ τηλεσκόπια
μὲ τ᾿ ἄστρα στὴν τσέπη τους βρωμισμένα μὲ ψίχουλα
μὲ τὶς πέτρες τῶν δειλῶν στὰ χέρια
παραμονεύουν σ᾿ ἄλλους πλανῆτες τὸ φῶς
Νὰ πεθάνουν
Νὰ κριθεῖ κάθε Ἄνοιξη ἀπὸ τὴ χαρά της
ἀπὸ τὸ χρῶμα του τὸ κάθε λουλούδι
ἀπὸ τὸ χάδι του τὸ κάθε χέρι
ἀπ᾿ τ᾿ ἀνατρίχιασμά του τὸ κάθε φιλὶ.
****
ΟΡΥΧΕΙΟ
Σοῦ γράφω γεμάτη τρόμο μέσα ἀπὸ μιὰ στοὰ
νυχτερινὴ
φωτισμένη ἀπὸ μίαν ἐλάχιστη λάμπα σὰ δαχτυλίθρα
ἕνα βαγόνι περνάει ἀπὸ πάνω μου προσεχτικὰ
ψάχνει τὶς ἀποστάσεις του μὴ μὲ χτυπήσει
ἐγὼ πάλι ἄλλοτε κάνω πῶς κοιμᾶμαι ἄλλοτε
πῶς μαντάρω ἕνα ζευγάρι κάλτσες παλιὲς
γιατί ἔχουν ὅλα γύρω μου παράξενα παλιώσει
Στὸ σπίτι
χτὲς
καθὼς ἄνοιξα τὴ ντουλάπα ἔσβησε γίνηκε
σκόνη μ᾿ ὅλα τὰ ροῦχα της μαζὶ
τὰ πιάτα σπάζουν μόλις κανεὶς τ᾿ ἀγγίξει
φοβᾶμαι κι ἔχω κρύψει τὰ πηρούνια καὶ τὰ
μαχαίρια
τὰ μαλλιά μου ἔχουν γίνει κάτι σὰ στουπὶ
τὸ στόμα μου ἄσπρισε καὶ μὲ πονάει
τὰ χέρια μου εἶναι πέτρινα
τὰ πόδια μου εἶναι ξύλινα
μὲ τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρὰ παιδιὰ
δὲν ξέρω πῶς γίνηκε καὶ μὲ φωνάζουν μ ά ν α
Θέλησα νὰ σοῦ γράψω γιὰ τὶς παλιές μας τὶς χαρὲς
ὅμως ἔχω ξεχάσει νὰ γράφω γιὰ πράγματα
χαρούμενα
Νὰ μὲ θυμᾶσαι.

Μίλτος Σαχτούρης - Ποιήματα, 1945-1998, Συλλογή, Η ΠΛΗΓΩΜΕΝΗ ΑΝΟΙΞΗ, ΚΕΔΡΟΣ

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Θωμάς Γκόρπας, Αναπόληση




Θα καταργήσω τον ουρανό, θα καταργήσω τη γη
                και θ’ αφήσω μόνο ένα ουζερί
για ένα πιοτό για ένα τραγούδι για ένα χορό
               κι εσύ να περνάς απ’ έξω.


Θωμάς Γκόρπας, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1957-1983, ΚΕΔΡΟΣ
*****
Φωτογραφία, Stanley Kubrick, Νέα Υόρκη 1940