Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις...
να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις...
Ρίτσος

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

Γιάννης Ρίτσος, Η σονάτα του σεληνόφωτος






H σονάτα του σεληνόφωτος



(Ανοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μία ηλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στα μαύρα μιλάει σ' έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ' τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η γυναίκα με τα μαύρα έχει εκδώσει δυο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα μαύρα μιλάει στον νέο.)

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται
που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Όταν έχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια - δε θέλω να τ' ακούσω. Σώπα.


Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου,
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
τόσο αδιάφορη κι αϋλη,
τόσο θετική σαν μεταφυσική
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κ' η φθορά του.

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορεί να φαντάζουμε κιόλας πως θα πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω το θόρυβο του φουστανιού μου,
σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν
,
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ' αυτόν τον ήχο του πετάγματος
νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,
κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,
μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,
δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις
ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,
(δεν είναι τούτο η λύπη μου - η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κ' η καρδιά μου).
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου
.

Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει –
θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,
τα κάδρα ρίχνονται σε να βουτάνε στο κενό,
οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα
όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου
απ’ την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο
όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ’ τα γόνατά της
ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.

Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, - όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία –
λέω για την πολυθρόνα, τόσο αναπαυτική,
μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι
και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει
- μιαν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,
πιο στιλβωμένη απ’ τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα
δίνω στο στιλβωτήριο της γωνιάς,
ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος
λικνισμένο απ’ την ίδια του ανάσα,
τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δυο
σα να μην είχε τίποτα να κλείσει
ή να κρατήσει ή ν’ ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό. Πάντα μου
είχα μανία με τα μαντίλια,
όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο,
τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς
με το λιόγερμα
ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το σκουφί που φοράνε
οι εργάτες στο αντικρινό γιαπί
ή να σκουπίσω τα μάτια μου, - διατήρησα καλή την όρασή μου
ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια.

Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι
ν’ απασχολώ τα δάχτυλα μου. και τώρα θυμήθηκα
πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο
με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δυο ξανθές πλεξούδες
- 8, 16, 32, 64 -
κρατημένη απ’ το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς
όλο φως και ροζ λουλούδια,
(συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια – κακή συνήθεια) – 32, 64 -
κ’ οι δικοί μου στήριζαν
μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο.
Λοιπόν, σου ‘λεγα για την πολυθρόνα –
ξεκοιλιασμένη – φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα –
έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο,
μα που καιρός και λεφτά και διάθεση – τι να πρωτοδιορθώσεις; -
έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, - φοβήθηκα
τα’ άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. εδώ κάθισαν
άνθρωποι που ονειρεύθηκαν μεγάλα όνειρα,
όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε,
και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ το χώμα
δίχως να ενοχλούνται απ’ τη βροχή ή το φεγγάρι.

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας τ’ Αι Νικόλα,
ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω
έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα
απ’ το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου
κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα
κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ’ το φεγγάρι
που ‘ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων –
και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ
πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε
ντυμένος την αχλύ και τη δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος,
πυρπολημένη απ’ τα’ αδηφάγα μάτια των αντρών
κι απ’ τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων,
πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα,
άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο,
στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα ‘βλεπα)
μέτωπα, χείλη και λαιμοί, γόνατα, δάχτυλα και μάτια,
στέρνα και μπράτσα και μηροί (κι αλήθεια δεν τα ‘βλεπα)
- ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς ό,τι θαυμάζεις,
σου φθάνει ο θαυμασμός σου, -
θέ μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν
σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων
γιατί, έτσι πολιορκημένη απ’ έξω κι από μέσα,
άλλος δε μου ‘μενε παρά μονάχα προς τα πάνω ή προς τα κάτω. –
Όχι, δε φτάνει.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με,
γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, έμεινα μόνη
ανένδοτη, μόνη και πάναγνη,
ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη,
γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού,
στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μείνουνε σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο
πέρα απ’ τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ. δε φτάνει.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.
Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.
Πρέπει πάντα να προσέχεις,
να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ
να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι
να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες
να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου
να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ’ το δοκάρι που κρέμασε.
Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δεν τολμάς να τ’ ανοίξεις.
Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι, παρ’ όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει.
Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του
να απ’ τους νεκρούς του
να ζει απ’ τη βεβαιότητα του θανάτου του
και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του σ’ ετοιμόρροπα κρεβάτια και ράφια.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες την άχνα της βραδιάς,
είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλητη,
κάτι θα τρίξει, - ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης,
κάποια βήματα ακούγονται, - δεν είναι δικά μου.
Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, -
ή μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, -
κι αν κάνεις αν κοιτάξεις σ’ αυτόν ή στον άλλον καθρέφτη,
πίσω απ’ τη σκόνη και τις ραγισματιές,
διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου,
το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή
παρά να το κρατήσεις καθάριο κι αδιαίρετο.
Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο
σαν κυκλικό ξυράφι – πώς να το φέρω στα χείλη μου;
όσο κι αν διψώ, - πώς να το φέρω; - Βλέπεις;
έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, - αυτό μου απόμεινε,
αυτό με διαβεβαιώνει ακόμη πως δε λείπω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Φορές-φορές, την ώρα πού βραδιάζει, έχω την αίσθηση
πως έξω άπ’ τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης
με την γριά βαριά του αρκούδα
με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια
σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο
ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο
και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο
και δεν τ' αφήνουν πια να βγουν έξω
μ' όλο πού πίσω απ' τούς τοίχους
μαντεύουν το περπάτημα της γριάς αρκούδας –
κ' η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της,
μην ξέροντας για που και γιατί

έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια
δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της
να διασκεδάζει τα παιδιά, τούς αργόσχολους τους απαιτητικούς
και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα
αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της, δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση,
την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων,
στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της,
την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή
με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου - έστω κ' ενός αργού θανάτου-
την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής
που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ' τη σκλαβιά της.

Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι;
Κ' η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται
υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της,
χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλια της στις πενταροδεκάρες
που τις ρίχνουνε τα ωραία και ανυποψίαστα παιδιά
(ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα)
και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε
το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ , ευχαριστώ
.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα
είναι σαν το βυθό της θάλασσας
. Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν
σα στρόγγυλα, μεγάλα μάτια πίθανων ψαριών,
τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες,
φύκια και όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου
– δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα,
δεν μπορώ ν’ ανέβω πάλι στην επιφάνεια –
ο δίσκος μου πέφτει απ’ τα χέρια άηχος, - σωριάζομαι
και βλέπω τις φυσαλίδες απ’ την ανάσα μου ν’ ανεβαίνουν, ν’ ανεβαίνουν
και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντας τες
κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες,
τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;

Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί,
στο βάθος του πνιγμού,
κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,

απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά και μελλούμενα,
μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,
κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,
μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη,
κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια
μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω – όχι, τα δίνω
μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν – πάντως εγώ τα δίνω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου.
Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να ‘ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε.
Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι
δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα;

Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο – τι δυνατό το στήθος σου,
τι δυνατό φεγγάρι, - η πολυθρόνα, λέω
– κι όταν σηκώνω το φλιτζάνι απ’ το τραπέζι
μένει από κάτω μια τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνω
να μην κοιτάξω μέσα, - αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του
και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου – μην κοιτάξεις μέσα,
είναι μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει – μην κοιτάξεις, μην κοιτάχτε,
ακούστε που σας μιλάω – θα πέσετε μέσα. Τούτος ο ίλιγγος
ωραίος, ανάλαφρος – θα πέσεις, -
ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι,
ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστηριακές φωνές – δεν τις ακούτε;

Βαθύ βαθύ το πέσιμο,
βαθύ βαθύ το ανέβασμα,
το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ’ ανοιχτά φτερά του,
βαθιά βαθιά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, -
τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης,
όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα,
ανάσα ωκεανού. Ωραίος ανάλαφρος
ο ίλιγγος τούτος, - πρόσεξε, θα πέσεις. Μην κοιτάς εμένα,
εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα – ο εξαίσιος ίλιγγος
.
Έτσι κάθε απόβραδο
έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες.

Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι για καμιάν ασπιρίνη
άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου
ν' ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο
πού κάνουν οι σωλήνες του νερού,
ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη,
ξεχνιέμαι κ' ετοιμάζω δυο - ποιος να τον πιει τον άλλον; -
αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει
ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας
απ' το παράθυρο τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου
σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου που έρχεται να με πάρει
με τα μαντίλια μου, τα σταβοπατημένα μου παπούτσια,
τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματά μου,
χωρίς καθόλου βαλίτσες - τι να τις κάνεις; -
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

«Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Όχι, δε θα ‘ρθω. Καληνύχτα.
Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί επιτέλους, πρέπει
να βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι.
Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, - όχι, όχι το φεγγάρι –
την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου,
την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της
την πολιτεία που όλους μας αντέχει στην ράχη της
με τις μικρότητές μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,
με τις φιλοδοξίες, την άγνοια μας και τα γερατειά μας,-
ν' ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας,
να μην ακούω πια τα βήματά σου
μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα.


(Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα ‘κρυβε το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μία πολύ γνώστη μουσική φράση. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η «Σονάτα του Σεληνόφωτος», μόνο το πρώτο μέρος. Ο νέος θα κατηφορίζει τώρα μ' ένα ειρωνικό κ' ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ' ένα συναίσθημα απελευθέρωσης. Όταν θα φτάσει ακριβώς στον Αϊ-Νικόλα, πριν κατεβεί τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, -ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ' ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω απ' το φεγγάρι. Ίσως το μόνο ανάρμοστο να ‘ναι το ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο. Σε λίγο, ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει «η παρακμή μίας εποχής». Έτσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του. Όσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ' το σπίτι. Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνιές του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; το ραδιόφωνο συνεχίζει.)


Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Paul Celan





 Ένα Τίποτα που ανθίζει, υπήρξαμε, 
είμαστε και αυτό θα παραμείνουμε: 
το Ρόδο του Ανύπαρκτου, 
του Κανενός το Ρόδο...












Ένας κόκκος άμμου

Πέτρα , απ ΄ όπου σε πελέκησα ,
όταν η νύχτα τα δάση της αφάνιζε :
μορφή δέντρου σού έδωσα
και σε κάλυψα
με το καστανό τού ασθενέστερου λόγου μου
όπως μέσα σε φλούδα –
Ένα πουλί ,
ξεγλιστρώντας από το πιο στρόγγυλο δάκρυ ,
σαν τα φύλλα κινείται από πάνω σου:
μπορείς να περιμένεις ,
μέχρι να αχνοφέξει ανάμεσα σ ΄ όλα τα μάτια για χάρη σου
ένας κόκκος άμμου ,
αυτός που με βοήθησε να ονειρευτώ
όταν καταβυθίστηκα , για να σε βρω –

παρασύρεσαι προς τη ρίζα του
που σου δίνει φτερά , όταν το χώμα από θάνατο πυρώνει ,
τεντώνεσαι μπροστά ,
κι εγώ αιωρούμαι εμπρός σου όπως φύλλο
που ξέρει πού ανοίγουν οι πύλες.



Σήμερα και αύριο

Έτσι στέκομαι , πετρωμένος , πλάι
στην απόσταση , αυτήν που σ’ οδήγησα :

Σκαμμένες
από σύννεφα άμμου οι δυο
εσοχές στο κάτω άκρο του μετώπου.
Σκοτάδι μέσα τους ,
προϊόν παρατήρησης.

Ολόκληρο πάλλεται
από σιωπηλά σφυριά στον αέρα
το σημείο ,
αυτό που μ’ ακούμπησε το φτερωτό μάτι .

Πίσω του ,
στον τοίχο παράμερα,
το σκαλοπάτι
που οκλάζει ,
ό, τι έχει ανέλθει στη μνήμη.

Και εδώ
μια φωνή διαρρέει ,δωρολήπτης της νύχτας ,
απ’ όπου τη μέθη αντλείς.





Πού;

Τη νύχτα στον πέτρινο όγκο που γκρεμίζεται.
Στα πετραδάκια και τα χαλίκια της αναταραχής,
στον πιο αργό σάλο,
ο λάκκος της σοφίας που ονομάζεται Ποτέ.
Υδάτινες βελόνες
μπαλώνουν τη σκισμένη
σκιά – εκείνη πολεμάει να ξεφύγει
βαθύτερα
ελεύθερη.



Στο γκρεμό του αποχαιρετισμού

Ακροτελεύτια μουσική

Κάποτε,
τότε τον άκουσα,
τότε ξέπλυνε τον κόσμο,
αθέατος, στο μάκρος της νύχτας,
αληθινά.

Μονάχος και ατελεύτητος,
εκμηδενιζόμενος,
να εκμηδενίζει.

Φως ήταν. Απελευθέρωση

μτφ: Μηνάς Δημάκης





Ψαλμός

Κανένας δεν μας πλάθει ξανά από
χώμα και πηλό,
κανένας δεν ευλογεί τη σκόνη μας.
Κανένας.
Δόξα σοι ο Κανένας
Για την αγάπη σου θέλουμε
ανθίσει.
Σ’ εσέναν
απέναντι.
Ένα Τίποτα
ήμαστε, είμαστε, για πάντα
θα μείνουμε, που ανθίζει:
του Τίποτα, του
Κανενός το ρόδο.

το στύλο φως ψυχής,
το στήμονα έρημο ουρανού,
τη στεφάνη κόκκινη
από τη λέξη πορφύρα, που τραγουδούσαμε
πάνω, ω πάνω
απ’ τ’ αγκάθι.




 Σύνθημα

Μαζύ με τα κοτρώνια μου
που έκλαιγαν βαθειά
πίσω απ' τα κάγκελλα

Μ' έσυραν
στη μέση της αγοράς
εκεί
που ξεδιπλώνεται μια σημαία
που δεν της ορκίστηκα υποταγή .

Φλάουτο :
Διπλοφλάουτο της νύχτας
στοχάσου το σκούρο
δίδυμο κόκκινο
της Μαδρίτης και της Βιέννης .
Πέταξε μεσίστιο το φλάμπουρό σου
μνήμη
Μεσίστιο
Σήμερα και για πάντα .

Καρδιά :
Χάραξε εδώ τη γνωριμία σου
εδώ στης αγοράς τη μέση
Κραύγασε δυνατά , το σύνθημα
στην ξένη γη
Φεβρουάριος : No pasaran

Μονόκερε :
γνωρίζεις τα κοτρώνια ,
γνωρίζεις τα νερά ,
έλα
θα σε περάσω
μέσ' απ' τις φωνές
της Εστρεμαδούρα .

Μετάφραση : Νίκος Σπάνιας




Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014

ο ερωτικος καβαφης






 H σαρκική αναπόληση κατέστησε τον καλλιτέχνη κυρίαρχο του χρόνου· 
η πιστότητά του στην αισθησιακή εμπειρία, καταλήγει σε μια θεωρία της αθανασίας.

Μαργαρίτα Γιουρσενάρ,







      Επεστρεφε

Επεστρεφε συχνα και παιρνε με,
αγαπημενη αισθησις επεστρεφε και παιρνε με-
οταν ξυπνα του σωματος η μνημη,
κ'επιθυμια παληα ξαναπερνα στο αιμα,
οταν τα χειλη και το δερμα ενθυμουνται,
κ'αισθανονται τα χερια σαν ν'αγγιζουν παλι.

Επεστρεφε συχνα και παιρνε με την νυχτα,

οταν τα χειλη και το δερμα ενθυμουνται'''




     Τα επικινδυνα

Ειπε ο Μυρτιας (Συρος σπουδαστης
στην Αλεξανδρεια, επι βασιλειας
αυγουστου Κωνσταντος και αυγουστου Κωνσταντιου.
Εν μερει εθνικος κ'εν μερει χριστιανιζων).
"Δυναμωμενος με θεωρια και μελετη,
εγω τα παθη μου δεν τα φοβουμαι σα δειλος.
Το σωμα μου στες ηδονες θα δωσω,
στες απολαυσεις τες ονειρεμενες,
στες τολμηροτερες ερωτικες επιθυμιες,
στες λαγνες του αιματος μου ορμες, χωρις
κανενα φοβο, γιατι οταν θελω-
και θαχω θελησι, δυναμωμενος
ως θαμαι με θεωρια και μελετη-
στις κρισιμες στιγμες θα ξαναβρισκω

το πνευμα μου, σαν πριν, ασκητικο.




     Πολυ σπανιως

Ειν'ενας γεροντας. Εξηντλημενος και κυρτος,
σακατεμενος απ'τα χρονια, κι απο καταχρησεις,
σιγα βαδιζοντας διαβαινει το σοκακι.
Κι ομως σαν μπει στο σπιτι του να κρυψει
τα χαλια και τα γηρατεια του, μελετα
το μερτικο που εχει ακομη αυτος στα νειατα.
Εφηβοι τωρα τους δικους του στιχους λενε.
Στα ματια των τα ζωηρα περνουν η οπτασιες του.
Το υγιες, ηδονικο μυαλο των,
η ευγραμμη, σφιχτοδεμενη σαρκα των,

με την δικη του εκφανσι του ωραιου συγκινουνται.




        Ηδονη

Χαρα και μυρο της ζωης μου η μνημη των ωρων
που ηυρα και που κρατηξα την ηδονη ως την ηθελα.
Χαρα και μυρο της ζωης μου εμενα, που αποστραφηκα
την καθε απολαυσιν ερωτων της ρουτινας.

  
 Θυμησου, σωμα'''

Σωμα, θυμησου οχι μονο το ποσο αγαπηθηκες,
οχι μοναχα τα κρεββατια οπου πλαγιασες,
αλλα κ'εκεινες τες επιθυμιες που για σενα
γυαλιζαν μες στα ματια φανερα,
κ'ετρεμανε μες στη φωνη-και καποιο
τυχαιον εμποδιο τες ματαιωσε.
Τωρα που ειναι ολα πια μεσα στο παρελθον,
μοιαζει σχεδον και στες επιθυμιες
εκεινες σαν να δοθηκες-πως γυαλιζαν,
θυμησου, μες στα ματια που σε κυτταζαν
πως ετρεμαν μες στην φωνη, για σε, θυμησου, σωμα.






       Νοησις

Τα χρονια της νεοτητος μου, ο ηδονικος μου βιος-
πως βλεπω τωρα καθαρα το νοημα των.
Τι μεταμελειες περιττες, τι ματαιες'''
Αλλα δεν εβλεπα το νοημα τοτε.

Μεσα στον εκλυτο της νεοτητος μου βιο
μορφονονταν βουλες της ποιησεως μου,
σχεδιαζονταν της τεχνης μου η περιοχη.
Γι'αυτο κ'η μεταμελειες σταθερες ποτε δεν ησαν.
Κ'η αποφασεις να κρατηθω, ν'αλλαξω

διαρκουσαν δυο βδομαδες το πολυ.



 Ετσι πολυ ατενισα

Την εμορφια ετσι πολυ ατενισα,
που πληρης ειναι αυτης η ορασις μου.

Γραμμες του σωματος. Κοκκινα χειλη. Μελη ηδονικα.
Μαλλια σαν απο αγαλματα ελληνικα παρμενα,
παντα εμορφα, κι αχτενιστα σαν ειναι,
και πεφτουν, λιγο, επανω στ'ασπρα μετωπα.
Προσωπα της αγαπης, οπως ταθελεν
η ποιησις μου''' μες στες νυχτες της νεοτητος μου,
μεσα στες νυχτες μου, κρυφα, συναντημενα'''



Κατα τες συνταγες αρχαιων Ελληνοσυρων μαγων

"Ποιο αποσταγμα να βρισκεται απο βοτανα
γητευματος, ειπ'ενας αισθητης,
"ποιο αποσταγμα κατα τες συνταγες
αρχαιων Ελληνοσυρων μαγων καμωμενο,
που για μια μερα (αν περισσοτερο
δεν φθαν'η δυναμις του), ή και για λιγην ωρα
τα εικοσι τρια μου χρονια να με φερη
ξανα τον φιλον μου στα εικοσι δυο του χρονια
να με φερει ξανα-την εμορφια του, την αγαπη του.

"Ποιο αποσταγμα να βρισκεται κατα τες συνταγες
αρχαιων Ελληνοσυρων μαγων καμωμενο
που, συμφωνα με την αναδρομην,
και την μικρη μας καμαρη να επαναφερη.
  

επιθυμίες


Σαν σωματα ωραια νεκρων που δεν εγερασαν
και τακλεισαν, με δακρυα, σε μαυσωλειο λαμπρο,
με ροδα στο κεφαλι και στα ποδια γιασεμια –
ετσ ’ η επιθυμιες μοιαζουν που επερασαν
χωρις να εκπληρωθουν∙ χωρις ν ’ αξιωθει καμια

της ηδονης μια νυχτα, ή ενα πρωι της φεγγερο.


Κ. Π. Καβάφης





Και μες στην τέχνη πάλι,

ξεκουράζομαι απ’ την δούλεψή της. 










Η πολις

Ειπες:"Θα παγω σ'αλλη γη, θα παγω σ'αλλη θαλασσα.
Μια πολις αλλη θα βρεθει καλλιτερη απο αυτη.
Καθε προσπαθεια μου μια καταδικη ειναι γραφτη.
Κ'ειν'η καρδια μου-σα νεκρος-θαμενη.
Ο νους μου ως ποτε μες στον μαρασμον αυτον θα μεινει.
Οπου το ματι μου γυρισω, οπου κι αν δω
ερειπια μαυρα της ζωης μου βλεπω εδω,
που τοσα χρονια περασα και ρημαξα και χαλασα#.
Καινουργιους τοπους δεν θα βρεις, δε θαβρεις αλλες θαλασσες.
Η πολις θα σε ακολουθει. Στους δρομους θα γυρνας
τους ιδιους. Και στες γειτονιες τες ιδιες θα γερνας
και μες στα ιδια σπιτια αυτα θ'ασπριζεις.
Παντα στην πολι αυτη θα φθανεις. Για τα αλλου-μη ελπιζεις-
δεν εχει πλοιο για σε, δεν εχει οδο.
Ετσι που τη ζωη σου ρημαξες εδω
στην κωχη τουτη τη μικρη, σ'ολην την γη την χαλασες.





Τελειωμενα

Μεσα στο φοβο και στες υποψιες,
με ταραγμενο νου και τρομαγμενα ματια,
λυωνουμε και σχεδιαζουμε το πως να καμουμε
για ν'αποφυγουμε τον βεβαιο
τον κινδυνο που ετσι φρικτα μας απειλει.
Κι ομως λανθανουμε, δεν ειν'αυτος στον δρομο.
Ψευτικα ησαν τα μηνυματα
(ή δεν τ'ακουσαμε, ή δεν τα νοιωσαμε καλα).
Αλλη καταστροφη, που δεν την φανταζομεθαν,
εξαφνικη, ραγδαια πεφτει επανω μας,
κι ανετοιμους -που πια καιρος- μας συνεπαιρνει.



      Μονοτονια

Την μιαν μοτονονην ημερα αλλη
μονοτονη, απαραλλακτη ακολουθει. Θα γινουν
τα ιδια πραγματα, θα ξαναγινουν παλι-
η ομοιες στιγμες μας βρισκουνε και μας αφινουν.

Μηνας περνα και φερνει αλλον μηνα.
Αυτα που ερχονται κανεις ευκολα τα εικαζει.
Ειναι τα χθεσινα τα βαρετα εκεινα.
Και καταντα το αυριο πια σαν αυριο να μη μοιαζει.








  Che fece''' Il gran rifiuto

Σε μερικους ανθρωπους ερχεται μια μερα
που πρεπει το μεγαλο Ναι ή το μεγαλο Οχι
να πουνε. Φανερωνεται αμεσως οποιος τοχει
ετοιμο μεσα του το Ναι, και λεγοντας το περα

πηγαινει στην τιμη και στην πεποιθηση του.
Ο αρνηθεις δεν μετανοιωνει. Αν ρωτιουνταν παλι,
οχι θα ξαναελεγε. Κι ομως τον καταβαλλει
εκεινο τ'οχι -το σωστο- εις ολην την ζωη του.







      Αννα Δαλασσηνη

Εις το χρυσοβουλλον που εβγαλ'ο Αλεξιος Κομνηνος
για να τιμηση την μητερα του επιφανως,
την λιαν νοημονα Κυριαν Αννα Δαλασσηνη-
την αξιολογη στα εργα της, στα ηθη-
υπαρχουν διαφορα εγκωμιαστικα:
εδω ας μεταφερουμε απο αυτα
μια φρασιν εμορφην, ευγενικη
"Ου το εμον ή το σον, το ψυχρον τουτο ρημα ερρηθη#.




      Απιστια

Σαν παντρευαν την Θετιδα με τον Πηλεα
σηκωθηκε ο Απολλων στο λαμπρο τραπεζι
του γαμου, και μακαρισε τους νεονυμφους
για το βλαστο που θαβγαινε απ'την ενωσι των.
Ειπε: Ποτε αυτον αρρωστια δεν θαγγιξει
και θαχει μακρυνη ζωη. -Αυτα σαν ειπε,
η Θετις χαρηκε πολυ, γιατι τα λογια
του Απολλωνος που γνωριζε απο προφητειες
την φανηκαν εγγυησις για το παιδι της.
Κι οταν μεγαλωνεν ο Αχιλλευς, και ηταν
της Θεσσαλιας επαινος η εμορφια του,
η Θετις του Θεου τα λογια ενθυμουνταν.
Αλλα μια μερα ηλθαν γεροι με ειδησεις,
κ'ειπαν τον σκοτωμο του Αχιλλεως στην Τροια.
Κ'η Θετις ξεσχιζε τα πορφυρα της ρουχα,
κ'εβγαζεν απο πανω της και ξεπετουσε
στο χωμα τα βραχιολια και τα δαχτυλιδια.
Και μες στον οδυρμο της τα παληα θυμηθη,
και ρωτησε τι εκαμνε ο σοφος Απολλων,
που γυριζεν ο ποιητης που στα τραπεζια
εξοχα ομιλει, που γυριζε ο προφητης
οταν τον υιο της σκοτωναν στα πρωτα νειατα.
Κ'οι γεροι την απηντησαν πως ο Απολλων
αυτος ο ιδιος εκατεβηκε στην Τροια,

και με τους Τρωας σκοτωσε τον Αχιλλεα.