κράτησέ
με ζωή που υπάρχεις
μέσα
στα λόγι’ αυτά που ονειρεύονται
"Χωρισμός".
Ήρθες και τίποτα δεν άντεξε πλάι σου
Έφυγες και τίποτα δε χάθηκε μαζί σου
Στα χέρια μου κρατώ και την ελπίδα και τη μνήμη σου
Το αίμα μου περνάει μέσ' από σένα
Μοίρασα τον ίσκιο μου με σένα
Τίποτα δε μου λείπει∙ γιατί τίποτα δε χάθηκε μαζί σου
Επιφώνημα
Εσύ ήσουν η αγάπη. Ίριδα ανοιχτή, απ' το πορτοκαλί
ως το χρυσό κι ως τ' άσπρο που τυφλώνει,
δρασκελώντας κρεμαστά νερά και κρυφά στερεώματα,
έρημη μεγάλη νύχτα, πάνδημο μεσημέρι.
Μαλλιά -- ποτάμια που με πνίγατε
η γη κι ο πυρωμένος σπόρος της βαθιά,
ο ουρανός κι η αφανέρωτη όψη του,
μισό κι ολόκληρο του φεγγαριού,
φέξη και χάση του κόσμου.
Η προσευχή κι εικόνισμα για προσευχή,
ασήμαντα χαμένα λόγια την ώρα της καταστροφής,
τρίξιμο της θύρας για ζωή και για θάνατο.
Ναι ή όχι: κι υπάρχεις, δεν υπάρχεις.
*
Εσύ που ήσουν η αγάπη, πες μου τώρα πώς σταματούνε
το μυαλό, πώς το σκοτώνουν.
Ω μονοκύτταρο απολιθωμένο στο νεκρό σημείο,
κλειστό στο ναρκωμένο τείχος∙
και τ' αυλάκι για το αίμα κομμένο∙
κι η φωνή, αγέρας που ζει και φέρνει τον άνθρωπο στον άνθρωπο, φευγάτη∙
κι ο χτύπος της καρδιάς, ένας ρυθμός στ' ανώνυμο ρολόγι
και το κορμί απονευρωμένο κι η σάρκα στο έλεος της βροχής.
Ένα μάτι, γι' αυτό που λένε φως∙ τ' άλλο για το σκοτάδι.
Ο ήλιος, πυρωμένο τρελό πορτοκαλί
κι η νύχτα, μαύρη κυκλοδίωκτη αμμουδιά όπου βουλιάζεις.
Η θρέψη, η πέψη, ο ύπνος.
Οι άλλοι: τα διπλανά μονοκύτταρα, στη σειρά.
Εσύ ήσουν η αγάπη. Ίριδα ανοιχτή, απ' το πορτοκαλί
ως το χρυσό κι ως τ' άσπρο που τυφλώνει,
δρασκελώντας κρεμαστά νερά και κρυφά στερεώματα,
έρημη μεγάλη νύχτα, πάνδημο μεσημέρι.
Μαλλιά -- ποτάμια που με πνίγατε
η γη κι ο πυρωμένος σπόρος της βαθιά,
ο ουρανός κι η αφανέρωτη όψη του,
μισό κι ολόκληρο του φεγγαριού,
φέξη και χάση του κόσμου.
Η προσευχή κι εικόνισμα για προσευχή,
ασήμαντα χαμένα λόγια την ώρα της καταστροφής,
τρίξιμο της θύρας για ζωή και για θάνατο.
Ναι ή όχι: κι υπάρχεις, δεν υπάρχεις.
*
Εσύ που ήσουν η αγάπη, πες μου τώρα πώς σταματούνε
το μυαλό, πώς το σκοτώνουν.
Ω μονοκύτταρο απολιθωμένο στο νεκρό σημείο,
κλειστό στο ναρκωμένο τείχος∙
και τ' αυλάκι για το αίμα κομμένο∙
κι η φωνή, αγέρας που ζει και φέρνει τον άνθρωπο στον άνθρωπο, φευγάτη∙
κι ο χτύπος της καρδιάς, ένας ρυθμός στ' ανώνυμο ρολόγι
και το κορμί απονευρωμένο κι η σάρκα στο έλεος της βροχής.
Ένα μάτι, γι' αυτό που λένε φως∙ τ' άλλο για το σκοτάδι.
Ο ήλιος, πυρωμένο τρελό πορτοκαλί
κι η νύχτα, μαύρη κυκλοδίωκτη αμμουδιά όπου βουλιάζεις.
Η θρέψη, η πέψη, ο ύπνος.
Οι άλλοι: τα διπλανά μονοκύτταρα, στη σειρά.
Από τη συλλογή Εκατόνησος (1971)
Σχέδιο
αγαπημένης δίχως κορνίζα
Αρχίζεις
από παντού
Από την έρημη βουή του δάσους
Απ’ τα κοράλλινα χαλάσματα της πιο παλιάς αυγής
Από την πετρωμένη ρυτίδα του ορίζοντα
Από το τρυπημένο χέρι της ελπίδας
Από το αίμα το ξεριζωμένο
Από την έρημη βουή του δάσους
Απ’ τα κοράλλινα χαλάσματα της πιο παλιάς αυγής
Από την πετρωμένη ρυτίδα του ορίζοντα
Από το τρυπημένο χέρι της ελπίδας
Από το αίμα το ξεριζωμένο
Αρχίζεις
από παντού
Από την πρώτη περπατησιά της άνοιξης
Απ’ τις κερήθρες κι απ’ τα χαμομήλια
Από τα μάτια των μικρών πουλιών
Από τα πρωτοβρόχια που θερίζουν τις χαρές
Απ’ τις ειρηνικές μασχάλες της μοναξιάς
Από την πρώτη περπατησιά της άνοιξης
Απ’ τις κερήθρες κι απ’ τα χαμομήλια
Από τα μάτια των μικρών πουλιών
Από τα πρωτοβρόχια που θερίζουν τις χαρές
Απ’ τις ειρηνικές μασχάλες της μοναξιάς
Αρχίζεις
από παντού
Απ’ τις μέρες που πέρασαν κι’ απ’ τις μέρες που θάρθουν
Από τον κόρφο της ανάμνησης κι απ’ τ’ άγνωστο που φτάνει
Απ’ τη μοναδική στιγμή κι απ’ το χρόνο
Από την άγνοια κι απ’ τη στερνή πικρή μου γνώση
Απ’ την αρχή και το τέλος Αρχίζεις από παντού
Απέραντη ρίζα αγαπημένη
Για ν’ απομείνεις ολομόναχη
Πέρ’ από τη σιωπή
Πιο ξένη από τη σιωπή
Μονάχη με τον εαυτό σου
Καθώς αγέραστο ελάτι με τον ουρανό σου
Στοιχειωμένο απ’ το χαμόγελο του κόσμου.
Απ’ τις μέρες που πέρασαν κι’ απ’ τις μέρες που θάρθουν
Από τον κόρφο της ανάμνησης κι απ’ τ’ άγνωστο που φτάνει
Απ’ τη μοναδική στιγμή κι απ’ το χρόνο
Από την άγνοια κι απ’ τη στερνή πικρή μου γνώση
Απ’ την αρχή και το τέλος Αρχίζεις από παντού
Απέραντη ρίζα αγαπημένη
Για ν’ απομείνεις ολομόναχη
Πέρ’ από τη σιωπή
Πιο ξένη από τη σιωπή
Μονάχη με τον εαυτό σου
Καθώς αγέραστο ελάτι με τον ουρανό σου
Στοιχειωμένο απ’ το χαμόγελο του κόσμου.
Από
τη συλλογή Δίχως κιβωτό (1951)
Ο
ΝΕΚΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ
Δεν
είμ’ εδώ που ψάχνεις.
Τι
γυρεύω εγώ μες στα λουλούδια
στ’ αβάσταχτο φως του φεγγαριού.
στ’ αβάσταχτο φως του φεγγαριού.
Στις
αίθουσες που οι ρήτορες
εκπολιτίζουν το κοινό
με τα φαντάσματά μας.
εκπολιτίζουν το κοινό
με τα φαντάσματά μας.
Τι
γυρεύω.
Από τη συλλογή Σχιστολιθικά (1983)
