Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις...
να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις...
Ρίτσος

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014

Samuel Beckett





«Οι λέξεις ήταν 
η μόνη μου αγάπη»







je suis ce cour de sable qui glisse
entre le galet et le dune
le pluie d'etre pleur sur ma vie
sur moi ma vie qui me fuit me poursuit
et finira le jour de son commencement

cher instant je te vois
dan ce rideau de brume qui recule
ou je n'aurai plus a fouler ces long seuils mouvants
et vivrai le temps d'une porte
qui s'ouvre et se referme


Είμαι αυτή η ροή της άμμου που γλιστράει
ανάμεσα στο βότσαλο και στον αμμόλοφο
η καλοκαιρινή βροχή πέφτει πάνω στη ζωή μου
πάνω σ' εμένα η ζωή μου που μου ξεφεύγει με 
καταδιώκει
και θα σβήσει τη μέρα που άρχισε

αγαπημένη στιγμή σε βλέπω
μέσα σ' αυτό το παραπέτασμα της ομίχλης που χάνεται
όπου δε θα 'χω παρά να πατήσω σ' αυτά τα μακριά
κινούμενα κατώφλια
και θα ζήσω
όσο ν' ανοιγοκλείσει μια πόρτα

v   


je voudrais que mon amour meure
qu'il pleuve sur le cimetiere
et les ruelles ou je vais
pleurant celle qui crut m'aimer



θα ‘θελα η αγάπη μου να πέθαινε
θα ’θελα να ‘βρεχε στο κοιμητήρι
και στα δρομάκια που διαβαίνω
κλαίγοντας αυτήν που πίστεψε ότι μ’ αγάπησε

v   

Elles viennent
autres et pareilles
avec chacun c’est autre et c’est pareil
avec chacune l’absence d’amour est autre
avec chacune l’absence d’amour est pareille

έρχονται
ίδιες κι αλλιώτικες
με καθεμιά τους είναι το ίδιο κι αλλιώτικα
με καθεμιά τους η απουσία του έρωτα είναι αλλιώτικη
με καθεμιά τους η απουσία του έρωτα είναι η ίδια

v   

 musique de l’indifférence
cœur temps air feu sable
du silence éboulement d’amours
couvre leurs voix et que
je ne m’entende plus
me taire


μουσική της αδιαφορίας
καρδιά χρόνος αέρας φωτιά άμμος
σιωπή βούλιαγμα ερώτων
σκεπάζει τις φωνές τους και
να μην ακούγομαι πια
να βουβαθώ

v   

que ferais-je sans ce monde sans visage sans questions
où être ne dure qu’un instant où chaque instant
verse dans le vide dans l’oubli d’avoir été
sans cette onde où à la fin
corps et ombre ensemble s’engloutissent
que ferais-je sans ce silence gouffre des murmures
haletant furieux vers le secours vers l’amour
sans ce ciel qui s’élève
sur la poussière de ses lests

que ferais-je je ferais comme hier comme aujourd’hui
regardant par mon hublot si je ne suis pas seul
à errer et à virer loin de toute vie
dans un espace pantin
sans voix parmi les voix
enfermées avec moi

 τι θα ‘κανα χωρίς αυτόν τον κόσμο χωρίς πρόσωπο χωρίς απορίες
όπου η ψυχή δε ζει παρά μια στιγμή όπου κάθε στιγμή
χάνεται στο κενό στη λησμονιά της αλλοτινής της ύπαρξης
χωρίς αυτό το κύμα όπου στο τέλος
κορμί και σκιά καταβροχθίζονται
τι θα ‘κανα χωρίς αυτή τη σιωπηλή δίνη των ψιθύρων
που ασθμαίνει μανιασμένη για βοήθεια γι’ αγάπη
χωρίς αυτόν τον ουρανό που υψώνεται
πάνω απ’ τη σκόνη της σαβούρας του
τι θα ‘κανα θα ‘κανα ό,τι και χθες ό,τι και σήμερα
αγναντεύοντας απ’ το φεγγίτη μου μπας και δεν είμαι μόνος
να πλανιέμαι και να φεύγω μακριά απ’ όλη ετούτη τη ζωή
σ’ ένα χώρο μπερδεμένο
χωρίς φωνή ανάμεσα στις φωνές
που είν’ έγκλειστες μαζί μου

 ( «Ποιήματα συνοδευόμενα από σαχλοκουβέντες», μτφρ: Γιώργος Βίλλιος, εκδ: Ερατώ, 1989)

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

Κική Δημουλά, Έκστασις


Το μικρό μου παιδί
σοβαρή αταξία έκανε πάλι.
Στο πεζούλι του σύμπαντος σκαρφάλωσε,
σκούντησε με το χέρι του
το κρεμασμένο στον τοίχο τ' ουρανού
κόκκινο πιάτο,
κι έχυσε όλο το φως επάνω του.

Ο θεός απόρησε
που είδε τον ήλιο 
ντυμένο ρούχα παιδικά
να κατεβαίνει τρέχοντας
της φαντασίας μου τη σκάλα
και να 'ρχεται σε μένα.

Κι εγώ κάθομαι τώρα
και μαλώνω αυστηρά
το μικρό μου παιδί
ενώ κλέβω κρυφά
τον χυμένο επάνω του ήλιο.
 


Κική Δημουλά - Έκστασις



...........................




Στίχοι: Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Μουσική: Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Πρώτη εκτέλεση: Φώτης Σιώτας


......................



Ξανά στην αγκάλη σου, ξανά, σα μικρό παιδί
γυναίκα αμάραντη, ξανά, σα μικρό παιδί

Ποτέ δε σε ξέχασα, ποτέ, σα μικρό παιδί
θολό φεγγαρόφωτο, ποτέ, σα μικρό παιδί

Σελήνη δoς μου την άλλη σου πλευρά
Η ανάσα είναι σαν πριόνι
Κόβει το χρόνο και σκορπά
στην άχραντη σιγή
φωτιά και χιόνι

Μακριά σου χανόμουνα συχνά, σα μικρό παιδί
παλίρροια γόνιμη, συχνά, σα μικρό παιδί

Αρχαίο κύμα, αρχαία προσμονή
Η ανάσα είναι σαν πριόνι
Κόβει το χρόνο και σκορπά
στην άχραντη σιγή
φωτιά και χιόνι

Ζητώ την αγάπη σου, ξανά, σα μικρό παιδί
γαζέλα ανάλαφρη, ξανά, σα μικρό παιδί

Παραδομένος κι απόλυτος μαζί
Η ανάσα είναι σαν πριόνι
Κόβει το χρόνο και σκορπά
στην άχραντη σιγή
φωτιά και χιόνι


  

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014

Federico García Lorca







Κάθε τραγούδι
είναι το γαλήνεμα
του έρωτα

Κάθε άστρο
το γαλήνεμα
του χρόνου.
 Ένας κόμπος
χρόνου.

Και κάθε στεναγμός
γαλήνεμα

της κραυγής.










Τα σονέτα του Σκοτεινού Έρωτα, γραμμένα την εποχή της ωριμότητας του Φεδερικο Γκαρθία Λόρκα, είναι, σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό του Πάμπλο Νερούδα, «ποιήματα απίστευτης ωραιότητας», το κύκνειο άσμα ενός από τους μεγαλύτερους λυρικούς ποιητές του εικοστού αιώνα. Ποτέ άλλοτε στη νεότερη ποίηση ο έρωτας δεν αποδόθηκε με τόσο αιθέριους και ταυτοχρόνως τόσο γήινους τόνους, ποτέ άλλοτε δεν έσμιξαν τόσο ταιριαστά το πάθος με την απώλεια, η ευτυχία με το πένθος, η σάρκα με τον ουρανό. Με πρότυπο τον Σαίξπηρ, τον Κεβέδο και τον Γκόνγκορα, και μακρινούς απόηχους από τον Ιωάννη του Σταυρού, τα έντεκα σονέτα του Σκοτεινού Έρωτα είναι «ένα θαύμα πάθους, ενθουσιασμού, ευτυχίας, βασάνων, καθαρό και φλογερό μνημείο υψωμένο στον έρωτα, που η πρώτη ύλη του είναι η σάρκα, η καρδιά, η ψυχή του ποιητή τη σταυρική στιγμή του αφανισμού του».
Σωτήρης Τριβιζάς







Σονέτο του γλυκού παραπόνου  

Φοβάμαι μη χάσω το θαύμα
των αγαλμάτινων ματιών σου και τη μελωδία

που μου αποθέτει τη νύχτα στο μάγουλο

το μοναχικό ρόδο της ανάσας σου


Πονώ που είμαι σε τούτη την όχθη
κορμός δίχως κλαδιά μα πιότερο λυπάμαι

που δεν έχω τον ανθό, πόλφο ή πηλό

για το σκουλήκι του μαρτυρίου μου.


Αν είσαι εσύ ο κρυμμένος μου θησαυρός
αν είσαι εσύ ο σταυρός και ο υγρός μου πόνος,

αν ειμαι το σκυλί της αρχοντιάς σου


μη με αφήσεις να χάσω ό,τι έχω κερδίσει

και στόλισε τα νερά του ποταμού σου
με φύλλα από το φρενοκρουσμένο μου φθινόπωρο.





Νύχτα του Άγρυπνου Έρωτα 

Νύχτα πάνω από τους δυο με πανσέληνο, 
εγώ βάλθηκα να κλαίω κι εσύ γελούσες. 
Η καταφρόνια σου ήταν ένας Θεός, τα δικά μου παράπονα 
στιγμές και περιστέρια αλυσοδεμένα. 

Νύχτα κάτω από τους δυο. Κρύσταλλο οδύνης, 
έκλαιγες εσύ από βάθη απόμακρα. 
Ο πόνος μου ήταν ένας σωρός από αγωνίες 
πάνω στην αδύναμη καρδιά σου από άμμο. 

Η αυγή μας έσμιξε πάνω στο κρεβάτι, 
τα στόματα βαλμένα πάνω στο παγωμένο σιντριβάνι 
του αίματος τ αστείρευτου που χύνεται. 

Κι ο ήλιος μπήκε απ το κλειστό μπαλκόνι 
και το κοράλλι της ζωής άπλωσε το κλαδί του 
πάνω στην καρδιά μου τη σαβανωμένη.
 








Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

Μ. Αναγνωστάκης, το σκακι

Έλα να παίξουμε.                                                              
Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου.                        
(Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη             
Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη)                               
Θα σου χαρίσω τους πύργους μου                     
(Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου          
Έχουν πεθάνει καιρό πριν από μένα)                        
Κι ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου        
Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τί τους θέλω;  
(Τραβάνε μπρος, τυφλοί, χωρίς καν όνειρα)      
Όλα, και τ’ άλογά μου θα σ’ τα δώσω           
Μονάχα ετούτον τον τρελό μου θα κρατήσω      
Που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει 
Δρασκελώντας τη μια άκρη ώς την άλλη 
Γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου 
Μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά 
Αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις.
     
 Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα.

                                                    Μανόλης Αναγνωστάκης

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

Κωστής Μοσκώφ, αναμεσα στο Τιποτα






Τα βράχια αυτά, η θάλασσα,

φωτίζουν μυστικά την νεκρή ψυχή μας

                   είναι το σώμα μας που περιμένει να γεννηθεί                       

διασχίζοντας τα έτη του φωτός

διασχίζοντας τις νύκτες του ανέμου

ζεσταίνοντας με το βλέμμα τους

αιώνες υπομονής τους θεούς που πέθαναν.
Ο έρωτας
που κάποτε κτίσαμε
έμεινε η μόνη μας μνήμη

ανάμεσα στο Τίποτα και στο πιο Τίποτα.


Κωστής Μοσκώφ: Ποιήματα (1987)