τα πολύτιμα
Με παρηγορεί
που ο χρόνος είναι αειθαλής
κι ας
είναι η ζωή μας φυλλοβόλα.
Πρύμνα – πλώρα 1
Μετά τη βάρδια του κάθεται στην πλώρη.
Μ’ ένα καλάμι, τάχα ψαρεύοντας
πασχίζει ν’ ανασύρει
τις στιγμές του ταξιδιού
που παράπεσαν
Πρύμνα – πλώρα 2
Κάτω απ’ την ίσαλο
ροκανίζει η σκουριά, την κοιλιά του καραβιού.
Ο ναύτης με τα ματσακόνι
ξορκίζει ρυθμικά το θάνατο
που γυροφέρνει σα σκυλόψαρο.
Πρύμνα – πλώρα 3
Η θύμησή σου
σκουριασμένος χάρακας σε βυθισμένο πλοίο.
Σπάνια πια,
πιάνω πάτο και σε κοιτώ από το φινιστρίνι.
Όσο κρατά μια αναπνοή, σε κοιτώ.
Πρύμνα – πλώρα 4
Είκοσι λεύγες μοναξιά και πέντε ωκεανοί υποκρισία.
Ως ένα αντρίκειο ανάστημα τ’ αναίτιου κι επιβιώνω...
Πεισματικά επιβιώνω.
