Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις...
να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις...
Ρίτσος

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2014

Octavio Paz, Piedra del sol





...ένα όνομα όλα τα ονόματα είναι,

όλα τα πρόσωπα είναι ένα μόνο,

μονάχα μια στιγμή όλοι οι αιώνες

και πάντα στους αιώνες των αιώνων

θα φράζουν του αύριο την οδό δυο μάτια






     ....όλα μεταμορφώνονται, όλα αγιάζουν,
  κέντρο του κόσμου κάθε κάμαρα είναι,
  κάθε μια πρώτη νύχτα, πρώτη μέρα,
  γεννιέται ο κόσμος όταν δυο φιλιούνται,
  μια στάλα φως στα διάφανά μας σπλάχνα
  η κάμαρα σαν φρούτο μισανοίγει
  ή εκρήγνυται σαν σιωπηλό αστέρι
  κι οι νόμοι φαγωμένοι απ' τα ποντίκια,
  κάγκελλα τραπεζών, δεσμωτηρίων,
  συρματοπλέγματα, χάρτινες γρίλιες,
  τ' αγκάθια, τα κεντριά και οι σφραγίδες,
  το μονόχορδο κήρυγμα των όπλων,
  μελίρρυτοι σκορπιοί με πετραχήλι,
  ο τίγρης με το ημίψηλο που ηγείται
  του Ερυθρού Σταυρού ή των Χορτοφάγων,
  όνοι παιδαγωγοί κι εθνοπατέρες,
  κροκόδειλοι που κάνουν τους σωτήρες,
  ο Ηγέτης, το τσακάλι, ο εργολάβος
  του μέλλοντος, το ένστολο γουρούνι,
  ο υιός ο εκλεκτός της Εκκλησίας
  που πλένει μ' αγιασμό τα μαύρα δόντια
  κι ακούει μαθήματα αγγλικών κατ' οίκον
  ή και δημοκρατίας, αθέατοι τοίχοι
  και σάπιες προσωπίδες που χωρίζουν
  τον άνθρωπο απ' τους άλλους τους ανθρώπους,
  τον άνθρωπο απ' τον ίδιο,
               καταρρέουν
  σε μια αχανή στιγμή καθώς για λίγο
  νιώθουμε τη χαμένη ενότητά μας,
  τη δόξα και την ερημιά του ανθρώπου
  που θάνατο, ήλιο και ψωμί μοιράζει,
  το ξεχασμένο σάστισμα πως ζούμε [...]

               ................................................

…Μπαίνω στο σώμα σου όπως στον κόσμο
Η κοιλιά σου ηλιόλουστη πλατεία
Τα στήθη σου δυο εκκλησιές που λειτουργεί το αίμα
Τα παράλληλα μυστήριά του
Σαν τον κισσό τα βλέμματά μου σε σκεπάζουν
Είσαι μια πολιορκημένη πόλη απ’ τη θάλασσα…

Ντυμένη με το χρώμα της επιθυμίας μου
Γυμνή γυρνάς καθώς η σκέψη μου
Ταξιδεύω στα μάτια σου σαν μέσα στο νερό…
Στο μέτωπό σου περπατώ σαν το φεγγάρι
Όπως το σύννεφο στο λογισμό σου
Πηγαίνω στην κοιλιά σου όπως στα όνειρά σου

Η φούστα σου από αραποσίτι κυματίζει
Και τραγουδάει, η φούστα σου από κρύσταλλο
Η φούστα σου η νερένια
Τα χείλη, τα μαλλιά, τα βλέμματά σου…
Κλείνεις τα μάτια μου με το νερένιο σου στόμα…
Ταξιδεύω στη μέση σου σαν σε ποτάμι
Πηγαίνω στο σώμα σου σαν σ’ ένα δάσος…
Περπατώ στους σφοδρούς λογισμούς σου
Και στου λευκού μετώπου σου την έξοδο
Η γκρεμισμένη μου σκιά κομματιάζεται
Μαζεύω τα κομμάτια μου ένα ένα
Και δίχως σώμα προχωρώ, ψάχνω ψηλαφώντας….

 Η ΗΛΙΟΠΕΤΡΑ είναι ένας δρόμος που περιγράφει έναν κύκλο. Κι αυτό όχι επειδή ξεκινάει όπως ακριβώς καταλήγει· αλλά επειδή γνωρίζουμε ότι μετά το τέλος της ανάγνωσής μας, το ποίημα αρχίζει και πάλι την κυκλωτική του πορεία, απρόσκοπτα και ανεπαίσθητα. Το ποίημα υπάρχει μόνο ως κίνηση. Όμως αυτή η κίνηση επαναλαμβάνει πάντοτε την ίδια παραβολή, έτσι που η Ηλιόπετρα να αποτελεί μια συμπύκνωση της εμπειρίας που είναι κατά βάση η ανάγνωση καθενός ποιήματος: Ένας δρόμος προς μια στιγμή έξαρσης που τον ακολουθούμε πάντα με τον ίδιο τρόπο, προκειμένου να ζήσουμε εκ νέου τη στιγμή εκείνη, η οποία είναι πάντα η ίδια κάθε φορά που διαβάζουμε το ποίημα. 
Πέρε Ζιμφερρέρ


Η Ηλιόπετρα είναι ένας ανάγλυφος δίσκος που βρέθηκε το 1790 κατά τη διάρκεια ανασκαφών στη πόλη του Μεξικού, συμβολίζοντας έναν ιεροτελεστικό βωμό και αποτελώντας μία από τις μεγαλύτερες ζωντανές αποδείξεις των προκολομβιανών πολιτισμών που υπήρχαν στη χώρα. 


Ηλιόπετρα

Στίχοι, Μουσική: Θανάσης Παπακωνσταντίνου


Γεννιέται ο κόσμος όταν φιλιούνται δυο

Η αγάπη πόλεμος, πόρτα που ανοίγει

Μέσα στα σπλάχνα σταλάζει λίγο φως

Είναι φεγγίτες τα σώματα που σμίγουν


Πλάι μου βαδίζεις σαν δέντρο σκιερό

Κάτω από έναν ήλιο δίχως ηλικία

Τα μάτια σου είναι κρήνες ονείρου όπου παν

Συχνά και ξεδιψάν τα άγρια θηρία


Αλλάζει ο κόσμος όταν φιλιούνται δυο

Μεταμορφώνεται, όλα αγιάζουν

Ο σκλάβος βγάζει στους ώμους του φτερά

Παύεις να είσαι ένας ακόμα ίσκιος


Ζητάω το πρόσωπό σου, ξανά παραληρώ

Βραγιά των γιασεμιών και στην πληγή αλάτι

Αγκάθι του θανάτου, αυγή του φεγγαριού

Γραφή θαλασσινή απάνω στο βασάλτη


Μικραίνει ο κόσμος όταν φιλιούνται δυο

Γίνεται η κάμαρα κέντρο του κόσμου

Και μισανοίγεις σαν φρούτο ώριμο

Ή σαν αστέρι εκρήγνυται και σβήνει


Η φούστα σου παφλάζει φτιαγμένη από νερό

Τα κόκαλά μου βρέχει με τη μία

Μα όσο και να βρέχεις δε θα φοβηθώ

Γιατί είναι η κοιλιά σου ηλιόλουστη πλατεία


Γυμνός ο κόσμος όταν φιλιούνται δυο

Από τον ίλιγγο πάνω στη χλόη

Λύνονται οι κάβοι, σαλπάρουν οι ψυχές

Ο χώρος είναι σιωπή και φως μονάχα



Τρίτη 1 Ιουλίου 2014

τιτος πατρικιος



Άραγε πώς γεννιέται
από ένα τίποτα η επιθυμία;
Πώς η επιθυμία γίνεται έρωτας,
ο έρωτας πώς αλλάζει
σε μακρινή ανάμνηση;
Άραγε πώς μπορεί
η ανάμνηση να σβήνει

μες στο τίποτα;

«Κυκλικό», ΝΧ, 47




Μπορείς να γνωρίσεις ένα πρόσωπο
όταν τα χείλια σου…
ανακαλύπτουν
τις αλλεπάλληλες επιφάνειες που σώρευσαν
οι καιροί.
Μα έπειτα δεν σου φτάνει.
Έπειτα θες να βρεις όλες τις μικρές φλέβες
καθώς απλώνονται κάτω απ’ το δέρμα
να βρεις όλα τα τραγούδια που δεν ειπώθηκαν
όλες τις μνήμες που ταξίδεψαν
στα λεπτά μονόξυλα
των στιγμών.

Θέλουμε πιο πολλά
τα θέλαμε όλα.
Δεν γινόταν αλλιώς.
Ό,τι μας έφτανε χτες
για σήμερα ήταν λίγο.
Ό,τι μας γέμιζε χτες
ήθελε κι άλλο σήμερα να μη χαθεί.

«Μεγάλο γράμμα», VI, 17




Κι ό,τι μ’ απόμεινε απ’ το πέρασμά σου
σιγά-σιγά ο χρόνος το λειαίνει
σαν ένα βότσαλο της ποταμιάς.
Μονάχα πια για τ’ όνομά σου είμαι σίγουρος.
Κι όλο το λέω, το ξαναλέω μπρος στη θάλασσα
μήπως και κάποια νύχτα,
όταν μας πνίγουνε τα σύρματα κι η πέτρα,
το χρειαστώ σα λέξη σωτηρίας 
κι ανακαλύψω αιφνίδια πως κι αυτό έχει σβήσει.”
  
συλλαβές