Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις...
να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις...
Ρίτσος

Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2022

«Θαλασσινή ωδή» (απόσπασμα) του Αλβάρο ντε Κάμπος

 


[...]

Τα υπερωκεάνια που μπαίνουν με το πρωί στο λιμάνι,

φέρνουν για μένα,

το χαρούμενο και λυπημένο μυστήριο

του ερχομού και της αναχώρησης.

Φέρνουν μνήμες από μακρινές αποβάθρες,

κι άλλες στιγμές της ίδιας ανθρωπότητας

σ’ άλλα λιμάνια με τρόπο διαφορετικό.

Κάθε αγκυροβόλημα, κάθε βίρα τις άγκυρες,

είναι- το νοιώθω μέσα μου σαν το αίμα μου-

ασυνείδητα συμβολικό, τρομερά απειλητικό,

γεμάτο έννοιες μεταφυσικές

που αναστατώνουν μέσα μου αυτόν που υπήρξα.


Αποβάθρα που καθρεφτίζεται μαύρη,

πάνω στ’ ακίνητα νερά,

η ψυχή περιπλανώμενη και ασταθής των ταξιδευτών,

των συμβολικών ανθρώπων που περνούν

και που τίποτα μ’ αυτούς δεν διαρκεί,

γιατί όταν το πλοίο επιστρέφει στο λιμάνι

πάντα κάτι έχει αλλάξει στον κόσμο του!


[…]


Το μυστήριο της κάθε αναχώρησης

και του κάθε ερχομού,

η οδυνηρή αβεβαιότητα και ακατανοησία

αυτού του αδιανόητου σύμπαντος,

ο παράλογος λυγμός που σκορπίζουν οι ψυχές μας

πάνω στα νερά θαλασσών διαφορετικών.

Μια νοσταλγία για κάτι αόριστο,

μια αναστάτωση συναισθημάτων

για ποια ακαθόριστη άραγε πατρίδα;

Ποια ακτή; ποιο πλοίο; ποια αποβάθρα;

που μέσα μας η σκέψη αρρωσταίνει,

και μένει μόνο στην ψυχή μας ένα μεγάλο κενό,

μια κενή πλησμονή θαλασσινών στιγμών.


.....................

Φερνάντο Πεσσόα

«Θαλασσινή ωδή» (απόσπασμα) του Αλβάρο ντε Κάμπος,

Μετάφ: Μαρία Παπαδήμα, Εκδ. Νεφέλη

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2022

Etgar Keret, Τίποτα


 Φωτο, elculture. 

Κι εκείνη αγαπούσε έναν άνδρα φτιαγμένο από τίποτα. Μερικές ώρες χωρίς αυτόν και ήδη της έλειπε, καθόταν στο γραφείο περικυκλωμένη από πολυαιθυλένιο και μπετόν και τον σκεφτόταν. Κάθε φορά που έβραζε νερό για να φτιάξει καφέ στο γραφείο της στο ισόγειο, άφηνε τους ατμούς να ξεπλύνουν το πρόσωπό της, ενώ φανταζόταν πως είναι εκείνος που χαϊδεύει τα μάγουλά της, έκλεινε τα μάτια, περίμενε να περάσει ημέρα, για να μπορέσει ξανά ν’ ανέβει τα σκαλιά του σπιτιού της, να γυρίσει το κλειδί στην κλειδαριά της πόρτας, να τον βρει να την περιμένει ήσυχος και γυμνός μέσα στα σεντόνια του άδειου κρεβατιού της.

Δεν υπήρχε τίποτα στον κόσμο που μπορούσε να την κάνει πιο ευτυχισμένη από το να κάνει έρωτα μαζί του όλη τη νύχτα, να γεύεται ξανά τα ανύπαρχτα χείλη του, να αισθάνεται το ανεξέλεγκτο τρέμουλο που τον διαπερνούσε, το κενό που απλωνόταν στο κορμί της. Δεν ήταν ο πρώτος της άνδρας, υπήρξαν πολλοί πριν απ’ αυτόν, που ίδρωσαν και βόγκηξαν στο κρεβάτι της, να την πονάνε με τα αγκαλιάσματά τους, με τη σαρκώδη τους γλώσσα στο στόμα της στο λαιμό της, σχεδόν να την πνίγουν. Διάφοροι άνδρες, από διάφορα υλικά: από σάρκα και αίμα, από φοβίες, από τις πιστωτικές κάρτες του μπαμπά, από απιστία, από πόθο για κάποια άλλη…
Αυτά όμως ήταν τότε, τώρα έχει αυτόν. Μερικές φορές, αφού έκαναν έρωτα, έβγαιναν να περπατήσουν στους υγρούς νυχτερινούς δρόμους. Αγκαλιασμένοι, ένα πανωφόρι και για τους δυο τους, αδιάφοροι για τους ανέμους και τη βροχή, λες και το άγγιγμά τους τούς δυνάμωνε. Εκείνος αγνοούσε τα σχόλια τριγύρω τους κι εκείνη έκανε πως δεν ακούει. Κι όλα τα κουτσομπολιά και οι κακίες δεν άγγιζαν το δικό τους κόσμο, όπως αυτές οι σταγόνες υγρασίας.
Εκείνη ήξερε πως οι γονείς της δεν ήταν ευχαριστημένοι με τον αγαπημένο της, παρόλο που το έκρυβαν. Κάποτε μάλιστα άκουσε τον πατέρα της να παρηγορεί κρυφά τη μητέρα της: «Καλύτερα απ’ το να έβγαινε με κανέναν Άραβα ή ναρκομανή». Θα ήταν σίγουρα χαρούμενοι αν, αντί γι’ αυτόν, έβγαινε με έναν ικανό γιατρό ή μ’ έναν νεαρό δικηγόρο. Οι γονείς θέλουν να νιώθουν υπερήφανοι για την κόρη τους και κάτι τέτοιο είναι δύσκολο να συμβεί μ’ ένα άνδρα φτιαγμένο από τίποτα. Ακόμα κι αν αυτός ο άνδρας έχει κάνει την κόρη τους ευτυχισμένη, έχει δώσει νόημα στη ζωή της περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσε οποιοσδήποτε άνδρας φτιαγμένος από ύλη.
Μπορούσαν να περάσουν μαζί ώρες, αγκαλιασμένοι, χωρίς να λένε λέξη, να είναι ξαπλωμένοι στο κρεβάτι γυμνοί, χωρίς να ερωτοτροπούν ή ν’ αλλάζουν θέση. Κι όταν το ρολόι την πίεζε να σηκωθεί, ήταν διατεθειμένη να παραιτηθεί από τον πρωινό καφέ, από το πλύσιμο του προσώπου, για να κερδίσει μερικές στιγμές ακόμα μαζί του. Κι όσο ώρα κατέβαινε τη σκάλα, περίμενε το λεωφορείο, ήταν στο χώρο εργασίας της, περίμενε τη στιγμή που θα ξαναγύριζε κοντά του, θα γυρνούσε το κλειδί στην πόρτα κι εκείνος θα ήταν εκεί. Καμία αμφιβολία ή υποψία δεν φώλιαζε μέσα της. Ήταν σίγουρη για την αγάπη τους. Αυτή, που είχε πονέσει ήδη από πολλές απογοητεύσεις, ήξερε πως αυτή η αγάπη δεν θα την προδώσει ποτέ. Τι θα μπορούσε άλλωστε να την απογοητεύσει ξεκλειδώνοντας την πόρτα; Το άδειο διαμέρισμα; Η στείρα βουβαμάρα; Το τίποτα μέσα στα σεντόνια του ανάκατου κρεβατιού;

***
ΤΙΠΟΤΑ από τη συλλογή διηγημάτων του Έτγκαρ Κέρετ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΣΤΟ ΨΥΓΕΙΟ, εκδόσεις Καστανιώτης 2012.


Σημ. Ο Έτγκαρ Κέρετ συγκαταλέγεται στους κορυφαίους αλλά και πιο δημοφιλείς συγγραφείς του Ισραήλ. Είναι ένας μάστορας της μικρής φόρμας με μεγάλη εμβέλεια. Γεννήθηκε στις 20 Αυγούστου 1967 στο Ραμάτ Γκαν και σήμερα ζει στο Τελ Αβίβ. Είναι επισκέπτης καθηγητής στο Τμήμα Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου Μπεν Γκουριόν στο Νέγκεβ. Το έργο του περιλαμβάνει κυρίως διηγήματα, αλλά ο ίδιος ασχολείται επίσης με το σενάριο, τη δραματουργία, την ποίηση, το κόμικ. Οι ιστορίες του καταρρίπτουν τα συνήθη όρια της πραγματικότητας, ο κόσμος που αποτυπώνεται σε αυτές είναι αλλόκοτος, όμως οι χαρακτήρες του τον εκλαμβάνουν ως κοινοτοπία και αρνούνται να εντυπωσιαστούν με ό,τι συμβαίνει γύρω τους. Η Αναποδιά στην άκρη του γαλαξία (2018) είναι η έκτη συλλογή διηγημάτων και το πλέον πρόσφατο βιβλίο του, για το oποίο τιμήθηκε με το Βραβείο Σαπίρ, την ύψιστη λογοτεχνική διάκριση στην πατρίδα του. Έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από σαράντα γλώσσες και έχει λάβει πολλές εθνικές και διεθνείς διακρίσεις. (biblionet)
 

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2022

Χριστίνα Οικονομίδου, «Όνειρα γλυκά»

 


Για σένα, λέω, θ' αντικρίσω πάλι

ό,τι με φοβίζει

Θα φτάσω ως τα έγκατα του νου

κάθετα,

όχι πλέον οριζόντια

Μήπως κι εκεί

στις απαρχές της πληγής,

μου αποκαλυφθεί το πρόσωπο

ενός Θεραπευτή ή ενός Προδότη.



Μ' έναν χορό στο στόμα - Χριστίνα Οικονομίδου (Απόπειρα)


https://frear.gr/?p=26205

Σάββατο 11 Ιουνίου 2022

Αμαλία Τσακνιά, Έτσι απλά


Έτσι απλά φεύγουν μια μέρα

εκείνοι που αγαπήσαμε

στρίβουνε στη γωνιά του δρόμου

χωρίς ούτε ένα νεύμα αποχαιρετισμού.

Τώρα το σπίτι έχει περισσότερο χώρο

μετακινούμε κάποια έπιπλα

συγυρίζουμε

έχουν μείνει κάτι παλιά χαρτιά στο τραπέζι

αποδείξεις και λογαριασμοί

εμείς διακριτικά τα μαζεύουμε

αλλά όταν πάμε να τα κάψουμε αυτά δεν καίγονται

τσουρουφλίζονται στα δάχτυλά μας

τα σκίζουμε σε μικρά κομμάτια

τα θάβουμε στον κήπο

με το βράδυ να τα πάλι στο τραπέζι

κιτρινισμένα

καψαλισμένα στις άκρες

κι εμείς μπαινοβγαίνουμε αφηρημένα στο σπίτι

που έχει τώρα περισσότερο χώρο

γιατί ένας ένας φύγαν εκείνοι που αγαπήσαμε

έτσι απλά κι αθόρυβα μια μέρα

έστριψαν στη γωνιά του δρόμου.


Αμαλία Τσακνιά, Τα ποιήματα (1969 – 1984) Στιγμή 2000

Σάββατο 12 Μαρτίου 2022

Jack Kerouac, Mexico City Blues


76ο χορικό

Ένας τύπος ρωτάει

Δεν είναι καλύτερα να μην τους ξυπνήσουμε

Για να μη μάθουν

πως ονειρεύονται;


Είναι καλύτερα να τους ξυπνήσουμε

επειδή

ονειρεύονται.


Δεν είναι καλύτερα να τους ξυπνήσουμε

επειδή δεν ξέρουν

πως ονειρεύονται;


Ποιος επιτέλους, ποιος είπε

πως ονειρεύομαι;


Εσύ το είπες, ποιος το είπε, εγώ το λέω

Πως ονειρεύεσαι;


Το ψέμα είναι ένα ονειρεμένο φάντασμα

που πετάει


Μη σταματάς, βρίσκεσαι μέσα σ’ ένα μεγάλο όνειρο,

Αυτό έχω να σου πω”


85ο χορικό

Στ’ αλήθεια χρειάζεσαι

Την κατάλληλη λέξη

Χρειάζεσαι στ’ αλήθεια

Βεβαίως τα πάντα είναι βλακείες

Σχήματα της βλακείας

Μια κι έξω

Κύριε Ουίλλιαμ Κάρλος

Ουίλλιαμς

Εν πάση περιπτώσει,

Ένα βλακώδες σχήμα

που θα πάψει

όλη τη βλακεία

στο εξής

Αυτό είναι ένα ποίημα

Το ποίημα

Θα πάψει την

Βλακεία


231ο χορικό

Νεκροί και δεν το ξέρουν,

ζωντανοί και το ξέρουν.

Οι ζωντανοί έχουν μια νεκρή ιδέα.

Ένας άνθρωπος είναι μια ιδέα ζωντανή·

αφού πεθάνει, μια ιδέα νεκρή.

Η ιδέα των ζωντανών είναι ίδια

με την ιδέα των νεκρών.

Οι νεκροί έχουν μια ζωντανή ιδέα -

Νεκρός, δεν έφταιξα εγώ

ήμουν μονάχα μια ιδέα -

Μετάνοια όλο σεβασμό σε μια καλύβα

μελέτη αφοσιωμένη στο Πρωταρχικό -

Το καλό Βουδιστικό υλικό

δεν είναι ένδυμα αμαρτίας -

Είναι ένδυμα Φωτός 

Τα έμβια όντα υποδηλώνουν τον θάνατο

με τις ξένοιαστες πράξεις τους·

Όπως οι νεκροί σημαδεύουν τους ζωντανούς

με την σιωπή τους

Όταν ο βράχος γίνει αέρας

Θα είμαι εκεί.

***

Τζακ Κέρουακ , Ποιήματα,
Εισαγωγή-Επιλογή-Μετάφραση του Γιάννη Λειβαδά (Εκδόσεις Ηριδανός, 2007).


"Θέλω να με θεωρήσεις ποιητή της τζαζ που παίζει με το πνευστό του ένα εκτεταμένο μπλουζ σε μια απογευματινή κυριακάτικη μάζωξη μουσικών. Το υλικό μου 242 χορικά οι ιδέες μου ποικίλλουν και ορισμένες φορές εξελίσσονται από το ένα χορικό στο άλλο ή από τη μέση του ενός χορικού ως τη μέση του άλλου."

(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)


https://thepressproject.gr/tzak-kerouak-o-basilias-ton-mpit/






Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2022

Κ. Γώγου, Θα ‘ρθει καιρός...


«Θα ‘ρθει καιρός που θ’ αλλάξουν τα πράματα.
Να το θυμάσαι Μαρία.
Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι
που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη
– μη βλέπεις εμένα – μην κλαις. Εσύ είσ’ η ελπίδα
άκου θα ‘ρθει καιρός
που τα παιδιά θα διαλέγουνε γονιούς
δε θα βγαίνουν στην τύχη
Δε θα υπάρχουν πόρτες κλειστές
με γερμένους απέξω
Και τη δουλειά
θα τη διαλέγουμε
δε θά `μαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια.
Οι άνθρωποι – σκέψου! – θα μιλάνε με χρώματα
κι άλλοι με νότες
Να φυλάξεις μοναχά
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό
λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές
απροσάρμοστοι, καταπίεση, μοναξιά, τιμή, κέρδος, εξευτελισμός
για το μάθημα της ιστορίας.
Είναι Μαρία – δε θέλω να λέω ψέματα –
δύσκολοι καιροί.
Και θάρθουνε κι άλλοι.
Δεν ξέρω – μην περιμένεις κι από μένα πολλά –
τόσα έζησα τόσα έμαθα τόσα λέω
κι απ’ όσα διάβασα ένα κρατάω καλά:
«Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος».
Θα την αλλάξουμε τη ζωή
παρ’ όλα αυτά Μαρία.»

Κατερίνα Γώγου, Το ιδιώνυμο, ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ

Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2021

Τάσος Κόρφης, Σπουδή σώματος

H. Matisse


Άφησέ με να σου γνωρίσω το σώμα σου
Ξεκινώντας από τα πιο βασικά
Όπως τα γράμματα του αλφάβητου στη γλώσσα,
Για να πάψεις να υπομένεις τα πολύχρωμα ενδύματα,
Προπάντων τα μαύρα, που πολύ αγαπάς,
Γιατί επιτρέπουν στη θερμότητα να σ' ερεθίζει.

Χέρι πάνω στο χέρι, άσε με να σε οδηγήσω
Στις εξάρσεις και τις χαράδρες του κορμιού σου
Εκεί που οι θύελλες μαίνονται κι οι λίμνες
Καθρεφτίζουν τους ιμέρους σου -ψηλοί, αιχμηροί βράχοι
Που ακούραστοι παλινδρομούν
Εντός σου.

Έχω τόσο καιρό ιχνηλατήσει -από επικίνδυνους φεγγίτες-
Τις ομορφιές του αμπελώνα σου,
Που μπορώ να σ' αναπλάσω ολόκληρη,
Ωραία σαν σελήνη, φωτεινή σαν αυγή, πολύφυλλη σαν νύχτα,
Με τους αγρούς σου ακόρεστους για γόνιμα ύδατα
και τις θύρες σου ανοιχτές στις νέες αφίξεις.

Έλα, λοιπόν, να σου γνωρίσω -με τις αισθήσεις και
τη φαντασία μου-
Το σώμα σου, πιο βαθύ κι απ' το θάνατο,
Που, περίφοβη, προσπαθείς να κρύψεις.

Τάσος Κόρφης, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, (Χρυσάνθεμα) Β τόμος, εκδ. Πρόσπερος

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2021

Γιώργος Μακρής, τρία ποιήματα




 Φθινόπωρο


Είμαστε τα κορίτσια που κουράστηκαν

να γελούν και να αμύνονται.

Είμαστε οι ρίζες των δέντρων που ξάπλωσαν

ο αέρας που κουνούσε πάνω τους τα φύλλα.

Άδειοι στρατώνες οι ψυχές μας, μυρίζουν

Το φθινόπωρο περ’ απ’ το δάσος.

Η βροχή μυρίζει, τα φύλλα μυρίζουν

η γη μυρίζει.

Οι νέοι άνθρωπο φεύγουν

τα παραθυρόφυλλα κλείνουν.

Μπαίνουν τα γυναικεία ποδήλατα

στην αποθήκη.

Το άλλο καλοκαίρι θα ευθυμήσουμε.

Είμαστε οι άνθρωποι που έμειναν

κάτι είναι και αυτό.

1941;
***
Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι ...
Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελοί της γης
με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια.
Είμαστε οι αλύτρωτοι στοχαστές και οι τραγικοί ερωτευμένοι.
Χίλιοι ήλιοι κυλούνε μες το αίμα μας
κι ολούθε μας κυνηγά το δράμα του άπειρου.
Η φόρμα δεν μπορεί να μας δαμάσει.
Εμείς ερωτευτήκαμε την ουσία τού είναι μας
και σ΄ όλους μας τους έρωτες αυτήν αγαπούμε
Είμαστε οι μεγάλοι ενθουσιασμένοι και οι μεγάλοι αρνητές.
Κλείνουμε μέσα μας τον κόσμο όλο και δεν είμαστε τίποτα απ’ αυτόν
τον κόσμο.
Οι μέρες μας είναι μια πυρκαγιά και οι νύχτες μας ένα πέλαγο.
Γύρω μας αντηχεί το γέλιο των ανθρώπων.
Είμαστε οι προάγγελοι του χάους.
1950
***
Δαπανήθηκα στις λόχμες...
Δαπανήθηκα στις λόχμες

μες στην επιθυμία να μυρίσω δυνατά

έτσι που να ξεκαθαριστεί το αμάρτημα.

Έσπειρα πράσινα γυαλιά στους τάφους του χόρτου

και θέρισα ολοχρονίς θέρισα ματιές από μάτια

μισούς ήχους στον αγέρα

λαχανικά της λησμονιάς στο αναψυκτήριο

ένα παλιό εικόνισμα τους Ναπολεοντείους πολέμους

και την αγάπη μου αγάπη μου του πυρετού

στην καρδιά μου στο ξενοδοχείο

στο φως στο χιόνι στον πλυμένο μου σταυρό.

Τριάλαριαλό τουλίτ λο.

Πότε θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι-κομματάκι;

Ποτέ δεν θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι-κομματάκι.
1944
«ΓΡΑΠΤΑ ΓΙΩΡΓΟΥ Β. ΜΑΚΡΗ», εκδόσεις «Βιβλιοπωλείον της Εστίας», Αθήνα 1986.
............................................
"Την 31η Ιανουαρίου 1968 αυτοκτόνησε, πέφτοντας από την ταράτσα της πολυκατοικίας όπου έμενε, ένας από τους πιο πνευματικούς ανθρώπους που έχω γνωρίσει στη ζωή μου. Λεγόταν Γιώργος Μακρής. Το όνομά του σήμερα, μπορεί να είναι εντελώς άγνωστο στους πιο πολλούς. Δεν άφησε σχεδόν τίποτα πίσω του που να προδίδει στους μεταγενέστερους την ύπαρξή του.(...) Γιατί ο Γιώργος Μακρής δεν έγραφε: μιλούσε. Πιστός στην πιο ελκυστική από όλες τις γοητείες του σωκρατισμού, ο Μακρής περνούσε τις μέρες και τις νύχτες του - ιδίως αυτές - σε ένα από τα τραπεζάκια της πλατείας κολωνακίου, θρονιασμένος σαν άστεφος βασιλιάς ανάμεσα στον όμιλο των μαθητών του, κάνοντας την καλύτερη δυνατή χρήση που μπορούσε να κάνει άνθρωπος της μεγαλύτερης θεϊκής δωρεάς του: του έναρθρου λόγου! Και τι δεν είχε να πει! (...)", σημειώνει γι'αυτόν, ο φίλος του και λογοτέχνης Θεόφιλος Δ. Φραγκόπουλος και Ο Ε.Χ. Γονατάς, γράφει στην εισαγωγή του τόμου: "Σε μια σημείωσή μου για τον Γιώργο Μακρή, δημοσιευμένη τον Φεβρουάριο του 1980, βεβαίωνα πως τα γραπτά του έχουν ανεπανόρθωτα χαθεί. (...) Όταν ήρθε στο σπίτι μου (ο Α. Καρακάλος) και μου παρέδωσε θριαμβευτικά το μαγικό εκείνο τσουβάλι με τα χαρτιά του Μακρή, όσα είχε καταφέρει με μύριους κόπους να περισώσει, και μου ζήτησε ν' αναλάβω τη φροντίδα της επεξεργασίας, της αποκατάστασης και ταξινόμησής τους για μια μελλοντική δημοσίευση, δέχθηκα με συγκίνηση και ευγνωμοσύνη την πρότασή του, θεωρώντας ότι θα εκπλήρωνα ένα χρέος στη μνήμη του φίλου μου· από την πρώτη όμως κιόλας στιγμή ένιωσα δισταγμό και αβεβαιότητα για το κατά πόσον όλα αυτά τα χαρτιά που ο Μακρής δεν τα προόριζε παρά μόνον για τον εαυτό του, ήταν επιτρεπτό να έρθουν, δίχως τη συγκατάθεσή του, στο φως της δημοσιότητας. (...) Η σκέψη όμως πως ο Μακρής τίποτε δεν κατέστρεψε, ούτε το παραμικρό χαρτάκι από τα γραπτά του, και ότι όλα του σχεδόν τα κείμενα, τουλάχιστον της πρώτης του νεότητας, που γνωρίζαμε και θυμόμαστε, βρέθηκαν φυλαγμένα και συγκεντρωμένα (...), τέλος η σκέψη ότι με τους δυο χαρακτηριστικούς αυτούς στίχους του: Πότε θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι-κομματάκι;/ Ποτέ δε θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι-κομματάκι, δεν προτρέπει βέβαια τους φίλους του ν' αναλάβουν για λογαριασμό του μια προσπάθεια που ο ίδιος, με πικρή αυτογνωσία, δηλώνει πως δεν μπορεί και δεν θέλει ν' αποτολμήσει, δεν φαίνεται όμως και να τους την απαγορεύει.…"
(Από κείμενο της ΠΑΥΛΙΝΑΣ ΜΑΡΒΙΝ στο bookpress.gr, Κυριακη, 11 Σεπτεμβριου 2011)

Arthur Rimbaud, Μια εποχή στην κόλαση

 




Αν θυμάμαι καλά, κάποτε η ζωή μου ήταν ένα ξεφάντωμα όπου άνθιζαν όλα τα αισθήματα κι έρεε κάθε λογής οίνος.
Μια βραδιά κάθισα στα γόνατά μου την Ομορφιά – Και τη βρήκα αφόρητη. – Και τη λοιδόρησα.
Ξεσηκώθηκα έναντι στην εξουσία.
Πήρα τους δρόμους. Αχ, μάγισσες, δυστυχία, μίσος, σε σας εμπιστεύτηκα τον θησαυρό μου!
Κατάφερα να σβήσω από τη σκέψη μου κάθε ανθρώπινη ελπίδα. Όρμησα ύπουλα, σαν άγριο θηρίο, να πνίξω κάθε χαρά. Κάλεσα τους δήμιους, να δαγκώσω πεθαίνοντας το κοντάκι των τουφεκιών τους. Κάλεσα τις συμφορές, να πνιγώ μέσα στην άμμο και το αίμα. Θεός μου η δυστυχία. Ξάπλωσα στη λάσπη. Στέγνωσα στον αέρα τής αμαρτίας. Κι έπαιξα ωραία παιχνίδια με την τρέλα.
Και η άνοιξη μου χάρισε το φριχτό γέλιο του ηλίθιου.
Τον τελευταίο καιρό λοιπόν, καθώς ήμουν έτοιμος να τα τινάξω, σκέφτηκα να αναζητήσω το μυστικό του παλιού ξεφαντώματος, μήπως και ξαναβρώ το κέφι μου.
Το μυστικό είναι η φιλανθρωπία. – Αυτή η έμπνευση δείχνει πως ονειρευόμουν!
«Θα είσαι πάντα ύαινα, κλπ.» διαμαρτύρεται ο δαίμονας, που με στεφάνωσε με τερπνές μήκωνες υπνοφόρους. «Μέχρι να πεθάνεις θα σ’ ακολουθούν όλα σου τα πάθη, ο εγωισμός σου και όλα τα θανάσιμα αμαρτήματα».
Αχ! η δόση ήταν μεγάλη: – Μα σε εξορκίζω καλέ μου Σατανά, μη με κοιτάς τόσο άγρια! Και καθώς αργότερα κάποιες μικροατιμίες δεν θα τις αποφύγω, αποσπώ για σένα, για σένα που εκτιμάς τους συγγραφείς χωρίς περιγραφές και διδαχές, αυτά τα ειδεχθή φύλλα από το σημειωματάριο ενός κολασμένου.

Μτφρ: Χριστόφορος Λιοντάκης, ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ


****
Σε ηλικία μόλις 19 ετών, ο Ρεμπώ γράφει, την άνοιξη του 1873, το καλύτερο του ποίημα, το “Μια εποχή στην κόλαση“, το μόνο που εκδόθηκε όσο εκείνος ζούσε. Ένα πεζό ποίημα, ένα κείμενο προσωπικού χαρακτήρα, ένα είδος εσωτερικού μονολόγου – παραληρήματος. Ένα ποίημα, στίχους του οποίου είναι δύσκολο να μην έχει κάποιος συναντήσει σαν σκόρπιες φράσεις. Ένα κείμενο καθρέπτης, που ο καθένας μπορεί να δει μέσα τον εαυτό του. Είναι η κατάθεση μιας ψυχής που επιλέγει την κόλαση και ψάχνει τα όρια της, σαρκάζει τον εαυτό της. Με εφηβική ματαιοδοξία και πείσμα απομακρύνεται από την ομορφιά, την ελπίδα, την εξουσία, την χαρά, την πατρίδα, την θρησκεία. Είναι η πορεία ενός ανθρώπου που διερευνά τα σύνορα της συνείδησης, εκεί που είναι το απαγορευμένο, η αμαρτία, η δυστυχία και η τρέλα. Όταν τον ρώτησε η μητέρα του τι θέλει να πει με το “Μια εποχή στην κόλαση“, απάντησε, “Ήθελα να πω ό,τι ακριβώς λέει κατά λέξη και τα πάντα” [πηγή Αντικλείδι]