Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις...
να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις...
Ρίτσος

Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2019

Αργυρης Χιονης



«Ὤ ναί, ξέρω καλά πώς δέν χρειάζεται καράβι γιά νά ναυαγή-
σεις, πώς δέν χρειάζεται ὠκεανός γιά νά πνιγεῖς.
Ὑπάρχουνε πολλοί πού ναυαγῆσαν μέσα στό κοστούμι τους
μές στή βαθιά τους πολυθρόνα, πολλοί πού γιά πάντα τούς 
σκέπασε τό πουπουλένιο πάπλωμά τους.
Πλῆθος ἀμέτρητο πνίγηκαν μέσα στή σούπα τους, σ’ ἕνα
 κουπάκι του καφέ, σ’ ἕνα κουτάλι του γλυκοῦ… Ἄς εἶναι 
γλυκός ὁ ὕπνος τους ἐκεῖ βαθιά πού κοιμοῦνται, ἅς εἶναι γλυ- 
κός κι ἀνόνειρος.
Κι ἅς εἶναι ἐλαφρύ τό νοικοκυριό πού τούς σκεπάζει.»...

........



Αργύρης Χιόνης ΙΑ, Σαν τόν τυφλό μπροστά στόν καθρέφτη,  Η φωνή της σιωπής, ΝΕΦΕΛΗ

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2019

Gustav Klimt, Danae


Σύμφωνα με τον μύθο, η Δανάη ήταν η κόρη του βασιλιά Ακρίσιου. Ο βασιλιάς έλαβε ένα χρησμό πως κάποια μέρα θα τον σκοτώσει ο εγγονός του. Φοβισμένος φυλάκισε την μοναχοκόρη του, Δανάη, σε ένα κελί. Με αυτόν τον τρόπο θα απέτρεπε την κόρη του από το να γνωρίσει κάποιον και να κάνει ένα παιδί. Ωστόσο, η ομορφιά της Δανάης δεν έμεινε απαρατήρητη από τον παντοδύναμο θεό Δία. Ο βασιλιάς των θεών ήταν γνωστός γυναικοκατακτητής και είχε αποφασίσει να κατακτήσει την Δανάη με οποιοδήποτε τρόπο χρειαστεί. Έτσι, εισέρχεται στο κελί της με την μορφή χρυσής βροχής. Ο πίνακας του Κλιμντ απεικονίζει ακριβώς αυτή την στιγμή. Η Δανάη αποπλανιέται από τον Δία, ο οποίος περνά από ένα μικρό άνοιγμα στην οροφή της μεταλλικής φυλακής και πέφτει στην αγκαλιά της.
Η Δανάη είναι χαρακτηριστικό έργο της χρυσής περιόδου του Κλιμτ. Με ένα γρήγορο βλέμμα, βλέπεις μία κοκκινομάλα γυναίκα να κάθεται σε εμβρυακή στάση. Με μία πιο κοντινή ματιά παρατηρείς τα μισάνοιχτα χείλια της και ένα αναψοκοκκίνισμα να αναδύεται από ολόκληρο το σώμα της και να καταλήξει στα μάγουλα της. Η χρυσή βροχή που συμβολίζει τον Δία, κυλάει ελαφρά ανάμεσα από τους μηρούς της. Τα μισάνοιχτα χείλη και πόδια, τα κόκκινα μαλλιά, η μισοβγαλμένη κάλτσα μέχρι τον αστράγαλο, αλλά και το διάφανο μωβ πέπλο είναι όλα ενδεικτικά της αισθησιακής εμπειρίας της Δανάης.
Ο πίνακας βρίσκεται στην γκαλερί Würthle, στην Βιέννη.
(Πηγή: Culture now gr)

Ζωή Καρέλη

ΣΑΝ ΩΡΑΙΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, ΓΥΜΝΕΣ…
Σαν ωραίες γυναίκες, γυμνές,
τούτες οι μέρες οι καλοκαιρινές
υπάρχουν με τη στιλπνότητα
των λαμπρών σωμάτων,
με την έκθαμβη προσφορά των,
με την έντονη περηφάνεια,
μ’ εκείνη τη σταθερότητα
που έχουν οι γυναίκες
όταν είν’ ωραίες,
πολύ βέβαιες για την εμορφιά των,
τόσο που μένουν έξαφνα
σκεφτικές, όμως ατάραχες,
γεμάτες προσμονή στέκονται,
μ’ υπομονή γνωρίζουν,
γνωρίζουν να περιμένουν,
περιέχοντας τέλεια την ηδονή
του εαυτού των.
Έτσι
οι έντονες του καλοκαιριού μέρες
φαίνονται ακέριες,
καθώς
τις περιβάλλουν νύχτες εξαίσιες,
με πολύν έρωτα, μυστικόν.


William Burroughs



Συμβουλές προς τους νέους *

Συχνά με ρωτάνε αν μπορώ να δώσω συμβουλές στους νέους.
Λοιπόν ορίστε μερικές οδηγίες για νέους και γέρους.
Ποτέ μην επεμβαίνεις σε τσακωμό αγοριού-κοριτσιού.
Προσοχή στις πόρνες που λένε ότι δεν θέλουν λεφτά.
Και βέβαια θέλουν.
Αυτό που εννοούν είναι ότι θέλουν περισσότερα λεφτά. Πολλά περισσότερα.
Αν κάνεις δουλειές με θρησκευόμενο μαλάκα,
Κοίταξε να τα έχεις όλα γραπτά.
Ο λόγος του δεν έχει καμία αξία.
Όχι όσο ο καλός Θεούλης του λέει πώς να σε ρίξει στη συμφωνία.
Απέφυγε τους αποτυχημένους.
Όλοι ξέρουμε αυτό το είδος.
Ό,τι και να κάνουν,
Όσο καλό κι αν ακούγεται,
Καταλήγει καταστροφικά.
Μην συναναστρέφεσαι τρελούς.
Πες τους με σταθερότητα:
Δεν πληρώνομαι για ν’ακούω μωρολογίες.
Είσαι αμετανόητα ηλίθιος.
Μερικοί από σας ίσως συναντηθείτε με τον Σατανά,
Αν φτάσετε τόσο μακριά.
Όλες οι ψυχές αξίζουν να σωθούν,
Τουλάχιστον για έναν παπά,
Αλλά δεν αξίζουν όλες οι ψυχές τόσο ώστε να αγοραστούν,
Οπότε μπορείτε να το πάρετε ως κοπλιμέντο.
Πρώτα δοκιμάζει τις πιο εύκολες περιπτώσεις.
Ξέρεις, με λεφτά,
Με όλα τα λεφτά που υπάρχουν.
Αλλά ποιός θέλει να είναι ο πιο πλούσιος σε κάποιο νεκροταφείο;
Τα λεφτά δεν αξίζουν.
Λοιπόν ο χρόνος δίνει τα χειρότερα χτυπήματα.
Ειδικά κάτω από τη ζώνη.
Πώς είναι να σε αρπάζει ένα νεανικό σώμα;
Σαν πόκερ, σαν «εδώ παπάς, εκεί παπάς»
Τώρα το βλέπεις, τώρα όχι.
Μήπως ξέχασες κάτι, παπού;
Για να αισθανθείς κάτι,
Πρέπει να είσαι παρών.
Πρέπει να είσαι δεκαοχτώ.
Δεν είσαι δεκαοχτώ.
Είσαι εβδομήνταοχτώ.
Ο παλιόγερος πούλησε την ψυχή του για ένα στραπόν.

***

8 Μαίου 1997
“Όταν πεθάνω, μόνο αυτό να θυμάστε από μένα: υπάρχει μια γωνιά σε μια ξένη γη που είναι για πάντα εγώ”: Ταγγέρη – Πόλη του Μεξικού – Σεντ Λιούις, Μιζούρι – Παρίσι – Λονδίνο – Νέα Υόρκη – Λεωφόρος Σανφορντ 202, Παλμ Μπιτς, Φλόριντα – Λόρενς, Κάνσας, στην παρούσα διεύθυνση – και μια ιδέα από Αθήνα, Αλβανία, Ντουμπρόβνικ και Βενετία

***

30 Ιουλίου 1997
…Η σκέψη δεν είναι αρκετή. Τίποτα δεν είναι. Κανένα τέλος δεν είναι αρκετό ούτε για τη σοφία, ούτε για την εμπειρία – ούτε για οποιοδήποτε γαμημένο πράγμα στον κόσμο. Δεν υπάρχει Ιερό Δισκοπότηρο, ούτε Τελικό Σατόρι, ούτε τελική λύση. Μόνο σύγκρουση. Το μόνο πράγμα που επιλύει τη σύγκρουση είναι η αγάπη, σαν αυτή που ένιωσα για τον Φλετς, τη Ρούσκι, τον Σπούνερ και την Κάλικο. Αγνή αγάπη. Αυτό που νοιώθω για τις γάτες μου, τώρα και στο παρελθόν. Αγάπη. Τι είναι; Το πιο φυσικό παυσίπονο του κόσμου. ΑΓΑΠΗ.

[* Σκληρές, αληθινές οδηγίες ζωής με κλείσιμο του ματιού από μία ομιλία του (που έγινε και τραγούδι) Πηγή: www.lifo.gr, και οι τελευταίες σημειώσεις λίγες μέρες πριν φύγει]

Ν. Βαλαωρίτης, ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΚΑΝΕΝΟΣ




Και το κουδούνι χτύπησε της πόρτας όταν τρώγαμε
ήμαστε εγώ η γυναίκα μου και τα παιδιά μας όλα
πήγα ν'ανοίξω-βιαστικός με την μπουκιά στο στόμα
Κατέβηκα και στάθηκα στις σκάλες για να δω
μήπως κανένας άνθρωπος με γύρευε από κάτω
και δεν τολμούσε ν' ανεβεί γιατί ντρεπόταν
Μα δεν είδα ούτε εκείνα τα γνωστά παλιόπαιδα
που συνηθίζουνε γι' αστείο να χτυπάν τις πόρτες
προτού να φύγουν τρέχοντας και να χαθούν στο δρόμο
Πίσω απ' τα τζάμια κοίταξα και πίσω απ' τις κουρτίνες
και πίσω απ' τις εξώπορτες και πίσω από τους στύλους
να δω μην ήτανε κανείς-για χωρατό κρυμμένος
Παντού μπροστά μου απλώνονταν μια ερημιά από σπίτια
μια πολιτεία παμμέγιστη και εντελώς αθόρυβη
χωρίς κίνηση καμιά σ' όλες τις λεωφόρους-
Ήταν κλειστά τα μαγαζιά τα ζαχαροπλαστεία
πολλές πολλές πατημασιές αλλά χωρίς διαβάτες
κι ακρογιαλιές μα πουθενά κανένας δεν λουζόταν
Ώστε ο κόσμος άδειασε σκέφτηκα μ'ανακούφιση
και γύρισα στο σπίτι μου και χτύπησα την πόρτα
αλλά κανείς δεν άνοιξε-κανείς δεν ήταν μέσα
Πίστεψα πως ασφαλώς θα το καναν επίτηδες
μπαίνοντας γύρεψα παντού έψαξα τα ντουλάπια
μήπως και κάπου κρύφτηκαν για να τρομάξω
Αλλά κανείς δεν ήτανε-παράξενο-κανένας
στο σπίτι όπου τρώγαμε-δεν πάει πολύς καιρός
εγώ με τη γυναίκα μου και τα παιδιά μας όλα...

Ν. Βαλαωρίτης, "Ποιήματα ΙΙ", Εκδόσεις Ύψιλον

Παρασκευή 12 Απριλίου 2019

Πάνος Θασίτης, Ελληνική επαρχία μ.Χ.



   Πλατεία Κορνάρου ή Βαλιδέ Τζαμί 
                                                                           Ηράκλειο



Έφριξε σαν πήγε ο ίδιος, με τα ίδια του τα μάτια και τα είδε.
Τόση ρεμούλα, τέτοιο χάλι πού να το φανταστεί.
Έβγαλε ευθύς διαταγές τη μια πάνω στην άλλη,
ήλεγξε, καυτηρίασε, τιμώρησε, κάτι να διορθώσει,
κάτι να περισώσει απ' την καταστροφή.

***
Οι άλλοι, οι από πάνω, μάθαιναν βέβαια ταχτικά τα νέα
τον ζήλο του λαμπρού νέου επάρχου
την ακάθεκτη έφεσή του για ευποιία, χρηστή
φιλόπτωχο διοίκηση κ.λ.π.
Μα δεν ανησυχήσαν. «Θα του περάσει» είπαν,
«κι άμα δεν του περάσει
και κάνει τώρα πως δεν ξέρει,
τον αντικαθιστούμε, τον διαγράφουμε,
τον εξαφανίζουμε στο κάτω-κάτω.

Το ίδιο μας κάνει συνεπώς κι αν του περάσει
κι αν δεν του περάσει».

Η αλήθεια είναι, πως του πέρασε και του παραπέρασε.
Ούτε να τον παραμερίσουνε χρειάστηκε
ούτε βέβαια -τον άνθρωπο!- να τον εξαφανίσουν.

Ήδη, γοργά ανέρχεται κι έχει λαμπρό το μέλλον.
...............

Πάνος Θασίτης, Ελεεινόν θέατρον (1980), Τα ποιήματα, ΝΕΦΕΛΗ

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2019

Τα σταφύλια της οργής


“…..Ένα τέτοιο έγκλημα ξεπερνά κάθε δημόσια καταγγελία. Μια τέτοια πίκρα είναι ανίκανα τα δάκρυα να τη συμβολίσουν. Όλες μας οι επιτυχίες καταρρέουν μπροστά σ’ αυτή μας την αποτυχία. Εύφορη γη, ολόισιες αράδες δέντρα, ρωμαλέοι κορμοί, καρποί ωριμασμένοι. Και τα ετοιμοθάνατα παιδιά από πελάγρα πρέπει να πεθάνουν, γιατί δεν βγαίνει κέρδος από τα πορτοκάλια. Και οι γιατροί της δημαρχίας συμπληρώνουν τα πιστοποιητικά-πέθανε από υποσιτισμό-γιατί τα τρόφιμα πρέπει να σαπίσουν, πρέπει να σαπίσουν με το ζόρι.
Οι άνθρωποι έρχονται με δίχτυα να ψαρέψουν πατάτες από το ποτάμι, μα οι φύλακες τους συγκρατούν μακριά˙ έρχονται με αυτοκίνητα που βροντολογούν για να πάρουν τα πεσμένα πορτοκάλια, μα είναι ραντισμένα με πετρόλαδο. Και στέκονται σιωπηλοί να παρακολουθούν τις πατάτες να πλέουν μπροστά τους, ακούν τις στριγκλιές των γουρουνιών που τα σφάζουν μέσα σ’ ένα λάκκο και χύνουν πάνω ασβέστη, βλέπουν βουνά πορτοκάλια να λιώνουν σ’ ένα σάπιο πολτό˙ και ο λαός βλέπει τη σημερινή χρεωκοπία˙ και μεσ’ στα μάτια του πεινασμένου λαού η οργή μεστώνει. Μες στην ψυχή του λαού μεστώνουν και βαραίνουν τα σταφύλια της οργής, βαραίνουν για τον τρύγο.”


****

Τζον Στάινμπεκ, Τα σταφύλια της οργής, ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ Σ.Ι., Μετάφραση: Κοσμάς Πολίτης


****

Η ταινία
Σκηνοθεσία: John Ford,
Παίζουν: Henry Fonda, Jane Darwell, John Carradine, Shirley Mills, John Qualen, Eddie Quillan

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2019

Γ. Μανουσάκης, Μετάσταση





«Εκεί σ΄αφήσαμε κάτω απ΄την πέτρα
Μα εσύ, ποιος ξέρει, ίσως μετακόμισες
Την πρώτη κιόλας δύση στην καρδιά του ήλιου.
Δικό σου είναι το φως που στοργικό
Κάθε χειμώνα, όταν κρυώνουμε,
Σα χάδι σέρνεται στο πρόσωπό μας
Κι ακουμπά, θερμή παλάμη
Ανθρώπινη, στα γόνατά μας.
Έτσι μας βλέπεις κάθε μέρα
Απ΄το ψηλό μπαλκόνι σου
Ευφρόσυνη και πάντα οικεία»


****


Γ. Μανουσάκης, «Στ΄Ακρωτήρια της Ύπαρξης»,
Μετάσταση(Στη μνήμη της μητέρας μου), εκδ. Γαβριηλίδης

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2019

Νίκος Καββαδίας, Βάρδια έκτη...


Δε βλέπεις παραπέρα από ένα μέτρο, από μισό, λιγότερο, τίποτα, περισσότερο κι από τίποτα. Το’ χει από νωρίς κατεβάσει. Το πούσι έχει τη δική του μυρωδιά, όπως η καταιγίδα, ο τυφώνας, η τρικυμία του κάθε καιρού. Πώς μυρίζει! Γιομίζει τα ρουθούνια μου μα δεν μπορώ να σου πω… Ιουδήθ!
Είσαι δέκα χιλιάδες μίλια μακριά απ’ το Gomel και πέντε από μένα. Ανασαίνεις τον ιδρώτα του Τάσμαν. Είμαι σίγουρος πως έχεις λησμονήσει κείνη τη νύχτα, πάνω στο κατάστρωμα του “Cyrenia”, δίπλα στο φανάρι του Μινικόι. Φορούσες τη νύχτα. Το πορφυρό φόρεμα σου σερνόταν κουρέλι στα πόδια σου, τα λιανά σου πόδια με τα πέδιλα των Φοινίκων. Το κλώτσησες και χάθηκε στο πράσινο κρουζέτο, πίσω από τη βάρκα. Σαλεύει μονάχα του ματιού σου το πράσινο.
– Φόρεσε το ρούχο σου. Σκεπάσου. Παρακαλώ σε φόρεσέ το.
– Το παίρνει ο μουσώνας. Δε βλέπεις;
– Είσαι σα γυμνή λεπίδα κινέζικη.
– Θέλω τη θήκη μου. Ιουδήθ!… Όλα τα πράγματα έχουνε τη δική τους μυρωδιά. Οι άνθρωποι δεν έχουν. Την κλέβουν από τα πράγματα. Τα κόκκινα μαλλιά σου μυρίζουν σαν το αμπάρι της Πίντα, όταν γύριζε από το πρώτο ταξίδι. Στενοί δρόμοι του Γκέττο…Streets are not safe at night. Avoid all saloons. Chagall: ο Αρχιραβίνος.
– Ατζαμή! Φίλησέ με. – Μιαν άλλη φορά. Όταν ξανάβρω τη γεύση μου.
– Την έχασες; Πού;
– Στο Barbados…Στην άμμο. Την ξέχασα στα χείλια μιας μαύρης.
– Καλά. Δάγκασέ με μονάχα. Να πονέσω.
– Δεν έχω δόντια. Τ΄άφησα σ’ ένα μάγκος άγουρο, εδώ πέρα, αντίκρυ στο Cochin.
– Χάιδεψε.
– Ιουδήθ… Με τι χέρια… .έχασα την αφή μου πάνω στο ξεβαμμένο μεταξωτό μιας πολυθρόνας, σ’ ένα σπίτι στο Ικίκι…Εκεί ανάμεσα… Μαζί κι ένα ζαφείρι… ένα μεγάλο ζαφείρι.
– Τότε κοίταξέ με στα μάτια. Γιατί τα κρατάς καρφωμένα χάμω; Κοίταξέ με λοιπόν.
– Δεν είναι τα δικά μου. Εκείνα τα φορά ένας γέρος ζητιάνος στο Βόλο. Τ’ αλλάξαμε.
– Κοίταξέ με μέ τα δικά του.
– Ήταν τυφλός. Τον βαστούσε ένα κορίτσι από το χέρι.
– Άσε με να σε βαστάξω κι εγώ από το χέρι.
– Ναι. – Πάμε. Κρυώνω.
– Στάσου να σου πω ένα παραμύθι.
– Δε θέλω. Πάμε.
– Κάνει ζέστη μέσα. Ο ανεμιστήρας έχει χαλάσει. Βρωμάει σα φαρμακείο. Είναι κάτι λερωμένα σεντόνια. Μια βρώμικη λεκάνη. Ένας σκορπιός που τρέχει στους τοίχους. Φοβάμαι…
– Το σκορπιό; – Eσένα.
– Πάμε σου λέω. – Κάνε πέρα τα χέρια σου. Πες κάτι ακόμα.
– Λοιπόν… Μόνον ο γερο-Γιεχού δεν κοιμόταν. Διάβαζε δίπλα στη λάμπα με το καπνισμένο γυαλί. Διάβαζε το μεγάλο βιβλίο. Η πόρτα λύγισε στις κοντακιές. Ήμουν δώδεκα χρονών. Δεν πρόφτασα να χτενίσω τα μαλλιά μου τα κόκκινα. Ήτανε δώδεκα, με μαύρους σταυρούς στο μπράτσο. Μεθυσμένοι. Τότε… Μπρος στη μάνα μου, μπροστά στο Γιεχού που προσεύχονταν με μάτια κλεισμένα.
– Κι οι δώδεκα;
– Δε θυμάμαι. Δεν έχω ζυγώσει άλλον άντρα. Όμως απόψε… Όχι γιατί μ’ αρέσεις. Είμαι μονάχα περίεργη. Πάμε.
– Αύριο, στο Colombo. – Τώρα.
– Δος μου το χέρι σου. Θα σκοντάψεις. Έχει σκαλί. Μην ανάβεις το φως… Ξέρεις.. Είμαι άρρωστος.
– Δε με νοιάζει. – Άκου… Είναι σα να χαλάμε το παιχνίδι για να βρούμε το θαύμα.
– Θέλω να φορέσω το δικό σου πετσί. Να κλέψω κι εγώ κάτι από σένα.
– Κάνε όπως θέλεις. Ό, τι βρεις κλέψε. Δείξε μού το μονάχα… Κι έγινε έτσι, όπως τότε, όταν χάιδεψα ένα γυμνό του Pascin μπροστά σε τρεις φύλακες του Μουσείου, χωρίς να με δούνε…
***
Νίκος Καββαδίας, Βάρδια, εκδ. ΑΓΡΑ



Το πλοίο Corinthia, με το οποίο ο Νίκος Καββαδίας έκανε κάποια ταξίδια το 1953. Στη φωτογραφία, το Corinthia βρίσκεται στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας τον Ιούλιο του 1947, έτοιμο να αναχωρήσει για την Παλαιστίνη με τους νόμιμους, αλλά και τους παράνομους Εβραίους μετανάστες που είχαν επιβιβαστεί σ' αυτό. Πηγή: www.lifo.gr

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2019

Εντουάρντο Γκαλεάνο, Καθρέφτες


   Απολεσθέντα αντικείμενα. "Ο 20ός αιώνας, που γεννήθηκε εξαγγέλλοντας ειρήνη και δικαιοσύνη, πέθανε λουσμένος στο αίμα, κι άφησε τον κόσμο με ακόμα περισσότερες αδικίες απ’ όσες τον είχε βρει.
     Ο 21ος αιώνας, που επίσης είχε εξαγγείλει με τη γέννησή του ειρήνη και δικαιοσύνη, ακολουθεί τα χνάρια του προηγούμενου αιώνα.
     Κάποτε, παιδί, ήμουνα βέβαιος ότι όλα όσα χανόντουσαν στη γη κατέληγαν στη σελήνη.
     Όμως οι αστροναύτες δεν βρήκαν επικίνδυνα όνειρα ούτε ανεκπλήρωτες υποσχέσεις ούτε χαμένες ελπίδες....
     Αν δεν είναι στη σελήνη, τότε που είναι;
     Μήπως δεν χάθηκαν από τη γη;
     Μήπως κρύφτηκαν κάπου στη γη;".



***
Εντουάρντο Γκαλεάνο, Καθρέφτες (μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία), μτφρ. Ισ. Κανσή, ΠΑΠΥΡΟΣ

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2019

Μάρκος Μέσκος




Τω καιρώ εκείνω η χώρα πάλι δυστυχούσε.
Αόρατοι πόλεμοι μα θανατηφόροι εξίσου, αρρώστιες συχνά και το φριχτον τέλος όχι στην όμορφη θέα του μοναστηριού που οι καλόγεροι κρατούν στη μέση τα κλειδιά των κρανίων μήτε στον λόφο με τα κυπαρίσσια• μα στη σκόνη μέσα και στα σκου¬πίδια και στα υπόγεια αζήτητοι νεκροί – με το στανιό τα μάτια ορθάνοιχτα για τη φωτογραφία και την επικήρυξη. Και άλλη πείνα και ανέχεια ψυχής κάτω απʼ τον ίδιο πάντοτε ουρανό του κόσμου.
Στο διηνεκές τότε διάλεξε την ώρα ο Βασιλιάς και μια μέρα εκατέβη στην αγορά όπου το ψέμα συνωστίζεται και η απάτη και οι σιωπηλές φωνές του κέρδους. Παραμέρισαν οι ρακένδυτοι να περάσει η συνοδεία και να σταθεί στο κέντρον ο Μεγαλειό¬τατος με τις πορφύρες. Εκείνος, ο θεόπνευστος, σήκωσε τα χέρια ψηλά τρις, κάθε φορά γεμίζοντας τις χούφτες του διαμα¬ντικά και γρόσια και χρυσάφια τινάζοντάς τα προς τα σύννεφα, σημάδι, λένε, πως αγαπούσε τους ανθρώπους και τον λαό και πως τα χάριζε σκορπώντας τα έτσι.
Αλαλάζοντας συρφετός χύμηξε ποιος να προλάβει πρώτος χτυπώντας και υβρίζοντας ο εις τον άλλον. Γρηγορότερα από τις αστραπές της βροχής συνάχτηκαν οι ξαφνικές λάμψεις στο χώμα και το στερνό φλουρί ακόμα που κυλούσε προς τον υπόνομο.
Η πομπή ξεκίνησε από τα μάτια του Βασιλιά για το παλάτι με το κνούτο μπροστά που πρίν λίγο σιγούσε. Κι από τους τυχερούς της ημέρας άλλοι ταχύτατα λάκισαν σφίγγοντας τον κόρφο για το καλύβι, άλλοι βροντώντας τις τσέπες πέρασαν στίς ανάγκες και στα καπηλειά• μα κάποιοι στη γωνιά, αμέτοχοι στην εξαγορά του βίου τους, σφίγγοντας τα δόντια έκλαιγαν.


Μάρκος Μέσκος, "Στον ίσκιο της γης", 1986, ΥΨΙΛΟΝ