Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις...
να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις...
Ρίτσος

Τρίτη 26 Δεκεμβρίου 2017

Jacques Prévert, Pour toi mon amour

Je suis alle au marche aux oiseaux
Et j'ai achete des oiseaux
Pour toi
mon amour
Je suis alle au marche aux fleurs
Et j'ai achete des fleurs
Pour toi
mon amour
Je suis alle au marche a la ferraille
Et j'ai achete des chaines
De lourdes chaines
Pour toi
mon amour
Et puis je suis alle au marche aux esclaves
Et je t'ai cherchee
Mais je ne t'ai pas trouvee
mon amour



Για εσένα, αγάπη μου
Πήγα στην αγορά των πτηνών
Και αγόρασα πτηνά
Για εσένα
Αγάπη μου

Πήγα στην αγορά των λουλουδιών
Και αγόρασα λουλούδια
Για εσένα
Αγάπη μου

Πήγα στην αγορά των σιδηροκατασκευών
Και αγόρασα αλυσίδες
Βαριές αλυσίδες
Για εσένα
Αγάπη μου

Και έπειτα πήγα στην αγορά των σκλάβων
Και σε έψαξα
αλλά δεν σε βρήκα
Αγάπη μου ..

Jacques Prévert

Παρασκευή 8 Δεκεμβρίου 2017

Μιχάλη Γκανᾶ, Χριστουγεννιάτικη ἱστορία





Κάθεται μόνος
καί καθαρίζει τ’ ὅπλο του δίπλα στο τζάκι
Κανείς δέ θά’ ρθει καί τό ξέρει,
κλεῖσαν οἱ δρόμοι ἀπό το χιόνι, σάν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα καί πάλι
καί τά ποτά κρυώνουν στό ντουλάπι.
Τό τσίπουρο στυφό, τό οὖζο γάλα καί τό κρασί ραγίζει τά μπουκάλια.
Ἐκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.
Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
Δεν πίνει, δεν καπνίζει, δέ μιλάει.
Στήν τηλεόραση χιονίζει,
Τό στρώνει ἀργά στό πάτωμα καί στό τραπέζι
καί στίς παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια τῶν νεκρῶν,
πού τόν κοιτάζουν ἀπ’ τό μέλλον.
Ἐκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
Καί μόνο τό δικό της βλέμμα
ἔρχεται ἀπό τά περασμένα.
Κοντεύουνε μεσάνυχτα
καί καθαρίζει τ’ ὅπλο του ἀπ’ το πρωί.
Πῶς νά τοῦ πῶ «Καλά Χριστούγεννα»,
Εὐχές δέ φθάνουν ὣς ἐδῶ,
Δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
ἡ σκέψη ἁρπάζεται ἀπ’ τό κλαδί τῆς μνήμης,
μά νά τρυπώσει δέν μπορεῖ στή μοναξιά του.
Μιά μοναξιά πού χτίστηκε σιγά σιγά
μ’ ὅλα τά ὑλικά καί δίχως λόγια.
Κοντεύουν ξημερώματα κι ἀκόμη
Γυαλίζει τ’ ὅπλο του δίπλα στο τζάκι
μέ ἀργές κινήσεις σά νά τό χαϊδεύει.
Μένει στά δάχτυλα τό λάδι
ἀλλά τό χάδι χάνεται.
Θυμᾶται κυνηγετικές σκηνές
μέ ἀγριογούρουνα καί χιόνια ματωμένα,
πρίν γίνει θήραμα κι ὁ ίδιος
στήν μπούκα ἑνός κρυμμένου κυνηγοῦ,
πού τόν παραμονεύει ἀθέατος
ἀφήνοντας νά τόν προδίδουν κάθε τόσο
πότε μιά λάμψη κάνης,
πότε μιά κίνηση στίς κουμαριές
κι ἡ μυρωδιά ἀπ’ τό βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ὅτι κρατάει
μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια καί μπαρούτι μαῦρο.
Ὅταν ἀποφασίσει νά τοῦ ρίξει
δέ θά προλάβει πάλι νά τόν δεῖ
πίσω ἀπ’ τό σύννεφο τῆς ντουφεκιᾶς του.
Ἂν σκέφτεται στ’ ἀλήθεια κάτι τέτοια,
καί δέν τόν τιμωρῶ ἐγώ μ’ αυτές τίς σκέψεις,
πῶς νά πλαγιάσει καί νά κοιμηθεῖ.
Λέω νά γίνω πατέρας τοῦ πατέρα μου,
ἕνας πατέρας πού τοῦ ἒτυχε
σιωπηλό καί δύστροπο παιδί,
καί νά τοῦ πῶ μιά ἱστορία
γιά νά τόν πάρει ὁ ὓπνος.
Ὕπνε πού παίρνεις τά παιδιά πάρε καί τόν πατέρα…
Ὕπνε πού παίρνεις τά παιδιά
πάρε καί τόν πατέρα• ἀπ’ τίς μασχάλες πιάσ’ τονε
σά νά’ ταν λαβωμένος. Ὅπου πηγαίνεις τά παιδιά
ἐκεῖ περπάτησέ τον, μέ τό βαρύ ἀμπέχωνοστίς πλάτες του ν’ ἀχνίζει.

Δῶσ’ του κι ἕνα καλό σκυλί
καί τούς παλιούς του φίλους, καί ρίξε χιόνι ὓστερα
ἄσπρο σάν κάθε χρόνο. Νά βγαίνει ἡ μάνα νά κοιτᾶ
ἀπό τό παραθύρι, τήν ἔγνοια της νά βλέπουμε
στά γαλανά της μάτια, κι ὅλοι νά τῆς τό κρύβουμε
πώς εἶναι πεθαμένη.
Ὕπνε πού παίρνεις τά παιδιά
πάρε κι ἐμᾶς μαζί σου, μέ τούς ἀνήλικους γονεῖς,
παιδάκια τῶν παιδιῶν μας. Σέ στρωματσάδα ρίξε μας
μιά νύχτα τοῦ χειμώνα, πίσω ἀπ’ τά ματοτσίνορα
ν’ ακοῦμε τούς μεγάλους, νά βήχουν, να σωπαίνουνε,
νά βλαστημοῦν τό χιόνι. Κι ἐμεῖς νά τούς λυπόμαστε
πού γίνανε μεγάλοι καί νά βιαζόμαστε πολύ
νά μοιάσουμε σ’ εκείνους, νά δοῦν πώς μεγαλώσαμε
νά παρηγορηθοῦνε.
Μιχάλη Γκανᾶ, Γυάλινα Γιάννενα, ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ
Καισαριανή 1950-51 © Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών

Το νερό
ΣΤΗΝ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗ, στο μοναστήρι, υπάρχει μια βρύση. Το νερό τρέχει από το στόμα κριού, αρχαία ειδωλολατρική κατασκευή, κι όσες γυναίκες πίνανε νερό απ’ το κριάρι κάνανε παιδιά και μάλιστα αρσενικά. Έτσι λέει ο μύθος, ένα πρωτότυπο μαρκάλισμα που γίνεται με το νερό. Με το νερό; Ναι, άμα βγαίνει από στόμα ζώου που έχει την ικανότητα να επισκέπτεται ολόκληρο κοπάδι προβατίνες, όλα γίνονται. Ωραία σύλληψη αρκετά παγανιστική και άκρως ρεαλιστική.
Στα βυζαντινά χρόνια όπου πνευματικοποιούνται περισσότερο τα πράγματα κάποιος καλόγερος, ίσως κι ο χρόνος —ακριβώς δεν ξέρω— έκοψε λίγο τα κέρατα του κριαριού, έτσι που να μοιάζει λίγο και αμνός. Δεν τα πολυκατάφερε, γιατί εκείνο, παρά τα κουτσουρεμένα κέρατά του, επιμένει να έχει όψη κριαριού. Όμως το νερό του αναγκαστικά έχασε τις παλιές ιδιότητες του κι έγινε αγίασμα για πάσα νόσο και πάσα μαλακία.
Στα χρόνια μας ο κριός-αμνός έμεινε ένα στολίδι και τίποτε παραπάνω, ενώ το νερό του απλώς καλό χωνευτικό νεράκι. Έτσι είναι, τελειώνουν οι μύ­θοι κι έρχεται η επιστήμη να εξηγήσει μερικά ανεξήγητα φαινόμενα, έρχεται η διαλεχτική και εξετάζει την αλληλοεπίδραση νερού κι επαναστατικής ψυχολογίας, έτσι κι εγώ, εξοπλισμένος με τη διαλεχτική μέχρι τα μπούνια, λέω να ερμηνέψω τη συμπεριφορά των Καισαριανιωτών τα τριάντα τελευταία χρόνια, με μπούσουλα αποκλειστικό ετούτο το νερό.
Μια ώρα δρόμο με τα πόδια από τα τελευταία σπίτια της συνοικίας δεν είναι λίγος. Φτάνει κανένας ιδρωμένος και ξεθεωμένος από τον ανήφορο και πέφτει με τα μούτρα στο νερό που, είπαμε, έχει μια συγκεκριμένη ιδιότητα: Ξεπλένει τ’ άντερα. Τί φταίει το νεράκι αν πεινάς; Τί φταίει αν δεν έχεις τι να φας; Κι όπως έχεις θέα από δω πάνω την πολιτεία πιάτο μπρος σου, επαναστατικοποιείσαι κι ορμάς. Αυτή είναι η κατοχική περίπτωση της Και­σαριανής.
Οι ξυλάδες σκάβανε να βρουν της κουμαριάς τη ρίζα. Άλλοι ψάχναν για χελώνες. Οι γυναίκες μάζευαν τα τελευταία χόρτα. Δεν είχε μείνει τίποτα επάνω στο βουνό. Μόνο μια καπαμά τσουκνίδες και δίπλα ετούτο το νερό που μόλις το ‘πινες σου έκανε το άντερο φλογέρα. Σκούριαζαν οι σουγιάδες που ‘βγαζαν τα χόρτα, αργοί οι γκασμάδες και τα πρόσωπα όλα ρουφηγμένα. Έτσι γεννιούνται οι ήρωες, οι γαϊδουροκεφαλές κι οι σφερδουκλοκεφτέδες. Όλ’ απ’ ανάγκη. Έτσι μεγαλουργούν οι τόποι κι έρχονται έπειτα κοντυλοφόροι μυθοπλάστες να σου μιλήσουν για ιδέες άπιαστες, για κόρες και θεές που κατεβαίνουν απ’ τα όρη. Τίποτε. Το στομάχι τις φέρνει, το στομάχι τις παίρνει, ιδέες νεράιδες με πρόσωπο ολοστρόγγυλο ψωμί, με μάτια κατάμαυρα ελιές, με μάγουλα ροδάκινα, με στήθη γάλα ή ρύζι. Αφηνιάζεις καθώς σου λείπουν όλ’ αυτά (πες το ιδέα, πες το Λευτεριά, το ίδιο μου κάνει), αρπάζεις τη σημαία και χύνεσαι στους δρόμους αποζητώντας καλό βόλι. Έτσι κι αλλιώς το κρύο χνώτο της πείνας από πίσω πλησιάζει.
Τί μ’ έχει πιάσει και γελοιοποιώ τα πάντα; Μπορεί πάλι τα πράγματα να ‘ναι σοβαρά και το γελοίο να φωλιάζει μέσα μου. Πάντως έχοντας τάξει για σκοπό την απομυθοποίηση ορισμένων καταστάσεων δεν πρόκειται να σιάξω άλλους μύθους. Καλύτερα η γελοιοποίηση. Αν έβλεπα τα πράγματα έτσι μιας αρχής ίσως είχα γλιτώσει τις φανφάρες, τ’ άσκοπα ζήτω, τα μεγάλα λόγια κι εκείνο το «Καισαριανή μας». Γιατί «μας» κι όχι «τους»; Τί στο διάβολο συμβόλαιο ιδιοχτησίας υπογράψαμε κι όσο κι αν φεύγει το έδαφος κάτω από τα πόδια μας, όσο κι αν βυθιζόμαστε στα σύννεφα πομπωδών φράσεων, αυτή εκεί να μας ανήκει μπάστακας;
Άλλα ας επιχειρήσουμε και μια φορά στο σοβαρό:
Λευτεριά, αμνοί σταλιάζουμε, αμνοί βελάζουμε το γάλα των μαστών σου. Λευτεριά, ουράνιο δώρο σε προσμένουμε, μες στα βιβλία σε ζητιανεύουμε. Λευτεριά, σ’ έγραψα στο βουνό και στη θάλασσα, τα πνευμόνια μου μάτωσα και τα νιάτα μου χάλασα. Λευτεριά... αλαργέν να τελειώνει το μελό. Δώστου κλότσο, δώστου μπάτσο να τελειώνουμε με τη μυθοπλασία.
Λευτεριά της αυλής, του ούζου και του ταβλιού, παρέα με τον μπατζανάκη μου, εσένα προσκυνάω. Λευτεριά της βδομαδιάτικης δουλειάς και της κυριακάτικης εκδρομής, εσένα λατρεύω. Λευτεριά, μ’ ένα οικοπεδάκι σ’ εξαγόρασα κι ένα βιβλιάριο καταθέσεων. Λευτεριά, τ’ αυτοκίνητό μου τρέχει μ’ εκατόν είκοσι την ώρα, μεγάλη ταχύτητα, ούτε τα δέντρα δεν προλαβαίνω να κοιτάξω, που να διακρίνω χέρια κι αλυσίδες. Λευτεριά, πώς σου φαί­νεται η καινούρια μου γραβάτα και το πουκάμισο με τα μοντέρνα γιακαδάκια; Ποιό κουστούμι να φορέσω όταν έρθεις κι αν έρθεις; Και το πατούμενο; Καλό, ε; Όπου πατάω τρίζει, όχι βέβαια η γη. Κάποτε πατούσα ξυπόλητος κι έτριζε η γη. Άλλα χρόνια. Τώρα, Λευτεριά, κάνω δίαιτα γιατί ξέρω πως εσύ στεφανώνεις πάντα τους σπαθάτους άντρες. Μας πήραν και τα χρόνια σβάρνα, κοιλίτσα (λες να ‘ναι απ’ τη γραβάτα αυτό το πράγμα που φουσκώνει;) ίχνη σαφή αλωπεκίας, τι να κάνουμε; Πίνω το ουίσκι μου και σε ξεχνάω. Αν αύριο με χτυπήσει το παπούτσι μου μπορεί να σε συλλογιστώ για λίγο.
Από τα τελευταία σπίτια της Καισαριανής με τ’ αυτοκίνητο μέχρι το μοναστήρι, είναι δεν είναι δέκα λεπτά. Κατεβαίνεις φρέσκος φρέσκος με την καλαθούνα και την πλαστική νταμιζάνα στο χέρι και τραβάς κάτω από τα πλατάνια. Το κριάρι από μακριά σε παρακολουθεί. «Μπα, τί συμβαίνει μ’ αυτόνε», απορεί. «Γιατί δεν πλησιάζει;». «Άσε», του κάνεις νόημα «να ρίξω κάτι στο στομάχι μου». Ανοίγεις το καλάθι κι αρχίζεις το τζατζίκι και το χταποδάκι ορεχτικό. «Έρχομαι», λες στο κριάρι και πετάγεσαι μέχρι τη βρύση όπου τακτοποιείς την πρώτη στρώση. Έπειτα πάλι στο καλάθι και στη νταμιτζάνα με το κρασί, και να τα κεφτεδάκια, και να τα συκωτάκια και να το κοτόπουλο, δεύτερη στρώση. Άτιμη κατάψυξη, λες, τι μου κάνεις, ανέτρεψες όλο το μαρξισμό. Κάθεσαι κάτω από τα πλατάνια και το κριάρι απαθέστατο σε παρακολουθεί. «Που θα πάει», λέει, «εδώ πάλι θα ‘ρθει να τσουγκρίσουμε τα κέρατά μας». Πιάνεις την κοιλιά σου που ‘χει γίνει μακρουλό καρπούζι και σηκώνεσαι με χίλια ζόρια. Ωραία! Ευτυχώς που υπάρχει αυτό το χωνευτικό νεράκι. «Ν’ ανοίξουμε κανένα κονσερβάκι με καβούρια Ρωσίας;» ρωτάς το σύντροφό σου. Άτιμη συντήρηση, ξετίναξες και το λενινισμό. Πάει κι αυτός. Τίποτε δε μένει όρθιο. Κι από ιδέες, τώρα με γεμάτο στομάχι που να σκεφτώ. Αύριο ίσως.
(Μετακατοχική περίπτωση της Καισαριανής).

«Άπαντα» του Μάριου Χάκκα, σελίδες 235-240, ΚΕΔΡΟΣ


Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2017

Μάριος Χάκκας, Το αγκαθι των μικρομεσαιων συνειδησεων 



Μπορούμε να πούμε μετά βεβαιότητας
ότι όσοι έχουν οξύτατη όραση
θα επιζήσουν της πρώτης κρίσεως
των καρδιακών κρίσεων
της οικουμενικής κρίσεως
ακόμη και της εσχάτης κρίσεως
αρκεί ν’ αντέξουν της κρίσεως συνειδήσεως.

Κατά τα άλλα
πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι
γιατί δεν άρχισε να βρέχει βατράχια
αν και θα επινοηθούν ειδικά αλεξιβρόχια
αποσμητικά κατά της αηδίας
έως ότου εξοικειωθούμε με την μπόχα
των νεκρών αισθημάτων κι ελπίδων.

Βρωμόμυγες, κρεατόμυγες, χρυσόμυγες.
Τι θα γίνει αλήθεια με τις κοινές μύγες
που συνωθούνται στο νεκροτομείο;
Αν θα καλλιεργήσουμε ένα είδος μύγας
Μέσα μας ας είναι το τελειότερο.
Τέλος πάντων.
Πρέπει να μεριμνήσουμε.
Λαμβάνει έκταση επιδημίας αυτή η έκλυση ηθών.
Να κάνουμε έκκληση
επίκληση στις ηθικές μας αρχές
παράκληση προς τον ύψιστο
να μας απαλλάξει
ή να μας μετεξελίξει
σε μύγες, κορέους, κουνούπια
να λείψει το δυσυπόστατο του χαρακτήρα μας
να μεταβληθούμε στους τρόμους μας
ψύλλοι, ψείρες και κάνθαροι.

Μάριος Χάκκας, Άπαντα, Κέδρος



Τάσος Λειβαδίτης, γυναίκες

“…Φτωχές γυναίκες,
μοδίστρες, δακτυλογράφοι, ασπρορουχούδες,
τίμιες ή σπιτωμένες, ακόμα κι άλλες
εκείνες του σκοινιού και του παλουκιού,
γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κουρνιαχτού,
νιώσαμε το φόβο που κρύβεται καμιά φορά
πίσω από την αγνότητα,
την κούραση πίσω από την καλοσύνη ή την αδιαφορία
πίσω απ’ την υπακοή.
Μα πιο πολύ νιώσαμε την αδυναμία που
κρύβεται πίσω απ’ την κακία.
Συχνά μας άφησαν εκείνοι που αγαπούσαμε
πολλές, πάνω στη τρέλα τους, τους ρίξανε βιτριόλι,
οι πιο πολλές βέβαια κλάψαμε, χτυπηθήκαμε,
μα φροντίσαμε σύντομα να βρούμε έναν άλλον,
γιατί τα χρόνια περνάνε…
Αν μας έβλεπε κανείς το βράδυ, όταν μένουμε μονάχες
και βγάζουμε τις φουρκέτες, τις ζαρτιέρες, και κρεμάμε
στην κρεμάστρα το πανωφόρι κι αυτήν τη βαμμένη μάσκα
που μας φόρεσαν, εδώ και αιώνες τώρα, οι άντρες
για να τους αρέσουμε –
αν μας έβλεπαν, θα τρόμαζαν μπροστά σε τούτο
το γυμνό, κουρασμένο πρόσωπο.
Αχ, γυναίκες έρημες,
κανείς δεν έμαθε ποτέ πόση αγωνία κρύβεται πίσω απ’
τη λαγνεία, ή την υστεροβουλία μας.
Και πάντα γυρεύαμε το καλύτερο….
Συχνά καταφύγαμε και στις χαρτορίχτρες,
τρέχουμε στα μέντιουμ να μάθουμε- τι να μάθουμε;
Διαβάζουμε καθημερινά το ωροσκόπιο στις εφημερίδες,
πηγαίνουμε σε διάφορους ύποπτους αστρολόγους…
λοιπόν πού πάμε; Από πού ερχόμαστε; Τι ψάχνουμε
παλεύοντας αιώνια με τα έξω και τα μέσα μας στοιχεία;
Ερχόμαστε απ’ το φόβο και το φόνο, απ’ το αίμα και
την επανάληψη. Ερχόμαστε απ’ την παλαιολιθική αρπαγή-
κι αρχίζουμε την ανθρώπινη φιλία.
Τέλος, ύστερα από πολλά, παντρευόμαστε,
κάνουμε κάμποσες εκτρώσεις, αρκετά παιδιά,
ύστερα έρχεται η κλιμακτήριος, οι μικρονευρασθένειες,
κι ύστερα τίποτα. Όλα καταλαγιάζουν μέσα μας.
Κι επιθυμίες κι αναμνήσεις- αχ περνάει
γρήγορα η ζωή, ούτε το καταλαβαίνεις.
Τα παιδιά ζούνε σ’ ένα δικό τους κόσμο, δε μας ξέρουν
παρά μονάχα σα μητέρες, δεν μπόρεσαν να μας δουν
ποτέ λίγο κι εμάς σαν ανθρώπους-
με τις μικρότητες ή τις παραφορές τους.
Έτσι ζήσαμε. Αγνοημένες και μονάχες μέσα
στο εσωτερικό μας πάθος,
αγνοημένες κι έρημες μέσα στην ιερότητα
της μητρότητάς μας…”



Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, τ. 1.
 

Πέμπτη 12 Οκτωβρίου 2017

Λουί Αραγκόν, «Τραγούδι του Οκτώβρη»






Ένα τραγούδι ουρά μιας εσθήτας απέραντη
Ένα τραγούδι ποτέ δεν τελειώνει
Ένα τραγούδι του Οκτώβρη ρομάντζα
Πιο γλυκιά κι απ’ το Μάη
Ένα τραγούδι που πάντα ν’ αρχίζει ξανά
Τη νοσταλγία του ορίζοντα τα μάτια σου έχουν
Τρελέ που βρίσκεις τον αιθέρα γαλάζιο αρκετά
Που ο ουρανός φυλακή δε σου είναι
Ν’ αγαπήσεις υπέρμετρα πρέπει
Δεν αρκεί διόλου πια το μυαλό
Φθινόπωρο ωραίο με χέρια βελούδου
Ειν’ το τραγούδι που δεν τραγουδήθη ποτέ
Ειν’ το τραγούδι δικού μας του έρωτα
Ειν’ το τραγούδι των ρόδων θωριά του τσαγιού
Που η καρδιά τους έχει το χρώμα της μέρας
Είναι τάχα ο λυγμός βαθύς αρκετά
Να μιλήσει και για του κορμιού τις ερήμους
Όμοιες με κύκλους μες στο νερό
Τα λόγια αξίζουνε τάχατες τη μελωδία
Του ατέλειωτου πόθου κλεισμένου βαθιά στην καρδιά
Ένα τραγούδι Έλσα της τρέλας
Ένα τραγούδι ποτέ δεν τελειώνει
Ένα τραγούδι του Οκτώβρη ρομάντζα
Πιο γλυκιά κι απ’ το Μάη
Ένα τραγούδι ουρά μιας εσθήτας απέραντη.

[“Πρόσωπα/ιδέες- Λογοτεχνία: Αραγκόν”, Πλέθρον]

...........................


Στεφάν Μαλλαρμέ, «Στεναγμός»

Στο μέτωπό σου που ονειρεύεται, ω ήρεμη αδελφή, ένα
φθινόπωρο από πορφυρά πέταλα ανθέων στρωμένο,
και μες στον πλάνητα ουρανό του αγγελικού ματιού σου,
πιστή αναλήπτεται η ψυχή μου, όπως σε κήπο θλίψης
στενάζει κάποιος πίδακας λευκός προς το Γαλάζιο.
Προς το Γαλάζιο το απαλό του ωχρού κι αγνού Οκτωβρίου
την άπειρή του ραθυμία που αντανακλά στις στέρνες
κι αφήνει στο νεκρό νερό, που η υπόξανθη αγωνία
των φύλλων πλέει στον άνεμο και κρύο σκαλίζει αυλάκι,
να σέρνεται ο ήλιος κίτρινος από μια μακριά αχτίδα.

[Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης, Καστανιώτης]

Anne Sexton, Γιορτάζοντας την μήτρα μου

Όλες μέσα μου είναι πουλί.
Χτυπάω όλα τα φτερά μου.
Ήθελαν να σε αποκόψουν
αλλά δεν θα το κάνουν.
Είπαν ότι είσαι απροσμέτρητα άδεια
αλλά δεν είσαι.
Είπαν ότι ήσουν έτοιμη να πεθάνεις
αλλά έκαναν λάθος.
Τραγουδάς σαν σχολιαρόπαιδο.
Δεν έχεις φθαρεί.
Άχθος γλυκό,
γιορτάζοντας τη γυναίκα που είμαι
και την ψυχή της γυναίκας που είμαι
και το κεντρικό δημιούργημα και την ευφροσύνη του
τραγουδώ για σένα. Τολμώ να ζήσω.
Γεια σου, πνεύμα. Γεια σου, φλιτζάνι.
Δέσε, σκέπασε. Σκέπασε αυτό που περιέχει.
Χαιρετώ το χώμα των αγρών.
Καλώς ήρθατε, ρίζες.
Κάθε κύτταρο έχει ζωή.
Υπάρχει αρκετή εδώ για να ευχαριστήσει ένα έθνος.
Είναι αρκετό ότι ο κοσμάκης κατέχει αυτά τα αγαθά.
Κάθε άνθρωπος, κάθε κοινοπολιτεία θα έλεγε σχετικά,
«Θα ‘ταν καλό αυτόν τον χρόνο να φυτέψουμε ξανά
και να προνοήσουμε για τη σοδειά.
Η ξηρασία έχει προβλεφθεί και εξοβελισθεί.»
Πολλές γυναίκες τραγουδούν γι’ αυτό:
κάποια καταριέται τη μηχανή σ’ ένα εργοστάσιο παπουτσιών,
κάποια φροντίζει μια φώκια στο ενυδρείο,
κάποια πλήττει στη ρόδα μιας Ford,
κάποια εισπράττει διόδια στην πύλη,
κάποια τραβά το σκοινί ενός μοσχαριού στην Αριζόνα,
κάποια καβαλικεύει ένα τσέλο στη Ρωσία,
κάποια μετακινεί δοχεία πάνω σε μια σόμπα στην Αίγυπτο,
κάποια βάφει τους τοίχους του δωματίου της στο χρώμα του φεγγαριού,
κάποια πεθαίνει αλλά θυμάται να φάει πρωινό,
κάποια τεντώνεται σε μία ψάθα στην Ταϋλάνδη,
κάποια σκουπίζει τον κώλο του παιδιού της,
κάποια κοιτάζει έξω από το παράθυρο ενός τρένου
στη μέση του Wyoming και κάποια είναι
κάπου και κάποιες είναι παντού και όλες
φαίνεται να τραγουδάνε, αν και κάποιες δεν μπορούν
να τραγουδήσουν ούτε μια νότα.
Άχθος γλυκό,
γιορτάζω τη γυναίκα που είμαι
άσε με να φορέσω μια τρίμετρη μπόλια,
άσε με να χτυπήσω το ταμπούρλο για τις δεκαεννιάχρονες,
άσε με να κουβαλήσω κούπες για την θυσία
(αν αυτό μου αναλογεί).
Άσε με να μελετήσω τον καρδιαγγειακό ιστό,
άσε με να εξετάσω τη γωνιακή απόσταση των μετεώρων,
άσε με να ρουφήξω τους μίσχους των λουλουδιών
(αν αυτό μου αναλογεί).
Άσε με τον χορό της φυλής ν’ ακολουθήσω
(αν αυτό μου αναλογεί).
Γι’ αυτό που χρειάζεται το σώμα
άσε με να τραγουδήσω
για το δείπνο,
για το φιλί,
για το σωστό
ναι.
Anne Sexton, Ποιήματα, (The Complete Poems), Printa, συντελεστές Δήμητρα Σταυρίδου, Παυλίνα Παμπούδη


Κ. Π. Καβάφης, Ο Δαρείος




Ο ποιητής Φερνάζης το σπουδαίον μέρος
του επικού ποιήματός του κάμνει.
Το πώς την βασιλεία των Περσών
παρέλαβε ο Δαρείος Υστάσπου. (Aπό αυτόν
κατάγεται ο ένδοξός μας βασιλεύς,
ο Μιθριδάτης, Διόνυσος κ’ Ευπάτωρ). Aλλ’ εδώ
χρειάζεται φιλοσοφία· πρέπει ν’ αναλύσει
τα αισθήματα που θα είχεν ο Δαρείος:
ίσως υπεροψίαν και μέθην· όχι όμως — μάλλον
σαν κατανόησι της ματαιότητος των μεγαλείων.
Βαθέως σκέπτεται το πράγμα ο ποιητής.
Aλλά τον διακόπτει ο υπηρέτης του που μπαίνει
τρέχοντας, και την βαρυσήμαντην είδησι αγγέλλει.
Άρχισε ο πόλεμος με τους Pωμαίους.
Το πλείστον του στρατού μας πέρασε τα σύνορα.
Ο ποιητής μένει ενεός. Τι συμφορά!
Πού τώρα ο ένδοξός μας βασιλεύς,
ο Μιθριδάτης, Διόνυσος κ’ Ευπάτωρ,
μ’ ελληνικά ποιήματα ν’ ασχοληθεί.
Μέσα σε πόλεμο — φαντάσου, ελληνικά ποιήματα.
Aδημονεί ο Φερνάζης. Aτυχία!
Εκεί που το είχε θετικό με τον «Δαρείο»
ν’ αναδειχθεί, και τους επικριτάς του,
τους φθονερούς, τελειωτικά ν’ αποστομώσει.
Τι αναβολή, τι αναβολή στα σχέδιά του.
Και νάταν μόνο αναβολή, πάλι καλά.
Aλλά να δούμε αν έχουμε κι ασφάλεια
στην Aμισό. Δεν είναι πολιτεία εκτάκτως οχυρή.
Είναι φρικτότατοι εχθροί οι Pωμαίοι.
Μπορούμε να τα βγάλουμε μ’ αυτούς,
οι Καππαδόκες; Γένεται ποτέ;
Είναι να μετρηθούμε τώρα με τες λεγεώνες;
Θεοί μεγάλοι, της Aσίας προστάται, βοηθήστε μας.—
Όμως μες σ’ όλη του την ταραχή και το κακό,
επίμονα κ’ η ποιητική ιδέα πάει κι έρχεται —
το πιθανότερο είναι, βέβαια, υπεροψίαν και μέθην·
υπεροψίαν και μέθην θα είχεν ο Δαρείος.

(Κ. Π. Καβάφης, Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Κυριακή 27 Αυγούστου 2017

Γιώργος Μαρκόπουλος, οι πυροτεχνουργοι


Blue Nude, c.1902 by Pablo Picasso


Τ α Π ο ι ή μ α τ α, Έ ν α Π ο τ ά μ ι, Ο Π ο ι η τ ή ς


                                    Στην Αγγελική και στον Μπάμπη Ζαφειράτο


Τα ποιήματα είναι δύσκολα, το ξέρετε.
Και αν σηκώσεις τις λέξεις, είναι τόσο θλιμμένα,
σαν δάχτυλα που πόνεσες μια νύχτα με αγωνίες.
Ένα ποτάμι είναι ένας ξένος που κρύβεται, το ξέρετε.
Την ημέρα πηγαίνει στη θάλασσα.
Το απόγευμα λουφάζει ακίνητο
σαν αγρίμι που πέρασαν δίπλα του κυνηγοί.
Ο ποιητής, ένας δήθεν αδιάφορος
που κρύβει τα χέρια του στις τσέπες.

..........................

Τ ο Χ έ ρ ι μ ο υ, η Ψ υ χ ή μ ο υ, Ν α υ ά γ ι α

Το χέρι μου στα μαλλιά σου
φίδι που γυρνάει στη φωλιά του αφού έκανε κακό.
Η ψυχή μου
ελαφρώς λερωμένη σαν άσπρο κοστούμι καλοκαιρινό.
Πάνω από τα ναυάγια ο ήλιος ξεπρόβαλε κουρασμένος.

Γιώργος Μαρκόπουλος, Οι πυροτεχνουργοί (Εγνατία, 1979)

Δευτέρα 17 Ιουλίου 2017

μνήμη Νίκου Καρούζου...

η Μ... στην Πάρο.

ΤΕΛΗ ΙΟΥΛΙΟΥ

Νύχτα του θέρους απαλύνουσα
ως μέλι σε γεύομαι στην κερήθρα του χώρου.
Εσχεδίαζα ποίημα όπου υπήρχες ηδυπαθής
με δανεισμένα μάτια στη φωτιά των άστρων
με την αγάπη
ταξιδεμένη σε διαθέσεις του σώματος.
Αλλ’ η ωραιότητα της μοίρας
έρχεται και σε παίρνει στα χέρια του θέρους
απάνω από μας
στο ακέραστο του στήθους όπου
σε λευκά ιμάτια κυματίζει η αρχή του πόνου
και μορφές παιδιών
λυπηρά ψιθυρίζουν
για τα χαμένα τους πράγματα
όταν το κέλευσμ’ ακούγεται με αέρα πλασμένο.
Τραγούδια μη ζητήσετε
ρέουν οι σιωπές στα βουνοπλάγια
κυριαρχούν πλήρως ολόγυρα του προσώπου μου
δέντρου κλαδί ασημίζει εμπρός μου.
Στο βάθος της νοσταλγίας Ακατάληπτε
μιλούμε για σένα
πολύ μακριά απ’ τα χείλη μας.
Αυτή την ώρα του αναλυομένου μυστηρίου
όλα
γυρίζουν.
.........................

ΒΡΑΔΙΝΗ ΑΘΗΝΑ

Με τον ουράνιο Μπαχ
ερωτεύομαι νύχτες της πικρής Αττικής
ακούω γαλήνια κονσέρτα
που αναστρέφουν τον πόνο
σε χαλασμένα ραδιόφωνα χωρίς κουμπιά
σκονισμένα
συντριμμένα
των λυπημένων -
(βράδια μυρωμένα
η Αττική ανέβαινε ψηλά
κι ανέβαιναν
τα βάσανα κ` οι έγνοιες...).
Είχα μιαν αγάπη
χάθηκε
την έφραξαν πάθη καιρικά
μα όμως κάποτε
λέω θ` ανταμώσουμε ψηλά
μέσ` στη γαλάζια σκόνη του αιθέρα.
Έχει άνθος στα μαλλιά
είναι τα μάτια της εφιαλτικά και σύρουν.
Αλλ` εγώ με τη δύναμη του αθώου
στους κινδύνους
ανεβαίνω.
Είχα μιαν αγάπη
τώρα ταξιδεύει μακριά
κ` η σελήνη γέμισε κίτρινα πουλιά.
Έχει άνθος
και φέρνει
όνειρα
στον ερειπωμένο μου
ύπνο.
....................

Γαλάζιος μακριά πολύ, θα γυρίσω
άνθη κρατώντας.
Είναι ρωγμή στο στήθος η αγάπη.
Από ΤΑ ΤΡΙΣΤΙΧΑ ΤΩΝ ΘΑΝΑΣΙΜΩΝ

/////////////////
Η ΠΡΩΤΗ ΕΠΟΧΗ, εκδ. ΕΡΑΤΩ, Αθήνα 1987

Πέμπτη 29 Ιουνίου 2017

Νίκος Καββαδίας, Πᾶνε δυὸ μῆνες



Πᾶνε δυὸ μῆνες ποὺ ἔφυγα κ᾿ ὅμως δὲν σοὔχω γράψει
τὰ λόγιά μου πὼς ξέχασα θὰ λὲς «Πάντα ἐσὺ θἆσαι
ἡ πολυαγαπημένη μου ὅσο μακριὰ κ᾿ ἂν πάω!»
Κ᾿ ὅμως τὸ ξέρω ἐγὼ καλὰ πὼς πάντα μὲ θυμᾶσαι.
Πῶς ὅταν τὶς θολὲς βραδυὲς στὴν κάμαρά σου μόνη
κεντώντας τ᾿ ἄσπρα ροῦχα σου κάνεις σκυφτὴ νυκτέρι
σκέφτεσαι τὰ γλυκόλογα ποὺ θὲ νὰ λέῃ τὸ γράμμα
ποὺ ὁ ταχυδρόμος αὔριο στὴν πόρτα σου θὰ φέρη.
Τὸ γράμμα ποὺ κάθε πρωὶ γράφω καὶ δὲ σοῦ στέλνω
κ᾿ ἔτσι περνᾶν ἀβάσταχτα οἱ θλιβερές σου μέρες
καὶ πᾶς σιγανὰ στὴν παναγιὰ δεόμενη γιὰ μένα
ποὺ ἀλύπητα μὲ δέρνουνε οἱ μανιασμένοι ἀγέρες.
Κ᾿ ἴσως νομίζεις τώρα ἐσὺ πὼς κάποιαν ἄλλη ἀγαπῶ
βαθειά, τρανήν, ἐξωτική, ἐβρῆκα ἐδῶ στὰ ξένα
ποὺ μ᾿ ἔχει δέσει πεια σφιχτὰ καὶ μ᾿ ἔχει μαγεμμένο.
... Καὶ σκέφτομαι τὰ μάτια σου θολά, πλημμυρισμένα,
ὅμως, ἂν μπόραες γιὰ νἀρθῇς στὴν ἄθλια κάμαρά μου
σκυμμένο θὲ νὰ μ᾿ ἔβλεπες ἀπάνω σ᾿ ἕνα γράμμα
νὰ σκέφτομαι ... νὰ μὴ μπορῶ ... νὰ θέλω νὰ σοῦ γράψω
καὶ σκίζοντάς το νὰ ξεσπᾶ σ᾿ ἕνα θλιμμένο κλάμμα.


Στο Περιοδικὸ τῆς Μεγάλης Ἑλληνικῆς Ἐγκυκλοπαίδειας,
τοῦ Παύλου Δρανδάκη, ἀρ. φύλλου 173, 10 Μαρτίου 1929.







Τρίτη 13 Ιουνίου 2017

ποίημα του Αλμπέρτο Καέιρο


«Ένα μεσημέρι στο τέλος της άνοιξης
είδα ένα όνειρο σαν φωτογραφία:
τον Ιησού Χριστό να κατεβαίνει στη Γη.
Ήρθε απ’την πλαγιά ενός βουνού
κι είχε γίνει πάλι παιδί,
έτρεχε, κυλιόταν στο χορτάρι
ξερίζωνε λουλούδια και τα πετούσε,
γελούσε δυνατά για να τον ακούν μακριά.
Το’χε σκάσει απ’ τον ουρανό.
Ήταν πολύ δικός μας για να παριστάνει
το Δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας.
Στον ουρανό ήταν όλα ψεύτικα, όλα αταίριαστα
με τα λουλούδια, τα δέντρα, τις πέτρες.
Στον ουρανό έπρεπε να είναι πάντα σοβαρός
και κάποιες φορές να ξαναγίνεται άνθρωπος
να ανεβαίνει στον σταυρό και να πεθαίνει πάντα
με ένα στεφάνι όλο αγκάθια γύρω γύρω
τα πόδια καρφωμένα μ’ένα τεράστιο καρφί
κι ένα κουρέλι στη μέση του
σαν αυτό που φοράν οι νέγροι στις εικονογραφήσεις.
Μήτε τον άφηναν να έχει πατέρα και μητέρα
σαν τα άλλα παιδιά.
Ο πατέρας του ήταν δυο πρόσωπα:
Ένας γέρος που τον έλεγαν Ιωσήφ, ξυλουργός το επάγγελμα
που δεν ήταν πατέρας του.
Ο άλλος ήταν ένα ηλίθιο περιστέρι,
το μοναδικό άσχημο περιστέρι αυτού του κόσμου
γιατί δεν ήταν αυτού του κόσμου μήτε και περιστέρι.
Η μάνα του δεν είχε αγαπήσει πριν τον αποκτήσει.
Δεν ήταν γυναίκα. Ήταν μια σκευοθήκη
που μέσα της ήρθε από τον ουρανό.
Κι ήθελαν αυτός, που γεννήθηκε μόνο από μητέρα,
και δεν είχε ποτέ πατέρα για να τον αγαπήσει και να τον σέβεται,
να κηρύσσει την καλοσύνη και τη δικαιοσύνη!
Μια μέρα που ο Θεός κοιμόταν
και το Άγιο Πνεύμα πετούσε τριγύρω,
πήγε στο κουτί με τα θαύματα κι έκλεψε τρία.
Με το πρώτο έκανε να μην καταλάβει κανείς πως
το ΄χε σκάσει.
Με το δεύτερο έγινε για πάντα άνθρωπος και παιδί.
Με το τρίτο έκανε έναν Χριστό αιώνια εσταυρωμένο
και τον άφησε καρφωμένο στο σταυρό που υπάρχει
στον ουρανό
και χρησιμεύει για πρότυπο όλων των σταυρών.
Έπειτα ανέβηκε ως τον ήλιο
και κατέβηκε με την πρώτη αχτίδα που βρήκε.
Σήμερα ζει μαζί μου στο χωριό.»
Fernando Pessoa, Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο, από την ενότητα "ο Φύλακας των κοπαδιών", μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα, Gutenberg

Τρίτη 25 Απριλίου 2017

Γ, Μαρκόπουλος


Ά λ κ η σ τ ις

Άλκηστις κρυμμένο βαθιά ριζικό και Άλκηστις μοίρα δική μου
όπου την ευτυχία ξάφνου ένα πρωί
νομίζοντας ότι δεν άντεχα άλλο
ιδού το πρόσωπο σου στα χέρια μου
η βάρκα που τη βρίσκεις στο μικρό λιμανάκι
δέκα μέρες χωρίς τον ψαρά μέσα
και το κορμί σου ιδού λατομείο κλειστό
όπου καθόμουν περιμένοντας στην άκρη ν’ ακούσω την έκρηξη
μονάχος, Άλκηστις, ανέκραξα.

Στο βάθος μου έρχεσαι, εισχωρείς,
και τα λόγια μου όπως πέντε ορτύκια
μέσ’ απ’ τα χαλάσματα πετούν τρομαγμένα.

Πέμπτη 20 Απριλίου 2017

Τάσος Λειβαδίτης, θυμάσαι;

Ποιος ξέρει τι θα συμβεί αύριο, ή ποιος έμαθε ποτέ τι συνέβη χτες,
τα χρόνια μου χάθηκαν εδώ κι εκεί, σε δωμάτια, σε τραίνα, σε
όνειρα
αλλά καμιά φορά η φωνή μιας γυναίκας καθώς βραδιάζει μοιάζει
με το αντίο μιας ηλικίας που τέλειωσε

..............

Κι όταν ένα παιδί κοιτάει μ’ έκσταση το δειλινό, είναι που αποθηκεύει θλίψεις για το μέλλον.

...............

Θυμάσαι τις νύχτες; Για να σε κάνω να γελάσεις περπατούσα πάνω
……στο γυαλὶ της λάμπας.
«Πώς γίνεται αυτό;» ρώταγες. Μα ήταν τόσο απλὸ
αφού μ᾿ αγαπούσες
.............

Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου
αγαπημένη μου.

.................


Μας φτάνει να μιλήσουμε
απλά
όπως πεινάει κανείς απλά
όπως αγαπάει
όπως πεθαίνουμε
απλά.

.................


Παρ’ όλο που σε όλη μου τη ζωή βιαζόμουν, η νύχτα μ’ έβρισκε πάντα απροετοίμαστο ή μάζευα τα φύλλα του φθινοπώρου....
Aλλά οι καλύτερες στιγμές μου είναι τα βράδια, όταν ανοίγω το παράθυρο κι αφήνω ελεύθερα τα ωραία ωδικά πουλιά που εκγυμνάζω τις ατέλειωτες ώρες της αιχμαλωσίας

...............

Τελικά τους έκλεισα την πόρτα «τι να την κάνω εγώ την πραγματικό-
τητα, τους λέω-εγώ έχω τ΄»όνειρο»
ίσως γι΄ αυτό αγαπώ τα νεκροταφεία, γιατί βάζουν τέλος στις λε-
πτομέρειες.
Ένα τραγούδι λυπημένο τη νύχτα είναι πάντα ένας αποχαιρετι-
σμός.

...............


και σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι
και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ’ τον άλλον.

Γιατί ο έρωτας είναι ο πιο δύσκολος δρόμος να γνωριστούν.

Γιατί οι άνθρωποι, σύντροφε, ζουν απο τη στιγμή
που βρίσκουν μια θέση
στη ζωή των άλλων.

Kαι τότε κατάλαβες γιατί οι απελπισμένοι
γίνονται οι πιό καλοί επαναστάτες.

................

Και να που φτάσαμε εδώ
Χωρίς αποσκευές
Μα μ’ ένα τόσο ωραίο φεγγάρι
Και εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο

Αλλά καθώς βραδιάζει
ένα φλάουτο κάπου
ή ένα άστρο συνηγορεί
για όλη την ανθρωπότητα

Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη
μ’ ένα άστρο ή μ’ ένα γιασεμί
σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει
παίρνει το μέρος των φτωχών…

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη!

Δος μου το χέρι σου..
Δος μου το χέρι σου..

..............

Κι μια μέρα θέλω να γράψουν στον τάφο μου: έζησε στα σύνορα
μιας ακαθόριστης ηλικίας και πέθανε για πράγματα μακρινὰ που
……είδε κάποτε σ᾿ ενα αβέβαιο όνειρο.

................

Όλα τελειώνουν κάποτε. Λοιπόν, αντίο! Τα πιο ωραία ποιήματα
δεν θα γραφτούν ποτέ….


Τάσος Λειβαδίτης, Άπαντα, Κέδρος