Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις...
να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις...
Ρίτσος

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης, «Η Γέννηση»




Ένα άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα.
Χτύπησα την πόρτα και μπήκα.
Μου ’δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό.
«Είδες – μου λέει – γεννήθηκε η ευσπλαχνία».
Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.
Γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες
και δε θα ’χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ’ αυτό.


****

Τάσος Λειβαδίτης, ΠΟΙΗΣΗ, ΚΕΔΡΟΣ

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2018

ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΑΤΖΗ, Το διπλο βιβλιο


Rene Magritte

Άλλη ζωή―που να τη βρω; Ήθελα να φύγω, να ξεφύγω μονάχα, όπου να ‘ναι. Έτσι, λέω, γίνεται το σκόρπισμα μας, αυτός ο ξεριζωμός ο δικός μας. Δεν θέλουμε κάπου να πάμε. Θέλουμε να φύγουμε μόνο.

 ***

Έτσι τον έμαθα τον έρωτα. Έμαθα πως είναι μεγαλύτερος απ’ τον άνθρωπο, είναι, λοιπόν, ακατόρθωτος. Μια φαντασία για κάποιον καιρό και καταλαγιάζει, σκορπίζεται. Και πρέπει, λέω, να ‘ναι πολύ σπάνιο πράμα ― της τύχης ολότελα ― τα δυο πλάσματα να μπορούν να μείνουν ενωμένα, έτσι που το θέλαμε εμείς. Ο συμβισβασμός που μπορούν να κάνουν ― ορίστε, τον έκανα εγώ ― δεν είναι για να σώσουν τον έρωτα, είναι για να τον ξεφύγουν, να παραιτηθούν από αυτόν. Και πάλι δεν σώζεται τίποτα. Άλλοι μένουνε παραιτημένοι, μαζί και χωρίς τον έρωτα. Οι άλλοι χωρίζουν ― να μην τον προδώσουν. Κ’ έτσι κι αλλιώς η πίκρα μένει μονάχα. Για πάντα. Δεν είναι που λείπει τ’ αγαπημένο το πρόσωπο, αυτό που φάνηκε πως ήταν ο έρωτας. Είναι για την γνωριμιά του ακατόρθωτου. Γι’ αυτή την αίσθηση του άφθαστου που έχω κι εγώ. Η Έρικα και κείνα τα τρένα τα μισητά μου που δεν πάνε πουθενά, γίναν ένα πράγμα. Είναι ο μεγάλος, ο άπιαστος κόσμος ― που δεν υπάρχει. Η φαντασία μας τον άγγιξε μια στιγμή με τον έρωτα. Μια στιγμή μονάχα ― και χάθηκε.

***

Τους είδες τώρα, τους ξέρεις, πως τρέχουνε το πρωί στα λεωφορεία, πως κατεβαίνουνε στα μετρό, πως αραδιάζονται ― ανύπαρκτοι, τα νούμερα μόνο ― μπροστά στα πράσινα μηχανάκια με τις καρτέλες, πως το ζητάνε το βράδυ και κείνοι το κάτι αυτό το ανεκπλήρωτο, το δικό τους. Ως την άλλη μέρα, ως τ’ άλλο πρωί, για να τον αρχίσουν πάλι τον ίδιο δρόμο, της δικής τους της μοναξιάς ο καθένας. Αυτής της μοναξιάς η συνείδηση, είναι η συνείδηση του εαυτού σου ― μέσα απ’ αυτήν θα περάσει.

***

ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΑΤΖΗ, ΤΟ ΔΙΠΛΟ ΒΙΒΛΙΟ, ΕΞΑΝΤΑΣ 1976

Αζίζ Νεσίν

Η φωτογραφία από το διαδίκτυο.

Δυο πράγματα δεν ευδοκιμούν στη χώρα μας.
το ένα είναι το δέντρο του καφέ
και το άλλο η Δ η μ ο κ ρ α τ ί α.
Και τα δύο μας έρχονται από το εξωτερικό.
Στα χώματά μας δεν μπορέσαμε ν’ αναπτύξουμε
με κανένα τρόπο το δέντρο του καφέ.
Το κλίμα της χώρας μας, το νερό, το χώμα,
δεν είναι κατάλληλα
για την ανάπτυξη του δέντρου αυτού.
Όσο για τη Δ η μ ο κ ρ α τ ί α…
Η αλήθεια είναι πως ό,τι περνούσε από το χέρι μας,
δεν παραλείψαμε να το κάνουμε,
για την ανάπτυξή της, για την εδραίωσή της.
Αν κοιτάξετε την ιστορία μας,
πριν από εκατό χρόνια πάνω κάτω
ρίχτηκε στη χώρα μας
ο σπόρος της Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ς.
Είναι εκατό χρόνια που όλο λέμε:
“Αμάν η Δημοκρατία μας μπουμπούκιασε!…”
“Η νεαρή Δημοκρατία μας!…”
“Αμάν η νεαρή Δημοκρατία μας!…”
Να είναι δοξασμένος αυτός που τη μεγάλωσε,
μόλις καταφέραμε τόσα χρόνια να φέρουμε
σ’ αυτό το ανάστημα τη Δημοκρατία,
έγινε ένα φιντάνι η Δ η μ ο κ ρ α τ ί α.
Αν ξοδεύαμε αυτό τον κόπο των εκατό χρόνων
που αφιερώσαμε στη Δ η μ ο κ ρ α τ ί α,
για την ανάπτυξη του καφέ,
σήμερα η χώρα μας θα γινόταν δάσος από καφέ,
που δεν τ’ άγγιξε ο μπαλτάς του ξυλοκόπου.
Στο παρελθόν κρίθηκε απαραίτητο,
δεν το είχαμε καταλάβει.
αντί να φυτέψουμε σπόρο καφέ,
φυτέψαμε το σπόρο της Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ς.
“Δόξα τω Θεώ”,
αν και δεν έχουμε καμιά στενοχώρια
απ’ τη μεριά της Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ς,
εμείς ξέρουμε το τι τραβάμε
από την έλλειψη του καφέ.
Καφές είναι αυτός!… Δε μοιάζει σε τίποτε.
Έτσι είναι η Δ η μ ο κ ρ α τ ί α;
Και να είναι και να μην είναι το ίδιο κάνει…
Αν δεν υπάρχει καφές,
του ανθρώπου το κεφάλι γυρίζει,
αν δεν υπάρχει Δ η μ ο κ ρ α τ ί α,
του ανθρώπου το κεφάλι δεν γυρίζει.
Ο καφές μοσκοβολάει,
η Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ούτε καν έχει μυρουδιά.
Τον καφέ τον βάζεις στο φλιτζάνι, τον πίνεις.
Η Δ η μ ο κ ρ α τ ία ούτε τρώγεται, ούτε πίνεται.
Σε τι χρειάζεται αυτή η Δ η μ ο κ ρ α τ ί α,
μπορείτε να μου πείτε;
Στη χώρα μας έρχεται από το εξωτερικό
μπόλικη μπόλικη Δ η μ ο κ ρ α τ ί α,
αλλά καφές δεν έρχεται.
Τον καφέ τον πουλάνε, τη Δημοκρατία τη δίνουν.
Ο καφές είναι με λεφτά, η Δημοκρατία τζάμπα
Για τον καφέ χρειάζεται συνάλλαγμα,
για τη Δ η μ ο κ ρ α τ ί α.. τίποτα δεν χρειάζεται.
Για κοιτάξτε το τι τραβάμε απ’ τον καφέ.
Σάμπως δεν έχουμε συνηθίσει στον καλό καφέ;
Αμέσως καταλαβαίνουμε
τον καλό καφέ απ’ τον άσκημο,
το μπαγιάτικο απ ‘το φρέσκο,
το νοθεμένο απ ‘το σκέτο.
Ζωή να ‘χουνε, μερικοί πατριώτες
μας έκαναν ψεύτικο καφέ.
Στην αρχή βγήκε ο κριθαρένιος καφές,
δεν έπιασε.
Ύστερα βγήκε καφές από φασόλια,
δεν το κατάπιαμε.
Εμείς σαν έθνος είμαστε θεριακλήδες του καφέ.
αν και καταπίνουμε όλες τις απομιμήσεις,
του καφέ την απομίμηση.. δεν την καταπίνουμε.
Ω, Ύψιστε! Να γινόταν… τόσο δα
απ’ ό,τι καταλαβαίνουμε απ’ αυτόν τον καφέ,
να κ α τ α λ α β α ί ν α μ ε… και από Δ η μ ο κ ρ α τ ί α.
......
Αζίζ Νεσίν, Ο καφές και η δημοκρατία, Θεμέλιο 1991, μετάφραση: Έρμου Αργαίου
*******
Ο Aziz Nesin ήτανΤούρκος σατιρικός συγγραφέας και πολιτικός ακτιβιστής. Ένας από τους πιο γνωστούς λογοτέχνες της Τουρκίας διεθνώς κι ένα από τα πιο φωτεινά μυαλά της γειτονικής χώρας.

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2018

Στράτης Μυριβήλης - Έριχ Μαρία Ρεμάρκ, Τα βιβλία του πολέμου



Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ - Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΠΑΠΑΡΟΥΝΑ

Στρατής Μυριβήλης
 ...Ακουμπώ το μπαστούνι στο τοίχωμα, σηκώνουμαι στη μύτη της αρβύλας του γερού μου ποδιού και γαντζώνω τα δάχτυλα στους γεώσακους που 'ναι πάνω πάνω. Ένας απ' αυτούς λιώνει με μιας κι αδειάζει τον άμμο του πάνω μου. Λοιπόν τότες έγινε μιαν αποκάλυψη! Μόλις ξεφούσκωσε αυτό το σακί, χαμήλωσε η καμπούρα του και ξεσκέπασε στα μάτια μου μια μικρήν ευτυχία. Αχ, μου 'καμε τόσο καλό στην ψυχή, λίγο ακόμα και θα πατούσα μια τσιριξιά χαράς.

Ήταν ένα λουλούδι εκεί! Συλλογίσου. Ένα λουλούδι είχε φυτρώσει εκεί μέσα στους σαπρακιασμένους γεώσακους. Και μου φανερώθηκε έτσι ξαφνικά τούτη τη νύχτα που 'ναι γιομάτη θάματα. Απόμεινα να το βλέπω σχεδόν τρομαγμένος. Τ' άγγισα με χτυποκάρδι, όπως αγγίζεις ένα βρέφος στο μάγουλο. Είναι μια παπαρούνα. Μια τόση δα μεγάλη, καλοθρεμμένη παπαρούνα, ανοιγμένη σαν μικρή βελουδένια φούχτα.

Αν μπορούσε να τη χαρεί κανένας μέσα στο φως του ήλιου, θα 'βλεπε πως ήταν άλικη, μ' ένα μαύρο σταυρό στην καρδιά, με μια τούφα μαβιές βλεφαρίδες στη μέση. Είναι καλοθρεμμένο λουλούδι, γεμάτο χαρά, χρώματα και γεροσύνη. Το τσουνί* του είναι ντούρο και χνουδάτο. Έχει κι έναν κόμπο που δεν άνοιξε ακόμα. Κάθεται κλεισμένος σφιχτά μέσα στην πράσινη φασκιά του και περιμένει την ώρα του. Μα δεν θ' αργήσει ν' ανοίξει κι αυτός. Και θα 'ναι δυο λουλούδια τότες! Δυο λουλούδια μέσα στο περιβόλι του Θανάτου. Αιστάνουμαι συγκινημένος ξαφνικά ως τα κατάβαθα της ψυχής.


*****

Στράτης Μυριβήλης, Η ζωή εν τάφω (το βιβλίο του πολέμου), ΕΣΤΙΑ

///////////////////////

ΟΥΔΕΝ  ΝΕΩΤΕΡΟΝ  ΑΠΌ  ΤΟ ΔΥΤΙΚΟΝ ΜΕΤΩΠΟ.

                                                                      Έριχ Μαρία Ρεμάρκ

Γίναμε μανιασμένα θηρία. Δεν πολεμάμε, διαφεντεύουμε τον εαυτό μας από την εκμηδένιση. Δε ρίχνουμε τις χειροβομβίδες μας σε ανθρώπους, τί μας ενδιαφέρουν οι άνθρωποι αυτή τη στιγμή, που ο θάνατος με χέρια και κράνη μάς κυνηγάει και μας ξαπλώνει στη γη; Τώρα για πρώτη φορά μέσα σε τρεις μέρες μπορούμε ν' αντικρίζουμε τα πρόσωπά τους, τώρα, που για πρώτη φορά, ύστερα από τρεις μέρες, μπορούμε να τους αντιμετωπίσουμε, να τους αντισταθούμε, νιώθουμε μια αλόγιστη μανία. Δεν τους προσμένουμε πια απελπισμένοι, μπορούμε να αφανίζουμε, να σκοτώνουμε, ν' αμυνθούμε, να σωθούμε και να πάρουμε εκδίκηση.

*****
Χάσαμε πια κάθε αίσθημα αλληλεγγύης. Μόλις μπορούμε να διατηρήσουμε την αυτοκυριαρχία μας, όταν η ματιά μας —ματιά κυνηγημένου ζώου— φωτίζει τη μορφή κάποιου συνανθρώπου μας. Είμαστε αναίσθητοι, νεκροί, που κάποια τρομερή μαγεία δίνει τη δύναμη να τρέχουμε και να σκοτώνουμε.

*****
Είμαι νέος, μόλις έκλεισα τα 20· από τη ζωή δεν ξέρω παρά μόνο την απελπισία, το θάνατο, το φόβο και μια αλυσίδα από ανόητες επιπολαιότητες, πάνω από μια άβυσσο πόνων και θλίψεων. Βλέπω λαούς να ορμούν σε άλλους λαούς, να σκοτώνουν και να σκοτώνονται, χωρίς ούτε κι εκείνοι να ξέρουν το γιατί, υπακούοντας σ΄αυτούς που τους στέλνουν, χωρίς συναίσθηση του κινδύνου ή της ευθύνης τους. Βλέπω πως οι δυναμικότεροι εγκέφαλοι του κόσμου εφευρίσκουν όπλα και λόγια για να γίνονται όλ' αυτά μ' έναν τρόπο ακόμα πιο ραφιναρισμένο και να διαρκούν όσο γίνεται περισσότερο. Και όλοι οι συνομήλικοί μου εδώ, στην αντικρινή παράταξη, σ' ολόκληρο τον κόσμο το βλέπουν όπως εγώ. Αυτή είναι η ζωή της γενιάς μου και η δική μας. Τι θα κάνουν άραγε οι πατεράδες μας αν μια μέρα σηκωθούμε και παρουσιαστούμε μπροστά τους για να τους ζητήσουμε λογαριασμό; Τι περιμένουν από μας όταν μια μέρα τελειώσει ο πόλεμος; Χρόνια ολόκληρα σκοτώναμε μόνο. Αυτό ήταν το πρώτο μας επάγγελμα στη ζωή. Για μας η επιστήμη της ζωής περιορίζεται στο θάνατο. Τι θα συμβεί άραγε ύστερα; Και τί θ' απογίνουμε εμείς;

******
Έριχ Μαρία Ρεμάρκ, Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο, μτφ. Στέλλα Βουρδουμπά, Δωρικός,

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2018

Ντίνος Σιώτης


Banksy

Εφεύρεση

Να εφεύρουμε άλλες λέξεις να εφεύρουμε
λέξεις μολότωφ που ν’ αντιστέκονται στα
δελτία των ειδήσεων που να μιλάνε τη
γλώσσα των καταφρονεμένων που να
μιλάνε στον άμαχο πληθυσμό για τη
χειμαζόμενη πείνα να εφεύρουμε μια
άλλη μνήμη που να ανακαλεί μιαν
άλλη αυγή χωρίς ακρωτηριασμούς
ηλίου και παρεξηγημένες καταιγίδες
να εφεύρουμε έναν χτύπο ρολογιού
που κάτι να μας λέει πεσμένος κάτω
στο πάτωμα ή μέσα σε σπασμένο
κομοδίνο ζάλης έναν θάνατο που να
μην κολλάει πάνω μας σαν βδέλα ένα
λεξιλόγιο πιο γυμνό κι απ’ την ποίηση.
...............

Ντίνος Σιώτης,Ποιήματα, ΚΕΔΡΟΣ

Edgar Allan Poe



Δέξου ετούτο το φιλί στο μέτωπό σου!
Και τώρα που χωρίζουμε,
Άφησε να σου πω-
Ότι οι μέρες μου εκύλησαν μέσα στ΄ όνειρο
Είναι αλήθεια, όπως το λεγες΄
Αν, όμως, η ελπίδα πέταξε
Μες σε μια νύχτα ή μια μέρα,
Μες σ΄ ένα όραμα ή μες στο τίποτα,
Είναι γι΄ αυτό λιγότερο χαμένη;
Όλα όσα βλέπουμε ή ό, τι φαινόμαστε
Όνειρο είναι μέσα σε όνειρο...

Στέκομαι ανάμεσα στο βογγητό
Μιας θαλασσοδαρμένης ακτής,
Και μες στα χέρια μου κρατώ
Κόκκους χρυσούς της άμμου-
Πόσοι λίγοι! Κι όμως πως γλιστράνε
Από τα δάχτυλά μου και βαθιά πάνε,
Καθώς θρηνώ-καθώς θρηνώ!
Θεέ μου! μήπως θα μπορούσα
Μέσα στο χέρι πιο σφιχτά να τους κρατούσα;
Θεέ μου! πως θα κατορθώσω
Μόνο ένα απ΄ το ανίλεο κύμα να γλιτώσω;
Όλα όσα βλέπουμε ή ό, τι φαινόμαστε
Όνειρο είναι μονάχα μέσα σε όνειρο;
 .............


Όνειρο μέσα σε όνειρο – Edgar Allan Poe
(Μετάφραση Στ. Μπεκατώρος)

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2018

Γιάννης Βαρβέρης, Ο πατέρας δεν πίνει στους ουρανούς



Χθες είδα πάλι στον ύπνο μου τον πατέρα.
Καθόμασταν οι δυο μας σ’ ένα τραπέζι με καρό τραπεζομάντιλο.
Κάποιος μας έφερε δυο ποτηράκια και κρασί.
– Είσαι καλά; Του λέω.
– Καλά, καλά, και μου ‘πιασε το χέρι.
– Άντε, στην υγειά σου, είπε.
Σήκωσε το ποτήρι, τσούγκρισε και το άφησε πάνω στο τραπέζι.
– Δεν πίνεις; Ρώτησα.
– Εσύ να πιεις, απάντησε. Εγώ δε θέλω να ξεχάσω….


.......................


Γιάννης Βαρβέρης, Πεταμένα Λεφτά, εκδόσεις Κέδρος 2005

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2018

Αργύρης Χιόνης, η φωνη της σιωπης

 The Mirror (1975), Andrei Tarkovsky

ΣΕ ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ ΕΡΗΜΟ ΚΙ ΕΡΕΙΠΩΜΕΝΟ, ζούσε μια χοντρή βαριά σιωπή· τόσο χοντρή που ’χε ξηλώσει όλα τα κουφώματα, τόσο βαριά που ’χε βουλιάξει όλα τα πατώματα και τόσο σιωπηλή που όποιος έμπαινε εκεί δεν άκουγε ούτε τη βουή του τρομαγμένου αίματος στις φλέβες του.
Και, ξαφνικά, μια μέρα, η σιωπή τραγούδησε. Ναι, μη σας φαίνεται παράξενο· ο έρωτας τα πάντα κατορθώνει, και η σιωπή, για την οποία σας μιλώ, αγάπησε τρελά ένα σαράκι που, λίγο – λίγο, από μέσα τρώγοντάς την, αδιάκοπα αδειάζοντάς την, ανάλαφρο την έκανε του έρωτα δοχείο, του τραγουδιού του ηχείο.
..................
Αργύρης Χιόνης, Η Φωνή της σιωπής. Ποιήματα 1966 – 2000. Εκδόσεις Νεφέλη

Τετάρτη 15 Αυγούστου 2018

μια Παναγια



Μια Παναγιά
μιαν αγάπη μου έχω κλείσει
σ’ ερημοκλήσι
αλαργινό.
Κάθε βραδιά
της καρδιάς την πόρτα ανοίγω
κοιτάζω λίγο
και προσκυνώ.


Ν. Γκάτσος

*******

Η Παναγία χτενίζει τα χρυσά της μαλλιά
στο μικρό της παράθυρο –
μια
θαλασσιά πεταλούδα, πετά γύρω απ’ τη μια της
πλεξούδα που κρέμεται.
Βασιλεύει ο ήλιος.
Ο Ιωσήφ ανεβαίνει πιο ψηλά, να της κόψει
ένα κόκκινο άνθος.

Νικηφόρος Βρεττάκος

*******

Όταν περνούσε η Παναγία σιωπηλή κάτου απ’ τα δέντρα
κανένας δεν την άκουσε
Τα σκυλιά δε γαυγίσαν στις αυλόπορτες.
Μονάχα τα τριζόνια τη χαιρέτισαν,
κι ένα μεγάλο αστέρι χτύπησε
σε μια χορδή κάποιο άγνωστο τραγούδι
που τ’ ακούσαν μόνο τα παιδιά στον ύπνο τους
και γύρισαν απ’ τα’ άλλο τους πλευρό χαμογελώντας.

Γ. Ρίτσος

*******

Σε τέτοιους αγγέλους ποια Παναγιά μπορούσε να ταιριάζει;
Όχι, βέβαια, εκείνη η σπαραγμένη της Αποκαθηλώσεως :
Η λεπτή καρδιά των μικρών Αγγέλων δεν αντέχει
σε τέτοια θλίψη, που κολώνες μητροπόλεων λυγίζει.
Κι ένα δάκρυ από τέτοια μυστική φωτιά μπορεί
όχι μονάχα να την κάψει, να την εξατμίσει.
Στους μικρούς αγγέλους μια Παναγία μικρή ταιριάζει.

Γ. Βαφόπουλος

*******

Η Παναγιά της ώχρας αμυγδαλωτή στην ασημένια
θάλασσαν αντίκρυ-εκκλησάκι-
μεσ’ απ’ το θαμπό εικονοστάσι βλέπει τα νερά.

Ν. Καρούζος

*******

Εις όλη την χριστιανωσύνη
μία είναι μόνη η Παναγία αγνή,
Κόρη παιδίσκη, Άσμα Ασμάτων,
χωρίς Χριστόν, Θείο παιδί στα χέρια,
και τρεφομένη με Αγγέλων άρτον.
Εσύ’ σαι η μόνη, Παναγία Κουνίστρα,
που εφανερώθης στης Σκιάθου το νησί
εις δένδρον πεύκου επάνω καθημένη
και αιωρουμένη εις τερπνήν αιώραν,
όπως αι κορασίδες συνηθίζουν.

Α. Παπαδιαμάντης

Σάββατο 28 Ιουλίου 2018

Γ. Ρίτσος, Σχήμα της απουσίας

Banksy, Girl With Balloon (2004)

“Ποτέ δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ’ τα σπίτια τους,
τριγυρίζουν εκεί, μπλέκονται στα φουστάνια τής μητέρας τους
την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΐ κι ακούει το νερό να κοχλάζει
σα να σπουδάζει τον ατμό και το χρόνο. Πάντα εκεί –

Και το σπίτι παίρνει ένα άλλο στένεμα και πλάτεμα
σάμπως να πιάνει σιγαλή βροχή
καταμεσής καλοκαιριού, στα ερημικά χωράφια.
Δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά. Μένουν στο σπίτι
κι έχουν μια ξέχωρη προτίμηση να παίζουν στον κλεισμένο διάδρομο
και κάθε μέρα μεγαλώνουν μέσα στην καρδιά μας, τόσο
που ο πόνος κάτω απ’ τα πλευρά μας, δεν είναι πια απ΄τη στέρηση
μα απ’ την αύξηση. Κι αν κάποτε οι γυναίκες βγάζουν μια κραυγή στον ύπνο τους,
είναι που τα κοιλοπονάνε πάλι.

Κάποτε, μες στο βράδυ της άνοιξης, ένα παιδί σηκώνεται και φεύγει ανεξήγητα
χωρίς κανείς να το μαλώσει’ σηκώνεται αργά, απροειδοποίητα,
εκεί που καθόταν ήσυχα στο χώμα
κι η θέση του στο χώμα μένει ζεστή
και το σχήμα της στάσης του αχνίζει ακόμη στο δροσερόν αέρα
σχηματίζοντας ένα άλλο παιδί από υπόλευκη ζέστα. Τότε ολόγυρα
μαζεύονται, σα γύρω από μιαν άσπρη φωτιά, τα μικρά πρόβατα
να ζεσταθούνε’ και λίγο πιο πέρα
ένα ψηλό, ολομόναχο, άσπρο άλογο
φέγγοντας όλο κάτω απ΄ την αστροφεγγιά
κλαίει με μεγάλα, κατάφωτα δάκρυα, κρατώντας ολόρθο το κεφάλι του.


Τα βράδια του καλοκαιριού, την ώρα που κλείνουν τα δημόσια πάρκα
και τα μικρά κορίτσια με τις παραμάνες τους γυρίζουν στα σπίτια τους
κι άλλα μικρότερα μες στα καρότσια τους, κοιμισμένα κιόλας,
πίσω τους έρχονται σε μια βουβή, αόρατη ακολουθία, τα πεθαμένα κορίτσια,
ωχρά, με μαραμένα μαλλιά, κρατώντας στα δεμένα χέρια τους
τις ξερές ανθοδέσμες τους, σα μικρά ποιήματα
που δεν πρόφτασαν να τα μάθουν απ’ έξω.

Στέκουν από μακριά και κοιτάζουν τις κορδέλες και τα παιχνίδια κρεμασμένα στα περίπτερα,
τη φωτισμένη, ταπεινή βιτρίνα του γειτονικού ψιλικατζίδικου
αφήνοντας σε κάθε βήμα τους ένα χώρο εσωτερικό που τον γεμίζει αμέσως
μια σκιά μενεξεδένια και ρόδινη. Φτάνουν ως έξω απ’ το σπίτι τους,
κοιτούν το κλεισμένο παιδικό τους παράθυρο,
υψώνουν μια στιγμή το χέρι, μα δε χτυπούν τη γρίλια. Από μέσα
ακούνε οι γονείς το χτύπημα’ αφήνουν την πετσέτα να πέσει στο τραπέζι
σα να πέφτει ένα μεγάλο ξερό φύλλο πάνω στο χρόνο. Ανοίγουν την πόρτα.

Δεν είναι τίποτα. Βλέπουν μονάχα
τα μαραμένα αστέρια, τον άδειο ουρανό, τον άδειο κόσμο
και ξανακλείνουν την πόρτα σα να μπαίνουν μέσα τα παιδιά τους.

Ζει η απουσία λοιπόν, μαζί μας ή και μόνη της, τη ζωή της,
χειρονομεί αδιόρατα, σωπαίνει, φθείρεται, γερνάει
σαν ύπαρξη σωστή, με το βουβό χαμόγελο που ρυτιδώνει λίγο λίγο
το στόμα και τα μάτια, με το χρόνο το δικό μας μετρημένη,
χάνοντας χρώματα, πληθαίνοντας τη σκιά της –
ζει και γερνάει μαζί μας και χάνεται μαζί μας, κι απομένει σε ό,τι αφήνουμε.

Και πρέπει να προσέχουμε την κάθε κίνηση και σκέψη μας και λέξη
γιατί, για ό,τι γίνεται ‘κείνο που λείπει,
φέρουμε τώρα, εμείς μονάχα, ακέρια την ευθύνη.

Ένα μικρό κορίτσι, ανύποπτα, νυχτώθηκε άξαφνα μέσα στη λύπη.
Τι ‘ταν λοιπόν η ζωή; Κι αυτός ο πόνος; Κι η κραυγή τούτη;
Ήταν δικά του αυτά; Και περίμεναν πίσω απ΄ το γέλιο του
πανέτοιμα κι επίβουλα; Κι αυτά τ’ αγαπημένα πρόσωπα
που έσκυβαν πάνω του, μακρινά κιόλας; Άνοιξε ήσυχα, λοιπόν,
την πόρτα ενός άστρου, μπήκε μέσα προφυλακτικά να μην ακούσουμε,
μα όλες τις νύχτες ‘κείνη η πόρτα ανοιχτή
χτυπάει απ’ τον αγέρα του μικρού λυγμού του. Κι ούτε μπόρεσε να σηκωθεί πια να την κλείσει.
Ούτε μπορούμε (είναι μακριά) να την κλείσουμε.

Δε μας γνωρίζει τίποτα. Μα εσύ επιμένεις αόρατη
να μας γνωρίσεις πάλι με τη ζωή – να συμμαχήσουμε. Αν είναι
το βλέμμα σου μέσα στο βλέμμα μας, δε θ’ αρνηθούμε
να δούμε, να μιλήσουμε, να κινηθούμε. Αυτός ο νέος
ίσως μια μέρα και να σ’ αγαπούσε. Ετούτα τα κορίτσια
ίσως και θα ΄ταν φιλενάδες σου. Σε τούτο το σχολείο
θα πήγαινες μεθαύριο. Κι έτσι μέσα στη νύχτα
που φεύγουμε ξένοι, μπρος σε δυο σειρές ακατοίκητα σπίτια,
κάτω από γλόμπους χωρίς αχτίνες σαν κλεισμένα χέρια,
μια γλάστρα ποτισμένη που στάζει απ’ το παλιό μπαλκόνι
εμπιστεύεται πάλι τον ήχο της σ’ εμάς’ μια πόρτα
μισανοιγμένη, ξαγρυπνάει για ΄μας κι αυτός ο ξύλινος πάγκος
παρατημένος καταμεσής στην ερημιά, εμάς περίμενε να καθίσουμε, ξέροντας
πως κάπου εκεί, σ’ ένα μοναχικό παράθυρο, κρεμασμένο
ψηλά στη νύχτα, εσύ, πίσω απ’ το δαντελένιο κουρτινάκι,
περιμένεις να σου χαμογελάσουμε”


Γιάννης Ρίτσος, Σχήμα της απουσίας"

Παρασκευή 13 Ιουλίου 2018

Γιάννης Βαρβέρης, ένα κερί

  Χρήστος Μποκόρος

Αυτό το κερί που άναψα
περαστικός από τον οίκο Σου
δεν είναι η προσευχή μου
για να Σε φτάσει εκεί ψηλά
δεν είναι οι παρακλήσεις μου
ούτε βεβαίως καμιά ελπίδα
που εναπέθεσα σε Σένα.
Η καθαρότητα της ύλης του
δε συμβολίζει το ακηλίδωτο
της πρόθεσής μου
και η μαλακή του υφή
καθόλου δεν υπόσχεται
την εύπλαστη μεταστροφή μου
στη μετάνοια
όπως οι αλληγορίες εγγράμματων πιστών Σου
ξέρουν να τυλίγουν.

Μπορεί να μοιάζει μ’ όλα τα’ άλλα
όμως αυτό
ανάφτηκε για να Σου πει
πως ευτυχώς
στέκομαι εδώ αβοήθητος
και πως ακόμα
όσο μπορώ
θα λάμπω.



Γιάννης Βαρβέρης, ο Άνθρωπος ΜΌΝΟΣ, Κέδρος, 2009

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2018

Paul Celan, Φωτόδεντρο



Μια λέξη,
που για χάρη της σ’ έχασα:
η λέξη
ποτέ.


Ήταν,
και κάπου κάπου το θυμόσουν κι εσύ,
Ήταν
Μια ελευθερία.
Κολυμπούσαμε.


Ξέρεις ακόμα, πως τραγουδούσα;
Με το φωτόδεντρο τραγουδούσα, με το τιμόνι.
Κολυμπούσαμε.


Ξέρεις ακόμα, πως κολυμπούσες;
Ανοικτή ήσουν μπροστά μου,
Ξαπλωμένη μπροστά μου, ξαπλωμένη
Μπροστά
Στην προ-
εξοχή της ψυχής μου.
Κολυμπούσα και για τους δυο μας. Δε κολυμπούσα.
Το φωτόδεντρο κολυμπούσε.


Κολυμπούσε; Γιατί ήταν
βάλτος τριγύρω;. Ήταν το ατέλειωτο τέλμα.
Μάυρο κι ατέλειωτο, έτσι κρεμόταν,
Έτσι κρεμόταν προς τον κόσμο.


Ξέρεις ακόμα, πως τραγουδούσα;

Αυτή-
ω αυτή η παρεκτροπή,


Ποτέ. Προς τον κόσμο. Δεν τραγουδούσα. Ανοιχτή
ήσουν μπροστά μου, ξαπλωμένη μπροστά
στην ψυχή που ταξίδευε.

...........
Paul Celan, Του κανενός το ρόδο, Μτφρ. Χ.Γ. Λάζος, ΑΓΡΑ

Σάββατο 7 Ιουλίου 2018

JULIO CORTAZAR, Κουτσο

 
Gustav Klimt, Der Kuss


Αγγίζω το στόμα σου, με το δάχτυλό μου αγγίζω το περίγραμμα του στόματος σου, το σχεδιάζω σαν να το δημιουργεί το χέρι μου, σαν το στόμα σου να μισανοίγει για πρώτη φορά και αρκεί να κλείσω τα μάτια μου για να το σβήσω και να ξαναρχίσω να το φτιάχνω, και κάθε φορά κάνω να γεννιέται το στόμα που ποθώ,
το στόμα που επιλέγει το χέρι μου και σχεδιάζει πάνω στο πρόσωπό σου, ένα στόμα επιλεγμένο ανάμεσα σε τόσα άλλα, επιλεγμένο με ηγεμονική ελευθερία από μένα για να το ζωγραφίσει το χέρι μου πάνω στο πρόσωπό σου και που από ένα γύρισμα της τύχης που δεν προσπαθώ να καταλάβω συμπίπτει ακριβώς με το στόμα σου που χαμογελάει κάτω από εκείνο που σχεδιάζει το χέρι μου.
Με κοιτάς, με κοιτάς από κοντά, κάθε φορά και από πιο κοντά και τότε παίζουμε τον κύκλωπα, κοιταζόμαστε όλο και από πιο κοντά και τα μάτια μεγαλώνουν, πλησιάζουν το ένα το άλλο, κολλάνε το ένα στο άλλο και οι κύκλωπες κοιτιούνται, οι ανάσες τους μπλέκουν, τα στόματα συναντιούνται και παλεύουν ανόρεχτα, δαγκώνονται χείλια με χείλια, ακουμπώντας μόλις τη γλώσσα πάνω στα δόντια, παίζουν μέσα στον περίβολό τους όπου πηγαινοέρχεται ένας βαρύς αέρας με ένα παλιό άρωμα και μια σιωπή.
Τότε τα χέρια μου θέλουν να βυθιστούν στα μαλλιά σου, να χαϊδέψουν αργά τα βάθη των μαλλιών σου ενώ φιλιόμαστε σαν το στόμα μας να είναι γεμάτο λουλούδια ή ψάρια, ζωηρές κινήσεις, σκοτεινή ευωδιά.
Και όταν δαγκωνόμαστε ο πόνος είναι γλυκός κι όταν πνιγόμαστε μʼ ένα σύντομο και τρομερό ταυτόχρονο ρούφηγμα της αναπνοής, αυτός ο στιγμιαίος θάνατος είναι όμορφος.
Και υπάρχει ένα και μόνο σάλιο, μια και μόνη γεύση από ώριμο φρούτο κι εγώ σε νιώθω νʼ ανατριχιάζεις απάνω μου όπως η σελήνη στο νερό.

JULIO CORTAZAR, ΤΟ ΚΟΥΤΣΟ, μτφρ. Αχιλέας Κυριακίδης, ΟΠΕΡΑ
........

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2018

Fernando Pessoa, Το βιβλίο της ανησυχίας

Fernando Pessoa,Cafe A Brasileira,lisboa


«Δεν έκανα τίποτα άλλο από το να ονειρεύομαι.
Αυτό ήταν, και μόνο αυτό, το νόημα της ζωής μου. Ποτέ δεν είχα άλλη πραγματική ενασχόληση πέρα από την εσωτερική μου ζωή. Οι μεγαλύτερες συμφορές της ζωής μου σβήνουν όταν ανοίγοντας το παράθυρο μέσα μου μπορώ και τις ξεχνώ κοιτάζοντας την αδιάλειπτη κίνηση εντός μου. Ποτέ δεν θέλησα να είμαι τίποτα άλλο πέρα από ονειροπόλος.
Σε όποιον μου είπε να ζήσω δεν έδωσα ποτέ σημασία. Ανήκα ανέκαθεν σ' αυτό που δεν είναι όπου είμαι και σ' αυτό που ποτέ δεν μπόρεσα να είμαι. Ό,τι δεν είναι δικό μου, όσο ταπεινό και να είναι, είχε πάντα ποίηση για μένα. Ποτέ δεν αγάπησα άλλο από το τίποτα. Ποτέ δεν επιθύμησα άλλο από αυτό που δεν μπορούσα να φανταστώ.
Από τη ζωή τίποτα άλλο δεν ζήτησα πέρα από το να περάσει από μέσα μου χωρίς να την αισθανθώ. Από την αγάπη το μόνο που ζήτησα ήταν να μείνει για πάντα ένα όνειρο μακρινό. Από τα εσωτερικά μου τοπία, όλα τους μη πραγματικά, αυτό που με είλκυε ήταν το μακρινό, και τα τοξωτά γεφύρια που έσβηναν, σχεδόν στην απόσταση των τοπίων των ονείρων μου, είχαν μια γλυκύτητα ονείρου σε σχέση με άλλα μέρη του τόπου -μια γλυκύτητα που μ' έκανε να τ' αγαπώ.
Η μανία μου να δημιουργώ έναν κόσμο ψεύτικο με συνοδεύει ακόμα, και μόνο με τον θάνατό μου θα μ' εγκαταλείψει».
*******
«Έχω δημιουργήσει μέσα μου πολλές και διαφορετικές προσωπικότητες. Αδιάκοπα δημιουργώ προσωπικότητες. Κάθε ένα από τα όνειρα μου, τη στιγμή ακριβώς που ονειρεύομαι έχει ήδη ενσαρκωθεί σε ένα άλλο πρόσωπο που το ονειρεύεται, εκείνο, όχι εγώ.
Για να δημιουργώ καταστρέφομαι. Έχω τόσο πολύ αποκαλύψει το εσωτερικό της ψυχής μου, ώστε μέσα μου δεν υπάρχω παρά μόνο εξωτερικά. Είμαι η ζωντανή σκηνή όπου ανεβαίνουν διάφοροι ηθοποιοί και ζωντανεύουν διαφορετικά έργα.»
******
«Γράφω, λυπημένος, στο ήσυχο δωμάτιό μου, μόνος όπως υπήρξα πάντα, μόνος όπως θα υπάρχω πάντα. Κι αναρωτιέμαι αν η φωνή μου, φαινομενικά τόσο ασήμαντη, δεν ενσαρκώνει την ουσία χιλιάδων φωνών, τη δίψα να μιλήσουν χιλιάδων ζωών, την υπομονή εκατομμυρίων ψυχών υποταγμένων σαν την δική μου στο καθημερινό πεπρωμένο, στο ανώφελο όνειρο, στην ελπίδα που δεν αφήνει ίχνη. Αυτές τις στιγμές η καρδιά μου χτυπά πιο δυνατά γιατί έχω συνείδηση πως υπάρχει.»
 

Fernando Pessoa,Το βιβλίο της ανησυχίας, ΕΞΑΝΤΑΣ


Δευτέρα 14 Μαΐου 2018

ελσα κορνετη


  Edward hopper


 Την πληρώνεις την νοικοκυροσύνη σου
για να είναι απούσα.
Όπως πληρώνεις και τον ελεύθερο χρόνο σου
για να είναι παρών.
Όπως πληρώνεις και τα αφελή όνειρά σου
Ακριβά .



Όταν ήσουν μικρή κυνηγούσες πεταλούδες,
σου θύμισε μια ηλικιωμένη θεία.
Τώρα πια μόνον οι περιστασιακοί πόθοι
πετούν γύρω σου
και δεν είναι καν έγχρωμοι.

Πες μου τι προτιμάς και θα στο σχεδιάσω.
Τρίγωνο ;
Τετράγωνο ;
Ρόμβο ;
To σχήμα της ημέρας το δίνω εγώ.
Έπειτα απομακρύνομαι για να παρατηρήσω
από τη σωστή απόσταση
τον πίνακα
με το δημιούργημα – ανοσιούργημα.

Γιατί επιμένεις να σκαλίζεις;
Οι ανασκαφές σου στις μαθητικές μνήμες
δεν θα φέρουν στο φως τίποτα άλλο
παρά μόνον την εξάρθρωση της τάξης
το τετράγωνο της υποτείνουσας
και τη ρίζα του 144.

Κίτρινη προσποίηση
Πότε ήταν η τελευταία φορά
που έκανες κάτι αυθόρμητο ;
Όταν φτερνίστηκες ίσως


.......................

 Έργα της:
(2016) Αγγελόπτερα, Μελάνι
(2014) Κανονικοί άνθρωποι με λοφίο και μια παρδαλή ουρά, Γαβριηλίδης
(2013) Ημερολόγιο φιλοσοφικής ήττας, Κουκούτσι
(2013) Ο επαναστατικός κύριος Γκιούλιβερ, Σαιξπηρικόν
(2013) Ο λαίμαργος αυτοκράτορας κι ένα ασήμαντο
πουλί, Σαιξπηρικόν
(2011) Κονσέρβα μαργαριτάρι, Γαβριηλίδης
(2009) Ένα μπουκέτο ψαροκόκαλα, Γαβριηλίδης
(2007) Η αιώνια κουτσουλιά, Γαβριηλίδης

Ν. Γκάτσος, αθανασία



«Έγραψε μοναδικά τραγούδια. Όλα τα ακριβά στοιχεία της ποίησής του τα ’κανε στίχους που κινητοποίησαν τη ναρκοθετημένη νεοελληνική ευαισθησία, “έτσι καθώς κοιμόταν αναίσθητη” μες στην απέραντη αισθηματολογία των στιχουργών και των επιθεωρησιογράφων»
Μάνος Χατζιδάκις.


///////////////

Τι ζητάς αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά,
δε μου δίνεις σημασία κι η καρδιά μου πώς βαστά.
Σ’ αγαπήσανε στον κόσμο βασιλιάδες, ποιητές,
κι ένα κλωναράκι δυόσμο δεν τους χάρισες ποτές.

.........
Χάρτινο το φεγγαράκι,
ψεύτικη ακρογιαλιά,
αν με πίστευες λιγάκι
θα `σαν όλα αληθινά.

Δίχως τη δική σου αγάπη
δύσκολα περνά ο καιρός.
Δίχως τη δική σου αγάπη
είναι ο κόσμος πιο μικρός.

..........
Έχω μια θάλασσα σμαράγδια
μ’ αγάπη κι ήλιο κεντημένα
για την καρδιά σου πού `ναι άδεια
έλα σε μένα έλα σε μένα.

Έλα και κάθισε δεξιά μου
σαν ξεχασμένος αδερφός,
να μοιραστείς τη μοναξιά μου
και να σου δώσω λίγο φως.

.........
Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω
εγώ που κάποτε σ’ άγγιξα με τα μάτια της Πούλιας
και με τη χαίτη του φεγγαριού σ’ αγκάλιασα
και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομένο τριφύλλι.

..........
Στην αγκαλιά μου κι απόψε σαν άστρο κοιμήσου
δεν απομένει στον κόσμο ελπίδα καμιά
τώρα που η νύχτα κεντά με φιλιά το κορμί σου
μέτρα τον πόνο κι άσε με μόνο στην ερημιά

.........
Κάνε το δάκρυ σου χαρά
και τον καημό σου του γιαλού μαργαριτάρι
τώρα που πάλι λαχταρά
ν’ ανοίξει τ’ όνειρο τα πρώτα του φτερά.

Στου γυρισμού την αμμουδιά
έχω κρυμμένο το παλιό μας το φεγγάρι
να στο χαρίσω μια βραδιά
που θα φανείς μέσα απ’ των άστρων τα κλαδιά.

........
Xρόνια και χρόνια πάλεψα με το μελάνι και το σφυρί
βασανισμένη καρδιά μου με το χρυσάφι και τη φωτιά
για να σου κάμω ένα κέντημα, εγώ που κάποτε σ’ άγγιξα
με τα μάτια της Πούλιας.


Ν. Γκάτσος

Κυριακή 6 Μαΐου 2018

Sylvia Plath

 Sylvia Plath

 ΕΡΩΤΙΚΟ ΓΡΑΜΜΑ


Δεν είναι εύκολο να εκφράσω την αλλαγή που επέφερες.
Αν είμαι τώρα ζωντανή, ήμουν νεκρή τότε,
Αν και, όπως μια πέτρα , αυτό δεν μ` ενοχλούσε,
Να μένω στη θέση μου ακολουθώντας τη συνήθεια
Δεν είναι ότι μ` έσπρωξες απλά μια ίντσα, όχι—
Ούτε ότι μ` άφησες να στηλώσω το μικρό γυμνό μάτι μου
Στον ουρανό ξανά, χωρίς ελπίδα, φυσικά,
Κατανόησης της κυανότητας , ή των αστεριών

Δεν ήταν αυτό. Ας πούμε πως κοιμήθηκα : ένα φίδι
Κρυμμένο ανάμεσα σε μαύρους βράχους σαν μαύρος βράχος
Στον λευκό υατό του χειμώνα—
Όπως οι γείτονές μου, δε μπορώ να χαρώ
Με τα εκατομμύρια τέλεια σμιλευμένα
Μάγουλα που ανάβουν κάθε στιγμή για να λειώσουν
Το μάγουλό μου από βασάλτη. Τους πήραν τα κλάμματα,
Άγγελοι θρηνούντες πάνω από φύσεις βουβές,
Αλλά δε με έπεισαν. Εκείνα τα δάκρυα πάγωσαν.
Κάθε νεκρό κεφάλι είχε ένα προσωπείο πάγου.

Και συνέχισα να κοιμάμαι σαν λυγισμένο δάχτυλο.
Το πρώτο πράγμα που είδα ήταν καθαρός αέρας
Και οι εγκλωβισμένες σταγόνες που ανέβαιναν ως πάχνη
Διαφανείς σαν πνεύματα. Πολλές πέτρες κείτονταν
Πυκνές και ανέκφραστες ένα γύρω.
Δεν ήξερα τι να υποθέσω.
Έλαμπα, με γυάλινα – λέπια, και ξεδιπλώθηκα
Να εκρεύσω απ` τον εαυτό μου , σαν υγρό
Ανάμεσα από πόδια πτηνών και φυτών μίσχους.
Δεν ξεγελάστηκα .Σε γνώρισα αμέσως.

Δέντρο και πέτρα έλαμπαν, δίχως σκιές.
Το ανάστημά μου έγινε διαυγές σαν γυαλί.
Άρχισα να μπουμπουκιάζω σαν Μαρτιάτικο κλαδί:
Ένα μπράτσο κι ένα πόδι, ένα μπράτσο , ένα πόδι.
Από πέτρα σε σύννεφο, έτσι ανυψώθηκα.
Τώρα μοιάζω με ένα είδος θεότητας
Πλέοντας στον αέρα μες την καμιζόλα της ψυχής μου
Καθαρή σαν ένα θραύσμα πάγου. Είναι ένα δώρο.
..........................
Σύλβια Πλαθ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Κέδρος 2003, μτφρ. Κατερίνα Ηλιοπούλου.

Rilke




Paul Klee, red balloon, 1922



WAS WIRST DU TUN, GOTT

Όταν πεθάνω, Θε μου, τι θα κάνεις;
Εγώ ’μαι το κανάτι σου (κι αν σπάσω;)
Εγώ ’μαι το πιοτό σου (κι αν χαλάσω;)
Κι είμαι το φόρεμά σου κι η δουλειά σου,
κι όταν χαθώ, χάνεις κι εσύ την έννοιά σου.
Αν λείψω, σπίτι πια κι εσύ δε θάχεις,
όπου θερμά και κοντινά λόγια να σε
καλωσορίζουν.
Κι από τα κουρασμένα πόδια σου χαμαί θα πέσουν
τα βελουδένια σάνταλα, αυτά που εγώ είμαι.
Ο μέγας σου μανδύας θα σ’ αφήσει.
Το ανάβλεμμά σου, που θερμά
σα μαξιλάρι τόπαιρνε το μάγουλό μου,
θάρθει και θα με ψάχνει για πολύ –
κι όταν ο ήλιος πια θα βασιλέψει
στην αγκαλιά θα γείρει που θ’ απλώνουν
κρύα λιθάρια.
Ω Θε μου, τι θα κάνεις; Πώς φοβάμαι.


...................

DARAUS, DASS EINER DICH EINMALL GEWOLLT HAT
Αφού κάποιος μια φορά σε θέλησε,
το ξέρω πως κι εμείς μπορούμε να σε θέλουμε.
Κι αν ακόμα αρνιόμασταν όλα τα βάθη:
όταν το βουνό κρύβει χρυσάφι
και κανείς να το ξεθάψει δεν μπορεί,
το ποτάμι κάποτε στο φως θε να το φέρει,
το ποτάμι που κυλά μες στη γαλήνη
των μεγάλων βράχων.
Κι ακόμα αν δεν το θέλουμε:
Ο Θεός ωριμάζει.

ΡΑΪΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ από «ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΩΡΩΝ»
μετάφραση Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ

////////////////////////////

… Ποτέ να μη φτάνεις ως την έβδομη μέρα. Ποτέ να μη θεωρείς πως όλα είναι εντάξει. Η νιότη είναι το ανικανοποίητο. Ο Θεός πρέπει να ήταν ήδη πολύ γέρος όταν ξεκίνησε να δημιουργεί. Ειδάλλως δεν θα είχε σταματήσει το βράδυ της έκτης μέρας. Ούτε καν το βράδυ της χιλιοστής ημέρας. Ούτε καν σήμερα. Αυτό είναι που του καταλογίζω. Που κατάφερε να ξοδέψει όλες του τις δυνάμεις. Που θεώρησε πως το βιβλίο έφτασε στο τέλος του με τη δημιουργία του ανθρώπου και γι’ αυτό κατέθεσε την πένα του και περιμένει πια να δει πόσες επανεκδόσεις θα κάνει. Είναι τόσο λυπηρό που ο Θεός δεν ήταν καλλιτέχνης. Σε κάνει να θέλεις να κλάψεις και να χάνεις το κουράγιο σου για οτιδήποτε.
Η ζωή έχει ουσιαστικά φτιαχτεί για να μας εκπλήσσει

ΡΑΪΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ «Η ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΡΙΛΚΕ»
μετάφραση Α. ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

Κυριακή 29 Απριλίου 2018

Θανάσης Κωσταβάρας

 Light and Shadow, Barcelona

Θα ’ρθει μια μέρα που δε θα ξέρω ποιος είμαι.
Δε θα μπορώ να χτίσω ένα λόγο
να ψελλίσω ένα πρόσωπο.
Θα ’ρθει μια μέρα που δε θα ’μαι μόνο πολύ λυπημένος.
Θα ’μαι χαμένος σ’ έναν κόσμο ξένο για μένα
θα ’χω κιόλας απ’ αυτόν ξεχαστεί.
Θα ’ρθει μια μέρα που δε θα ’χω τίποτε ωραίο να σου χαρίσω.
Θα κλείσω μόνο τα μάτια
Και θα προσπαθήσω να σε δω μ’ έναν τρόπο αλλιώτικο.
Μα ούτε τα ριγηλά σκιρτήματα του κορμιού σου
θα μπορέσω να θυμηθώ
ούτε τα φλογερά μας οράματα
θα είμαι σε θέση να τραγουδήσω.
Κι έτσι όπως ήρθα, ξένος κι απελπισμένος
θα κινήσω να φύγω.
Θα γυρίσω πάλι σε κείνο το σκοτεινό τίποτα
χωρίς να κρατώ τίποτα πάνω μου.
έξω μόνο απ’ τα βαθιά σημάδια που θα ’χουν αφήσει στο σώμα μου
τα εγκαυστικά φιλιά σου.
Κι απ’ της φωνής σου τα χάδια που είναι χαραγμένα στους στίχους μου.
Μ’ αυτά, μόνο απ’ αυτά
εκεί που θα πάω, ίσως
μπορέσω να με γνωρίσουν.


Από τις «ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΗΠΩΝ» - 2003
...........................


Έψαχνα μέσα στις λύπες μου, να βρω τ’ αρχαία φτερά μου.
Μα στα όνειρά μου χιόνιζε πάντα.
Κι ήμουνα μόνος στον κόσμο.
Ήμουνα μόνος κι απελπισμένος
σ’ έναν κόσμο που περνούσε πλάι μου αδιάφορος.
Όπως όταν περνάει μέσα στη νύχτα ένα πλοίο κατάφωτο.
Με τις ορχήστρες του στα σαλόνια να παίζουν.
Κι έτσι, αργά και σίγουρα κι επιβλητικά
περνάει πλάι σ’ έναν ναυαγισμένο και χάνεται.

Από το «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΑΥΡΙΑΝΗΣ ΕΞΟΡΙΑΣ» - 1995
....................................


Μη με ρωτάτε γιατί έρχομαι κι επανέρχομαι.
Γιατί με βασανίζουν τα ίδια θέματα πάντα.
Στο βάθος δεν έκανα τίποτ’ άλλο
παρά να μιλώ για το αίμα μου.
Για τις μέρες που υπήρξαν τόσο θολές.
Για τις νύχτες τις τόσο τρομερές και απάνθρωπες.
Γι’ αυτό φαίνομαι τόσο μονότονος, τόσο περιορισμένος.
Πιασμένος στο ίδιο δόκανο πάντα.
Γιατί δεν μπόρεσα να ξεφύγω απ’ αυτόν τον τρομερό εφιάλτη.
Απ’ τον τετρακέφαλο σκύλο που δε μ’ άφησε ούτε λεπτό.
Θέλω να πω, η ζωή μου στάθηκε μετρημένη.
Απ’ τον ένα, όχι στον άλλο φόβο, στον ίδιο πάλι. Γι’ αυτό.

Από τον «ΜΟΥΓΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗ» - 1982

Τάκης Σινόπουλος, ΑΝ



 Paul Klee


 Απ’ το πρωί ο άνεμος ξεκάρφωνε τον ουρανό.
Απ’ το πρωί ο ήλιος κάπνιζε
ανάμεσα στα ερείπια.
Αν το πρόσωπό σου, το πρόσωπο ασπίδα. Και το σύν-
νεφο εκείνο κι ο τόπος τοπίο, και τα μάτια σου στρέ-
φοντας ξαφνικά δεν είχαν σκοτώσει την εικόνα που
κοίταζαν λίγο πιο πριν.
Αν το χέρι σου ήταν.
Αν τα μάτια σου.
Αν το χέρι σου.
Αν η λέξη που πήγες να πεις.
Λοιπόν όλη τη μέρα ο άνεμος.
Όλη τη νύχτα οι στάχτες της φωτιάς σου.



Τάκης Σινόπουλος, Συλλογή Ι. 1951-1964, Ερμής

Σάββατο 17 Μαρτίου 2018

Κική Δημουλά, ουτοπίες




Καθ’ οδόν
(7 και 30’ πρωινή προς εργασίαν)
συναντώ τον Μάρτιο
ευδιάθετον,
υπαινιγμών πλήρη
περί ανοίξεως και λοιπά.

Αναβάλλω την υπόστασή μου
ανακόπτω τη σύμβασή μου
με το χειμώνα
και διασπείρομαι σε χώμα.
Μια μικρή γη φυσική συντελούμαι,
ξαπλωμένη, απλωμένη
απέναντι στο
καθ’ όλα σύμφωνο
σύμπαν.
Φυτεύομαι άνθη,
ανθίζω συναισθήματα,
και είμαι πολύ καλά
εις άπλετον προορισμόν
και τοποθέτησιν.
«Απαγορεύεται η άνοιξις!»
ξάφνου μια πινακίδα – σύννεφο
απειλεί. Αμέσως
μια βροχή άρχισε κι έλεγε
εις βάρος της ανοίξεως
και εις βάρος μου,
ένας δύσθυμος άνεμος
μου κατάσχει τα άνθη,
μου κατάσχει τα συναισθήματα
και μ’ οδηγεί στο Γραφείο.
Παράβασις, λοιπόν, βαρεία,
και μάλιστα καθ’ οδόν,
από κυρία σχεδόν ώριμη
με οικογενειακές υποχρεώσεις,
και πολυετή θητείαν
εις Δημοσίαν θέση
και χειμώνες.”

............
Κική Δημουλά, «Ουτοπίες», Ποιήματα, 1998, ΙΚΑΡΟΣ

Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2018

ΖΑΝ ΖΕΝΕ, ο σχοινοβάτης


Στον πάγκο του μπαρ μπορείς ν’ αστειευτείς με οποιονδήποτε, να τσουγκρίσεις το ποτήρι σου με όποιον θέλεις. Μα ο άγγελος αναγγέλλει τον ερχομό του. Μείνε μονάχος να τον υποδεχτείς. Και άγγελός μας είναι η νύχτα που πέφτει στην εκθαμβωτική πίστα. Ακόμα κι αν η δική σου μοναξιά είναι πλημμυρισμένη στο φως ενώ σκοτάδι τα χιλιάδες μάτια που σε κρίνουν, που φοβούνται και προσδοκούν τη πτώση σου, θα χορέψεις πάνω και μέσα στην άνυδρη μοναξιά, με τα μάτια δεμένα και εί δυνατόν τα βλέφαρα ραμμένα. Τίποτε όμως δε θα σε εμποδίσει να χορέψεις για την εικόνα σου, και προπαντός χειροκροτήματα ή γέλια. Αλίμονο, είσαι καλλιτέχνης, και δεν γίνεται πια να αγνοήσεις την ανελέητη άβυσσο των ματιών σου. Νάρκισσος χορεύει; Δεν είναι ωστόσο φιλαρέσκεια, εγωισμός και φιλαυτία, μα κάτι άλλο. Μήπως ο ίδιος ο θάνατος; Χόρευε λοιπόν ολομόναχος. Χλωμός, πελιδνός, γεμάτος αγωνία αν θ' αρέσεις στην εικόνα σου - δηλαδή θα χορέψει η εικόνα σου για σένα.
Ποιος φυσιολογικός, γνωστικός άνθρωπος περπατά πάνω σε συρματόσκοινο ή εκφράζεται με στίχους;
Ο έρωτας, σχεδόν απελπισμένος αλλά γεμάτος τρυφερότητα, ο έρωτας που οφείλεις να δείχνεις στο σκοινί σου πρέπει να είναι δυνατός όσο και το συρματόσκοινο που κρατά το βάρος σου. Γνωρίζω τα αντικείμενα, τη μοχθηρία και τη σκληρότητα τους, αλλά και την ευγνωμοσύνη τους. Το σκοινί ήταν νεκρό—ή έστω, βουβό και τυφλό. Με την εμφάνιση σου θα ζωντανέψει και θα μιλήσει. Θα το ερωτευτείς—με έναν έρωτα, θα έλεγα, σαρκικό. Τη νύχτα, καθώς είναι ακόμα κουλουριασμένο στο κουτί του, πήγαινε να το δεις, να το χαϊδέψεις, να ακουμπήσεις το μάγουλο σου στο δικό του.
Ωστόσο πρέπει να εκθέτεις τον εαυτό σου στον κίνδυνο του σωματικού, του οριστικού θανάτου. Το απαιτεί η δραματουργία του Τσίρκου. Το τσίρκο, όπως η ποίηση, ο πόλεμος και η ταυρομαχία είναι από τα λίγα σκληρά παιχνίδια που επιζούν.
Αν πέσεις, θα σου εκφωνήσουν τον πιο συμβατό επικήδειο: βάλτος από χρυσάφι κι αίμα, τέλμα όπου το ηλιοβασίλεμα… μην περιμένεις τίποτ' άλλο. Το τσίρκο είναι όλο συμβατικότητες.
- Κοίτα να γίνεις διάσημος…
- Γιατί;
- Για να προξενείς το κακό.
- Πρέπει οπωσδήποτε να βγάλω λεφτά;
- Απαραιτήτως. θα εμφανίζεσαι στο συρματόσχοινό σου και θα σε ραντίζει μια χρυσή βροχή.
.... Κι επειδή θα σε ενδιαφέρει μονάχα ο χορός , τη μέρα θα σαπίζεις.
.... Το κοινό - που χάρη σ' αυτό υπάρχεις, γιατί χωρίς το κοινό δε θα καταχτούσες ποτέ τη μοναξιά - είναι το κτήνος που εσύ στο τέλος θα το εξοντώσεις. Η τελειότητα κι η τόλμη σου όση ώρα εμφανίζεσαι το εκμηδενίζουν.
Μάταιες οι συμβουλές μου και άστοχες. Δεν είναι δυνατόν να τις ακολουθήσει κανείς. Ήθελα μόνο να γράψω για την τέχνη σου ένα ποίημα που θα σε θερμάνει ολόκληρο, απ' την κορφή ως τα νύχια. Ν' αναφλεγείς ήθελα, όχι να σε διδάξω.

 ****************
Ο ΣΧΟΙΝΟΒΑΤΗΣ - ΖΑΝ ΖΕΝΕ
Μετάφραση : Χριστόφορος Λιοντάκης
Εκδόσεις Καστανιώτη
Πρώτη έκδοση : 1986

Ένας κόσμος ανάποδα – Εντουάρντο Γκαλεάνο



Tο δικαίωμα στο παραλήρημα
......................
.... μια ωραία ημέρα ο πάπας της Ρώμης αποφάσισε να δώσει μια ημερομηνία γέννησης στο Χριστό, παρότι κανείς δεν ξέρει πότε γεννήθηκε ο Χριστός.[...]Ο χρόνος χλευάζει τα όρια που του βάζουμε, επειδή θέλουμε να πιστεύουμε ότι τάχα εμείς τον ορίζουμε• όλοι οι άνθρωποι όμως γιορτάζουν και φοβούνται αυτά τα σύνορα του χρόνου.[...]Τι θα γίνει αν για μια στιγμούλα αφεθούμε στο παραλήρημα; Ας διαπεράσει το βλέμμα μας το όνειδος και ας ονειρευτούμε έναν άλλο κόσμο όπου:
ο αέρας θα είναι καθαρός, απαλλαγμένος από το μικρόβιο του ανθρώπινου φόβου και από τα ανθρώπινα πάθη•
στους δρόμους τα σκυλιά θα συνθλίβουν τα αυτοκίνητα•
τους ανθρώπους δε θα τους ελέγχει το αυτοκίνητο, δε θα τους προγραμματίζει ο υπολογιστής, δε θα τους εξαγοράζει το σούπερ μάρκετ, δε θα τους παρακολουθεί η τηλεόραση•
η τηλεόραση θα πάψει να είναι το πιο σημαντικό μέλος της οικογένειας και θα της συμπεριφερόμαστεόπως στο σίδερο ή το πλυντήριο ρούχων
οι άνθρωποι θα δουλεύουν για να ζήσουν, αντί να ζουν για να δουλεύουν
στους ποινικούς κώδικες θα ενταχθεί και το αδίκημα της βλακείας, το αδίκημα που διαπράττουν όσοι ζουν για να έχουν ή για να κερδίζουν, αντί να ζουν απλώς και μόνο για να ζουν, σαν τα πουλιά που κελαηδούν χωρίς να ξέρουν ότι κελαηδούν και σαν τα παιδιά που παίζουν χωρίς να ξέρουν ότι παίζουν
σε καμιά χώρα δε θα φυλακίζονται οι νέοι που αρνούνται να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία, αλλά εκείνοι που θα θέλουν να την υπηρετήσουν
οι οικονομολόγοι δε θα ονομάζουν επίπεδο ζωής το επίπεδο της κατανάλωσης, ούτε ποιότητα ζωής την ποσότητα των υλικών αγαθών
οι μάγειροι δε θα πιστεύουν ότι είναι ευχάριστο για τους αστακούς να τους βράζουν ζωντανούς•
οι ιστορικοί δε θα πιστεύουν ότι η εισβολή σε μια χώρα είναι κάτι που την ευχαριστεί»
οι πολιτικοί δε θα πιστεύουν ότι είναι ευχάριστο για τους φτωχούς να τρώνε υποσχέσεις•
η σοβαρότητα θα πάψει να θεωρείται αρετή και κανείς δε θα παίρνει στα σοβαρά έναν άνθρωπο που δε θα είναι ικανός να γελάει με τον εαυτό του•
ο θάνατος και το χρήμα θα χάσουν τις μαγικές τους δυνάμεις και ούτε ο θάνατος ούτε η περιουσία θα μπορούν να μετατρέπουν έναν παλιάνθρωπο σε ευυπόληπτο πολίτη•
κανείς δε θα θεωρείται ήρωας ή χαζός επειδή κάνει αυτό που πιστεύει ότι είναι σωστό αντί να κάνει αυτό που τον συμφέρει περισσότερο•
ο κόσμος δε θα πολεμάει πια τους φτωχούς αλλά τη φτώχεια και η στρατιωτική βιομηχανία δε θα έχει άλλη λύση παρά να κλείσει»
το φαγητό δε θα είναι εμπόρευμα ούτε η επικοινωνία εμπόριο, επειδή το φαγητό και η επικοινωνία είναι δικαιώματα του ανθρώπου•
κανείς δε θα πεθαίνει από πείνα επειδή κανείς δε θα πεθαίνει από το πολύ φαΐ»
κανείς δε θα φέρεται στα παιδιά του δρόμου σαν να είναι σκουπίδια, επειδή δε θα υπάρχουν παιδιά του δρόμου•
κανείς δε θα φέρεται στα πλούσια παιδιά σαν να είναι λεφτά, επειδή δε θα υπάρχουν πλούσια παιδιά•
η εκπαίδευση δε θα είναι προνόμιο μόνο όσων μπορούν να την πληρώσουν
η αστυνομία δε θα είναι εφιάλτης για όσους δεν μπορούν να την εξαγοράσουν
η δικαιοσύνη και η ελευθερία, αδέλφια σιαμαία που καταδικάστηκαν να ζουν χωριστά, θα ενωθούν και πάλι, πλάτη με πλάτη»
μια μαύρη γυναίκα θα είναι πρόεδρος της Βραζιλίας και μια άλλη γυναίκα, επίσης μαύρη, θα είναι πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής• μια Ινδιάνα γυναίκα θα κυβερνάει τη Γουατεμάλα και μια άλλη το Περού4
στην Αργεντινή οι τρελές της Πλάζα ντε Μάγιο θα είναι παράδειγμα πνευματικής υγείας, επειδή εκείνες αρνήθηκαν να ξεχάσουν στα χρόνια της υποχρεωτικής λήθης•
η Αγία Μητέρα Εκκλησία θα διορθώσει τα τυπογραφικά λάθη στους πίνακες του Μωυσή και η έκτη εντολή θα προστάζει να τιμάμε το σώμα•
η Εκκλησία επίσης θα υπαγορεύσει μια ακόμη εντολή, που την ξέχασε ο Θεός: «Αγάπα τη φύση, μέρος της οποίας είσαι κι εσύ»•
θα ξαναβλαστήσουν τα δάση στον ερημωμένο κόσμο μας και στις ερημωμένες ψυχές•
οι απελπισμένοι θα ξαναβρούν την ελπίδα τους και οι χαμένοι τη ζωή τους, αφού απελπίστηκαν επειδή ήλπισαν πολύ και χάθηκαν επειδή έψαξαν πολύ•
όσοι έχουμε θέληση για δικαιοσύνη και ομορφιά θα είμαστε όλοι αδέλφια, όποτε κι αν έχουμε γεννηθεί, όπου κι αν έχουμε ζήσει, χωρίς να χρειαστεί να αλλάξουμε καθόλου τα σύνορα του κόσμου και του χρόνου•
η τελειότητα θα εξακολουθήσει να είναι το βαρετό προνόμιο των θεών όμως, σ’ αυτό τον όμορφο αλλά και γαμημένο κόσμο, θα ζούμε την κάθε νύχτα σαν να ‘ναι η τελευταία και την κάθε μέρα σαν να ‘ναι η πρώτη μας.
.....................
Ένας κόσμος ανάποδα - Εντουάρντο Γκαλεάνο,Μάθημα 17ο: Tο δικαίωμα στο παραλήρημα, Σελίδες 360 – 365.
Εκδόσεις «Πιρόγα», μτφρ. Ζακοπούλου Γεωργία.

Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2018

Λουντέμης

Μακελειό στην χαράδρα – Γιώργος Φαρσακίδης, 1949


"Κείνο το βράδυ σώπαιναν οι λύκοι, γιατί ούρλιαζαν οι άνθρωποι!"

..........................

"Ήρθε μια νύχτα που το νησί (Μακρόνησος) κλυδωνίζεται σαν ακυβέρνητο σκάφος. Αυτή τη νύχτα –οι φθόγγοι αυτοί οι άγνωστοι- ακούστηκαν τόσο δυνατά, που οι μεταλλωρύχοι της αντικρινής πλαγιάς τρόμαξαν και κρύφτηκαν στις στοές τους. Ήταν οχτώ του Δεκέμβρη, χίλια εννιακόσια σαράντα εννέα χρόνια ύστερα απ’ τη γέννησή του γιου μιας χωρικής που τον σταύρωσαν –μια φορά- πάνω σ’ ένα ξύλο σ’ ένα λόφο της Σιών, επειδή κουβάλησε μαζί του καινούργιες ιδέες. Βλέπετε οι ιδέες, κάθε φορά που έχουν απόλυτους τους ιδιοκτήτες, που άμα δεν έρχονται στα μέτρα που θέλουν αυτοί, παίρνουν το κεφάλι που τις έχει. […]"
..........................

"Και σαν ξημέρωσε η οχτώ του Δεκέμβρη σύρτηκε απ’ τη μιαν άκρη του νησιού ως την άλλη η πελώρια σκιά του τρόμου. Δήμιοι, νεκροί, πληγωμένοι… κείτουνταν χάμω, μέσα σ’ έναν πέτρινο αγρό σπαρμένον με ανθρώπινα κορμιά. Εκείνο το πρωί τα κοκόρια του Λαυρίου –για πρώτη φορά- δε λάλησαν. Μόνο τα σκυλιά της πόλης ανέβηκαν στο καρβουνόχωμα και κλαίανε όλη τη νύχτα. Όσο για τους ανθρώπους, όλες αυτές τις νύχτες, παρακολουθούσαν τη ζωή απ’ τις χαραμάδες… Σάστιζαν πως, αυτό που γινόταν αντίκρυ, δεν το είχε γράψει ακόμα η Αποκάλυψη […]"
.............................

"… Η φρίκη της Μακρόνησος δε χωράει σε βιβλία. Διαβάζεται μόνο μες στα μάτια των τρελών της. Μόνο τ’ αυτιά του Λαυρίου πρόφτασαν ν’ αρπάξουν κάτι ξεφτίδια απ’ τις φωνές… Στην αρχή, γιατί αργότερα ράγισαν κι αυτά και δεν άκουαν πια τίποτα. Κι έτσι απόμειναν μόνο οι σκύλοι -με το προφητικό τους ένστικτο- να σκορπούν απ’ τους καρβουνοσωρούς τις οιμωγές τους, σαν μαύρους οιωνούς που έβγαιναν απ’ τα σπλάχνα του προαιώνιου ζώου.[…]"
....................

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Σιωπή! Χρησιμοποιείς την ιεράν ταύτην αίθουσαν δια την βρομεράν σου προπαγάνδα; Αρκεί!
ΣΤΡΑΤΟΔΙΚΗΣ: Αφήστε τον, κ. Πρόεδρε… πολύ γρήγορα –μόλις ο θάνατός του γίνει βεβαιότης-, θα σκύψει τον αυχένα.
ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ: Κάνετε λάθος. Θα πάω όρθιος παντού. Όρθιος όπως περπάτησα ως τώρα, ακόμα κι όταν τα πόδια μου έσταζαν αίματα. Πρέπει, για την Ιστορία, να σας πω ότι χτες βράδυ, μετά το τέλος της δίκης, τρεις άνθρωποι μπήκαν στο κελί μου κι όλη τη νύχτα πάλεψαν να σπιλώσουν την τελευταία μέρα της ζωής μου, αποσπώντας μου την ταπεινωτική «μετάνοια». Θα μπορούσα να σας δείξω τις πληγές και τα εγκαύματα που έκαναν σ’ ολόκληρο το κορμί μου. Δεν το κάνω όμως για να μη νομισθεί ότι εκλιπαρώ την επιείκεια ή τον οίκτο σας. Δεν με πιστεύετε;
ΣΤΡΑΤΟΔΙΚΗΣ: Εγώ το πιστεύω. Όχι, κ. Πρόεδρε. Εγώ το πιστεύω. Γι’ αυτό, κατηγορούμενε, σε συμβουλεύω εγώ, πατρικώς –όχι με βασανισμούς και απειλάς- σε προτρέπω πατρικώς να εγκαταλείψεις, επιτέλους, αυτό το στείρον ανώφελον πείσμα –χάριν μιας αβεβαίας υστεροφημίας- και να επανέλθεις εις τους κόλπους της Πατρίδος, ήτις θα σε δεχθεί και θα περιθάλψει τας πληγάς σου.
ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ: Παιδιά που τα δέρνουν στο σπίτι με το ξύλο φεύγουν μακρύτερα. Όχι, κ. Στρατοδίκα, δεν θα επιστρέψω στο ετοιμόρροπο σπίτι σας που τόσο άσκημα κάνετε αν το λέτε ‘Πατρίδα’. Δεν θα επιστρέψω ούτε με το γλυκό σας ύφος, που τόσο αδέξια ηχεί στα χείλη σας. Δεν θα επιστρέψω σ’ ένα σπίτι που τας θεμέλια και το κατώι του πλημμύρισαν από αίματα. Πατρίδα είναι εκείνο που για χάρη του θυσιάζονται οι άνθρωποι και όχι εκείνο που για χάρη του σκοτώνουν.
Ο ΙΔΙΟΣ ΣΤΡΑΤΟΔΙΚΗΣ: Ε, τότε πήγαινε στο διάολο! Πήγαινε στον θάνατο που σου αξίζει!»

Μενέλαος Λουντέμης, «Οδός Αβύσσου αριθμός Ο», ΠΑΤΑΚΗΣ, Απρίλιος 2015


////////////////////////////////


"Εδώ είναι το σπίτι του Μενέλαου.
Όχι οδός Αβύσσου, αριθμός Μηδέν.
Οδός Ανθρώπου, αριθμός 1.
Δε χρειάζεται να χτυπήσεις.
Η πόρτα ανοιχτή. Μπορείς να μπεις.
Μ' αναμμένο το φανάρι της καρδιάς μου μες στη νύχτα
φωτίζω την πόρτα σου, Μενέλαε. Σε βρήκα.
Περάστε, αδέρφια. Το σπίτι του όλους μας χωράει.
Εδώ μένει ένας άνθρωπος που καίγεται απ' τον ήλιο
της καρδιάς του και φωτίζει."

Γιάννης Ρίτσος, Απρίλης 1955, (Απόσπασμα από ποίημα αφιερωμένο στον Μενέλαο Λουντέμη, από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Κυριακή 14 Ιανουαρίου 2018

Αργύρης Χιόνης, Ασήμαντα περιστατικά



 maria frodl

1. ΚΑΠΟΙΟΣ ΕΞΗΜΕΡΩΣΕ, ΚΑΠΟΤΕ ΜΙΑ ΜΟΝΑΞΙΑ· από θηρίο της ερήμου ζώο
την έκανε οικόσιτο,κι ήτανε τρυφερή και διακριτική και στην αφή τόσο απαλή, πιo απαλή ακόμα κι από γάτα.
Τώρα πώς έγινε και, έτσι ξαφνικά, αυτή η τόσο εξημερωμένη μοναξιά τον κατα-
σπάραξε, κανείς δεν ξέρει.
*** 2. Είναι δυο άνθρωποι. Ο ένας με μαχαίρι, ο άλλος άοπλος.
Αυτός με το μαχαίρι λέει στον άλλο: "Θα σε σκοτώσω".
"Μα γιατί;", ρωτά ο άοπλος "τι σου 'χω κάνει; Πρώτη φορά βλεπόμαστε. Ούτε σε ξέρω ούτε με ξέρεις".
"Γι' αυτό ακριβώς θα σε σκοτώσω. Αν γνωριζόμασταν, μπορεί να σ' αγαπούσα", λέει αυτός με το μαχαίρι.
"Ή και να με μισούσες", λέει ο άοπλος. "Να με μισούσες τόσο, που με χαρά μεγάλη θα με σκότωνες. Γιατί να στερηθείς μια τέτοια απόλαυση; Έλα να γνωριστούμε!"
"Κι αν σ' αγαπήσω", επιμένει ο οπλισμένος, "αν σ' αγαπήσω, τι θα κάνει ετούτο το μαχαίρι;"
"Ω, μη φοβάσαι", λέει ο άοπλος, "σκοτώνει ακόμη κι η αγάπη. Και τότε είναι ακόμη πιο μεγάλη η απόλαυση" *** 3. ΣΕ ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ ΕΡΗΜΟ ΚΙ ΕΡΕΙΠΩΜΕΝΟ, ζούσε μια χοντρή βαριά σιωπή· τόσο χοντρή που ’χε ξηλώσει όλα τα κουφώματα, τόσο βαριά που ’χε βουλιάξει όλα τα πατώματα και τόσο σιωπηλή που όποιος έμπαινε εκεί δεν άκουγε ούτε τη βουή του τρομαγμένου αίματος στις φλέβες του. Και, ξαφνικά, μια μέρα, η σιωπή τραγούδησε. Ναι, μη σας φαίνεται παράξενο· ο έρωτας τα πάντα κατορθώνει, και η σιωπή, για την οποία σας μιλώ, αγάπησε τρελά ένα σαράκι που, λίγο – λίγο, από μέσα τρώγοντάς την, αδιάκοπα αδειάζοντάς την, ανάλαφρο την έκανε του έρωτα δοχείο, του τραγουδιού του ηχείο.

Αργύρης Χιόνης,Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1966-2000, (Ασήμαντα Περιστατικά), ΝΕΦΕΛΗ

Τ. Πατρίκιος, Λυσιμελης Πόθος (επιλογή)



Eduard Weston, 1936, Charis Wilson

Κάθε που θέλω να τιμωρήσω τον εαυτό μου
Λιγοστεύω τις φορές που σε κοιτάω.
.........
Έφερες πάλι τη ροή του χρόνου
άλλοτε επιταχυνοντας, άλλοτε
βραδυνοντας τις ώρες
.........
Οι απέραντες εκτάσεις μετρημένες με έτη φωτός δεν μου λένε τίποτα
Εσύ ήσουνα λίγα μέτρα μακριά
και δεν μπορούσα να σ' αγγίξω
σαν απλησίαστο απλανη αστέρα.
.........
Ξεριζωνω μία - μία σκέτες λέξεις
και σου τις στέλνω...
..........
Τα λόγια φτάνουν αλλαγμένα στον προορισμό
Δεν φτάνουν, δεν ξεκινούνε καν, μένουν...
.........
Νομίζαμε ότι γνωριζόμαστε καλά
μα όταν τα κουρασμένα ρούχα μας αρχίσανε να πέφτουν...
φάνηκε καθαρά πόσο μακρύς ήταν ο δρόμος
..........
Η πιο δημοκρατική στιγμή
είναι του αμοιβαίου οργασμού
..................

Τ. Πατρίκιος, Λυσιμελης Πόθος, ΚΙΧΛΗ

Mehmet Ali Ozcobanlar*

Anke Merzbach


Τι είναι αλήθεια και τι ψέμα, τι είναι σωστό και τι είναι λάθος
Εγώ είμαι σ’εσένα και με σένα
Κράτα με στα αισθήματα σου
Μα μη ταράζεσαι
Μην ξεχνάς πως κυκλοφορώ μέσα στη συγκίνηση σου
Κι αν με τον καιρό φύγω και χαθώ
Πάντα στο πλάι σου θα βρίσκομαι

......................
Κάποιοι ξέρουν, όμως εσύ δεν γνωρίζεις
Κάποιοι αφουγκράζονται όμως εσύ δεν ακούς
Αυτοί βλέπουν, εσύ δεν κοιτάζεις
Τα αυτιά σου δεν ακούν, στέκεις κουφός στις κραυγές της οδύνης μου
Τα μάτια σου δεν βλέπουν πως κάθε στιγμή το κορμί μου λιώνει
Η ψυχή σου δεν έχει πάρει χαμπάρι τον έρωτα μου
Εσύ δεν ακούς, δεν βλέπεις, δεν ξέρεις…
.........................
Δεν είναι υπέροχο να αναπνέεις τον αέρα της ίδιας πόλης
Να μοιράζεσαι την δροσιά της ίδιας θάλασσας
Να ατενίζεις τον ίδιο ορίζοντα την χαραυγή
Να ξυπνάς με τον ίδιο ήλιο και να βυθίζεσαι στο ίδιο όνειρο
Με το πνεύμα του ίδιου ανθρώπου ;
.........................
*Ο Mehmet Ali Ozcobanlar γεννήθηκε το 1984 στην Κιουτάχεια, σπούδασε στο Εσκι-Σεχιρ και την Βαρσοβία. Η ποίηση του έχει βαθιά ελληνοκεντρική ταυτότητα , μιας και μοιράζει τη ζωή του ανάμεσα στην Τουρκία και τα νησιά της Μυκόνου και της Δήλου. Η πρώτη του ποιητική συλλογή, Seyyah, μεταφράστηκε από τον Θωμά Κοροβίνη, και πρωτοδημοσιευτηκε στο 96ο τεύχος του ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟΥ.