Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις...
να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις...
Ρίτσος

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2019

Νίκος Καββαδίας, Βάρδια έκτη...


Δε βλέπεις παραπέρα από ένα μέτρο, από μισό, λιγότερο, τίποτα, περισσότερο κι από τίποτα. Το’ χει από νωρίς κατεβάσει. Το πούσι έχει τη δική του μυρωδιά, όπως η καταιγίδα, ο τυφώνας, η τρικυμία του κάθε καιρού. Πώς μυρίζει! Γιομίζει τα ρουθούνια μου μα δεν μπορώ να σου πω… Ιουδήθ!
Είσαι δέκα χιλιάδες μίλια μακριά απ’ το Gomel και πέντε από μένα. Ανασαίνεις τον ιδρώτα του Τάσμαν. Είμαι σίγουρος πως έχεις λησμονήσει κείνη τη νύχτα, πάνω στο κατάστρωμα του “Cyrenia”, δίπλα στο φανάρι του Μινικόι. Φορούσες τη νύχτα. Το πορφυρό φόρεμα σου σερνόταν κουρέλι στα πόδια σου, τα λιανά σου πόδια με τα πέδιλα των Φοινίκων. Το κλώτσησες και χάθηκε στο πράσινο κρουζέτο, πίσω από τη βάρκα. Σαλεύει μονάχα του ματιού σου το πράσινο.
– Φόρεσε το ρούχο σου. Σκεπάσου. Παρακαλώ σε φόρεσέ το.
– Το παίρνει ο μουσώνας. Δε βλέπεις;
– Είσαι σα γυμνή λεπίδα κινέζικη.
– Θέλω τη θήκη μου. Ιουδήθ!… Όλα τα πράγματα έχουνε τη δική τους μυρωδιά. Οι άνθρωποι δεν έχουν. Την κλέβουν από τα πράγματα. Τα κόκκινα μαλλιά σου μυρίζουν σαν το αμπάρι της Πίντα, όταν γύριζε από το πρώτο ταξίδι. Στενοί δρόμοι του Γκέττο…Streets are not safe at night. Avoid all saloons. Chagall: ο Αρχιραβίνος.
– Ατζαμή! Φίλησέ με. – Μιαν άλλη φορά. Όταν ξανάβρω τη γεύση μου.
– Την έχασες; Πού;
– Στο Barbados…Στην άμμο. Την ξέχασα στα χείλια μιας μαύρης.
– Καλά. Δάγκασέ με μονάχα. Να πονέσω.
– Δεν έχω δόντια. Τ΄άφησα σ’ ένα μάγκος άγουρο, εδώ πέρα, αντίκρυ στο Cochin.
– Χάιδεψε.
– Ιουδήθ… Με τι χέρια… .έχασα την αφή μου πάνω στο ξεβαμμένο μεταξωτό μιας πολυθρόνας, σ’ ένα σπίτι στο Ικίκι…Εκεί ανάμεσα… Μαζί κι ένα ζαφείρι… ένα μεγάλο ζαφείρι.
– Τότε κοίταξέ με στα μάτια. Γιατί τα κρατάς καρφωμένα χάμω; Κοίταξέ με λοιπόν.
– Δεν είναι τα δικά μου. Εκείνα τα φορά ένας γέρος ζητιάνος στο Βόλο. Τ’ αλλάξαμε.
– Κοίταξέ με μέ τα δικά του.
– Ήταν τυφλός. Τον βαστούσε ένα κορίτσι από το χέρι.
– Άσε με να σε βαστάξω κι εγώ από το χέρι.
– Ναι. – Πάμε. Κρυώνω.
– Στάσου να σου πω ένα παραμύθι.
– Δε θέλω. Πάμε.
– Κάνει ζέστη μέσα. Ο ανεμιστήρας έχει χαλάσει. Βρωμάει σα φαρμακείο. Είναι κάτι λερωμένα σεντόνια. Μια βρώμικη λεκάνη. Ένας σκορπιός που τρέχει στους τοίχους. Φοβάμαι…
– Το σκορπιό; – Eσένα.
– Πάμε σου λέω. – Κάνε πέρα τα χέρια σου. Πες κάτι ακόμα.
– Λοιπόν… Μόνον ο γερο-Γιεχού δεν κοιμόταν. Διάβαζε δίπλα στη λάμπα με το καπνισμένο γυαλί. Διάβαζε το μεγάλο βιβλίο. Η πόρτα λύγισε στις κοντακιές. Ήμουν δώδεκα χρονών. Δεν πρόφτασα να χτενίσω τα μαλλιά μου τα κόκκινα. Ήτανε δώδεκα, με μαύρους σταυρούς στο μπράτσο. Μεθυσμένοι. Τότε… Μπρος στη μάνα μου, μπροστά στο Γιεχού που προσεύχονταν με μάτια κλεισμένα.
– Κι οι δώδεκα;
– Δε θυμάμαι. Δεν έχω ζυγώσει άλλον άντρα. Όμως απόψε… Όχι γιατί μ’ αρέσεις. Είμαι μονάχα περίεργη. Πάμε.
– Αύριο, στο Colombo. – Τώρα.
– Δος μου το χέρι σου. Θα σκοντάψεις. Έχει σκαλί. Μην ανάβεις το φως… Ξέρεις.. Είμαι άρρωστος.
– Δε με νοιάζει. – Άκου… Είναι σα να χαλάμε το παιχνίδι για να βρούμε το θαύμα.
– Θέλω να φορέσω το δικό σου πετσί. Να κλέψω κι εγώ κάτι από σένα.
– Κάνε όπως θέλεις. Ό, τι βρεις κλέψε. Δείξε μού το μονάχα… Κι έγινε έτσι, όπως τότε, όταν χάιδεψα ένα γυμνό του Pascin μπροστά σε τρεις φύλακες του Μουσείου, χωρίς να με δούνε…
***
Νίκος Καββαδίας, Βάρδια, εκδ. ΑΓΡΑ



Το πλοίο Corinthia, με το οποίο ο Νίκος Καββαδίας έκανε κάποια ταξίδια το 1953. Στη φωτογραφία, το Corinthia βρίσκεται στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας τον Ιούλιο του 1947, έτοιμο να αναχωρήσει για την Παλαιστίνη με τους νόμιμους, αλλά και τους παράνομους Εβραίους μετανάστες που είχαν επιβιβαστεί σ' αυτό. Πηγή: www.lifo.gr

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2019

Εντουάρντο Γκαλεάνο, Καθρέφτες


   Απολεσθέντα αντικείμενα. "Ο 20ός αιώνας, που γεννήθηκε εξαγγέλλοντας ειρήνη και δικαιοσύνη, πέθανε λουσμένος στο αίμα, κι άφησε τον κόσμο με ακόμα περισσότερες αδικίες απ’ όσες τον είχε βρει.
     Ο 21ος αιώνας, που επίσης είχε εξαγγείλει με τη γέννησή του ειρήνη και δικαιοσύνη, ακολουθεί τα χνάρια του προηγούμενου αιώνα.
     Κάποτε, παιδί, ήμουνα βέβαιος ότι όλα όσα χανόντουσαν στη γη κατέληγαν στη σελήνη.
     Όμως οι αστροναύτες δεν βρήκαν επικίνδυνα όνειρα ούτε ανεκπλήρωτες υποσχέσεις ούτε χαμένες ελπίδες....
     Αν δεν είναι στη σελήνη, τότε που είναι;
     Μήπως δεν χάθηκαν από τη γη;
     Μήπως κρύφτηκαν κάπου στη γη;".



***
Εντουάρντο Γκαλεάνο, Καθρέφτες (μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία), μτφρ. Ισ. Κανσή, ΠΑΠΥΡΟΣ

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2019

Μάρκος Μέσκος




Τω καιρώ εκείνω η χώρα πάλι δυστυχούσε.
Αόρατοι πόλεμοι μα θανατηφόροι εξίσου, αρρώστιες συχνά και το φριχτον τέλος όχι στην όμορφη θέα του μοναστηριού που οι καλόγεροι κρατούν στη μέση τα κλειδιά των κρανίων μήτε στον λόφο με τα κυπαρίσσια• μα στη σκόνη μέσα και στα σκου¬πίδια και στα υπόγεια αζήτητοι νεκροί – με το στανιό τα μάτια ορθάνοιχτα για τη φωτογραφία και την επικήρυξη. Και άλλη πείνα και ανέχεια ψυχής κάτω απʼ τον ίδιο πάντοτε ουρανό του κόσμου.
Στο διηνεκές τότε διάλεξε την ώρα ο Βασιλιάς και μια μέρα εκατέβη στην αγορά όπου το ψέμα συνωστίζεται και η απάτη και οι σιωπηλές φωνές του κέρδους. Παραμέρισαν οι ρακένδυτοι να περάσει η συνοδεία και να σταθεί στο κέντρον ο Μεγαλειό¬τατος με τις πορφύρες. Εκείνος, ο θεόπνευστος, σήκωσε τα χέρια ψηλά τρις, κάθε φορά γεμίζοντας τις χούφτες του διαμα¬ντικά και γρόσια και χρυσάφια τινάζοντάς τα προς τα σύννεφα, σημάδι, λένε, πως αγαπούσε τους ανθρώπους και τον λαό και πως τα χάριζε σκορπώντας τα έτσι.
Αλαλάζοντας συρφετός χύμηξε ποιος να προλάβει πρώτος χτυπώντας και υβρίζοντας ο εις τον άλλον. Γρηγορότερα από τις αστραπές της βροχής συνάχτηκαν οι ξαφνικές λάμψεις στο χώμα και το στερνό φλουρί ακόμα που κυλούσε προς τον υπόνομο.
Η πομπή ξεκίνησε από τα μάτια του Βασιλιά για το παλάτι με το κνούτο μπροστά που πρίν λίγο σιγούσε. Κι από τους τυχερούς της ημέρας άλλοι ταχύτατα λάκισαν σφίγγοντας τον κόρφο για το καλύβι, άλλοι βροντώντας τις τσέπες πέρασαν στίς ανάγκες και στα καπηλειά• μα κάποιοι στη γωνιά, αμέτοχοι στην εξαγορά του βίου τους, σφίγγοντας τα δόντια έκλαιγαν.


Μάρκος Μέσκος, "Στον ίσκιο της γης", 1986, ΥΨΙΛΟΝ