Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις...
να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις...
Ρίτσος

Πέμπτη 12 Οκτωβρίου 2017

Λουί Αραγκόν, «Τραγούδι του Οκτώβρη»






Ένα τραγούδι ουρά μιας εσθήτας απέραντη
Ένα τραγούδι ποτέ δεν τελειώνει
Ένα τραγούδι του Οκτώβρη ρομάντζα
Πιο γλυκιά κι απ’ το Μάη
Ένα τραγούδι που πάντα ν’ αρχίζει ξανά
Τη νοσταλγία του ορίζοντα τα μάτια σου έχουν
Τρελέ που βρίσκεις τον αιθέρα γαλάζιο αρκετά
Που ο ουρανός φυλακή δε σου είναι
Ν’ αγαπήσεις υπέρμετρα πρέπει
Δεν αρκεί διόλου πια το μυαλό
Φθινόπωρο ωραίο με χέρια βελούδου
Ειν’ το τραγούδι που δεν τραγουδήθη ποτέ
Ειν’ το τραγούδι δικού μας του έρωτα
Ειν’ το τραγούδι των ρόδων θωριά του τσαγιού
Που η καρδιά τους έχει το χρώμα της μέρας
Είναι τάχα ο λυγμός βαθύς αρκετά
Να μιλήσει και για του κορμιού τις ερήμους
Όμοιες με κύκλους μες στο νερό
Τα λόγια αξίζουνε τάχατες τη μελωδία
Του ατέλειωτου πόθου κλεισμένου βαθιά στην καρδιά
Ένα τραγούδι Έλσα της τρέλας
Ένα τραγούδι ποτέ δεν τελειώνει
Ένα τραγούδι του Οκτώβρη ρομάντζα
Πιο γλυκιά κι απ’ το Μάη
Ένα τραγούδι ουρά μιας εσθήτας απέραντη.

[“Πρόσωπα/ιδέες- Λογοτεχνία: Αραγκόν”, Πλέθρον]

...........................


Στεφάν Μαλλαρμέ, «Στεναγμός»

Στο μέτωπό σου που ονειρεύεται, ω ήρεμη αδελφή, ένα
φθινόπωρο από πορφυρά πέταλα ανθέων στρωμένο,
και μες στον πλάνητα ουρανό του αγγελικού ματιού σου,
πιστή αναλήπτεται η ψυχή μου, όπως σε κήπο θλίψης
στενάζει κάποιος πίδακας λευκός προς το Γαλάζιο.
Προς το Γαλάζιο το απαλό του ωχρού κι αγνού Οκτωβρίου
την άπειρή του ραθυμία που αντανακλά στις στέρνες
κι αφήνει στο νεκρό νερό, που η υπόξανθη αγωνία
των φύλλων πλέει στον άνεμο και κρύο σκαλίζει αυλάκι,
να σέρνεται ο ήλιος κίτρινος από μια μακριά αχτίδα.

[Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης, Καστανιώτης]

Anne Sexton, Γιορτάζοντας την μήτρα μου

Όλες μέσα μου είναι πουλί.
Χτυπάω όλα τα φτερά μου.
Ήθελαν να σε αποκόψουν
αλλά δεν θα το κάνουν.
Είπαν ότι είσαι απροσμέτρητα άδεια
αλλά δεν είσαι.
Είπαν ότι ήσουν έτοιμη να πεθάνεις
αλλά έκαναν λάθος.
Τραγουδάς σαν σχολιαρόπαιδο.
Δεν έχεις φθαρεί.
Άχθος γλυκό,
γιορτάζοντας τη γυναίκα που είμαι
και την ψυχή της γυναίκας που είμαι
και το κεντρικό δημιούργημα και την ευφροσύνη του
τραγουδώ για σένα. Τολμώ να ζήσω.
Γεια σου, πνεύμα. Γεια σου, φλιτζάνι.
Δέσε, σκέπασε. Σκέπασε αυτό που περιέχει.
Χαιρετώ το χώμα των αγρών.
Καλώς ήρθατε, ρίζες.
Κάθε κύτταρο έχει ζωή.
Υπάρχει αρκετή εδώ για να ευχαριστήσει ένα έθνος.
Είναι αρκετό ότι ο κοσμάκης κατέχει αυτά τα αγαθά.
Κάθε άνθρωπος, κάθε κοινοπολιτεία θα έλεγε σχετικά,
«Θα ‘ταν καλό αυτόν τον χρόνο να φυτέψουμε ξανά
και να προνοήσουμε για τη σοδειά.
Η ξηρασία έχει προβλεφθεί και εξοβελισθεί.»
Πολλές γυναίκες τραγουδούν γι’ αυτό:
κάποια καταριέται τη μηχανή σ’ ένα εργοστάσιο παπουτσιών,
κάποια φροντίζει μια φώκια στο ενυδρείο,
κάποια πλήττει στη ρόδα μιας Ford,
κάποια εισπράττει διόδια στην πύλη,
κάποια τραβά το σκοινί ενός μοσχαριού στην Αριζόνα,
κάποια καβαλικεύει ένα τσέλο στη Ρωσία,
κάποια μετακινεί δοχεία πάνω σε μια σόμπα στην Αίγυπτο,
κάποια βάφει τους τοίχους του δωματίου της στο χρώμα του φεγγαριού,
κάποια πεθαίνει αλλά θυμάται να φάει πρωινό,
κάποια τεντώνεται σε μία ψάθα στην Ταϋλάνδη,
κάποια σκουπίζει τον κώλο του παιδιού της,
κάποια κοιτάζει έξω από το παράθυρο ενός τρένου
στη μέση του Wyoming και κάποια είναι
κάπου και κάποιες είναι παντού και όλες
φαίνεται να τραγουδάνε, αν και κάποιες δεν μπορούν
να τραγουδήσουν ούτε μια νότα.
Άχθος γλυκό,
γιορτάζω τη γυναίκα που είμαι
άσε με να φορέσω μια τρίμετρη μπόλια,
άσε με να χτυπήσω το ταμπούρλο για τις δεκαεννιάχρονες,
άσε με να κουβαλήσω κούπες για την θυσία
(αν αυτό μου αναλογεί).
Άσε με να μελετήσω τον καρδιαγγειακό ιστό,
άσε με να εξετάσω τη γωνιακή απόσταση των μετεώρων,
άσε με να ρουφήξω τους μίσχους των λουλουδιών
(αν αυτό μου αναλογεί).
Άσε με τον χορό της φυλής ν’ ακολουθήσω
(αν αυτό μου αναλογεί).
Γι’ αυτό που χρειάζεται το σώμα
άσε με να τραγουδήσω
για το δείπνο,
για το φιλί,
για το σωστό
ναι.
Anne Sexton, Ποιήματα, (The Complete Poems), Printa, συντελεστές Δήμητρα Σταυρίδου, Παυλίνα Παμπούδη


Κ. Π. Καβάφης, Ο Δαρείος




Ο ποιητής Φερνάζης το σπουδαίον μέρος
του επικού ποιήματός του κάμνει.
Το πώς την βασιλεία των Περσών
παρέλαβε ο Δαρείος Υστάσπου. (Aπό αυτόν
κατάγεται ο ένδοξός μας βασιλεύς,
ο Μιθριδάτης, Διόνυσος κ’ Ευπάτωρ). Aλλ’ εδώ
χρειάζεται φιλοσοφία· πρέπει ν’ αναλύσει
τα αισθήματα που θα είχεν ο Δαρείος:
ίσως υπεροψίαν και μέθην· όχι όμως — μάλλον
σαν κατανόησι της ματαιότητος των μεγαλείων.
Βαθέως σκέπτεται το πράγμα ο ποιητής.
Aλλά τον διακόπτει ο υπηρέτης του που μπαίνει
τρέχοντας, και την βαρυσήμαντην είδησι αγγέλλει.
Άρχισε ο πόλεμος με τους Pωμαίους.
Το πλείστον του στρατού μας πέρασε τα σύνορα.
Ο ποιητής μένει ενεός. Τι συμφορά!
Πού τώρα ο ένδοξός μας βασιλεύς,
ο Μιθριδάτης, Διόνυσος κ’ Ευπάτωρ,
μ’ ελληνικά ποιήματα ν’ ασχοληθεί.
Μέσα σε πόλεμο — φαντάσου, ελληνικά ποιήματα.
Aδημονεί ο Φερνάζης. Aτυχία!
Εκεί που το είχε θετικό με τον «Δαρείο»
ν’ αναδειχθεί, και τους επικριτάς του,
τους φθονερούς, τελειωτικά ν’ αποστομώσει.
Τι αναβολή, τι αναβολή στα σχέδιά του.
Και νάταν μόνο αναβολή, πάλι καλά.
Aλλά να δούμε αν έχουμε κι ασφάλεια
στην Aμισό. Δεν είναι πολιτεία εκτάκτως οχυρή.
Είναι φρικτότατοι εχθροί οι Pωμαίοι.
Μπορούμε να τα βγάλουμε μ’ αυτούς,
οι Καππαδόκες; Γένεται ποτέ;
Είναι να μετρηθούμε τώρα με τες λεγεώνες;
Θεοί μεγάλοι, της Aσίας προστάται, βοηθήστε μας.—
Όμως μες σ’ όλη του την ταραχή και το κακό,
επίμονα κ’ η ποιητική ιδέα πάει κι έρχεται —
το πιθανότερο είναι, βέβαια, υπεροψίαν και μέθην·
υπεροψίαν και μέθην θα είχεν ο Δαρείος.

(Κ. Π. Καβάφης, Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)