[...]
Τα υπερωκεάνια που μπαίνουν με το πρωί στο λιμάνι,
φέρνουν για μένα,
το χαρούμενο και λυπημένο μυστήριο
του ερχομού και της αναχώρησης.
Φέρνουν μνήμες από μακρινές αποβάθρες,
κι άλλες στιγμές της ίδιας ανθρωπότητας
σ’ άλλα λιμάνια με τρόπο διαφορετικό.
Κάθε αγκυροβόλημα, κάθε βίρα τις άγκυρες,
είναι- το νοιώθω μέσα μου σαν το αίμα μου-
ασυνείδητα συμβολικό, τρομερά απειλητικό,
γεμάτο έννοιες μεταφυσικές
που αναστατώνουν μέσα μου αυτόν που υπήρξα.
Αποβάθρα που καθρεφτίζεται μαύρη,
πάνω στ’ ακίνητα νερά,
η ψυχή περιπλανώμενη και ασταθής των ταξιδευτών,
των συμβολικών ανθρώπων που περνούν
και που τίποτα μ’ αυτούς δεν διαρκεί,
γιατί όταν το πλοίο επιστρέφει στο λιμάνι
πάντα κάτι έχει αλλάξει στον κόσμο του!
[…]
Το μυστήριο της κάθε αναχώρησης
και του κάθε ερχομού,
η οδυνηρή αβεβαιότητα και ακατανοησία
αυτού του αδιανόητου σύμπαντος,
ο παράλογος λυγμός που σκορπίζουν οι ψυχές μας
πάνω στα νερά θαλασσών διαφορετικών.
Μια νοσταλγία για κάτι αόριστο,
μια αναστάτωση συναισθημάτων
για ποια ακαθόριστη άραγε πατρίδα;
Ποια ακτή; ποιο πλοίο; ποια αποβάθρα;
που μέσα μας η σκέψη αρρωσταίνει,
και μένει μόνο στην ψυχή μας ένα μεγάλο κενό,
μια κενή πλησμονή θαλασσινών στιγμών.
.....................
Φερνάντο Πεσσόα
«Θαλασσινή ωδή» (απόσπασμα) του Αλβάρο ντε Κάμπος,
Μετάφ: Μαρία Παπαδήμα, Εκδ. Νεφέλη


