Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις...
να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις...
Ρίτσος

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2018

ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΑΤΖΗ, Το διπλο βιβλιο


Rene Magritte

Άλλη ζωή―που να τη βρω; Ήθελα να φύγω, να ξεφύγω μονάχα, όπου να ‘ναι. Έτσι, λέω, γίνεται το σκόρπισμα μας, αυτός ο ξεριζωμός ο δικός μας. Δεν θέλουμε κάπου να πάμε. Θέλουμε να φύγουμε μόνο.

 ***

Έτσι τον έμαθα τον έρωτα. Έμαθα πως είναι μεγαλύτερος απ’ τον άνθρωπο, είναι, λοιπόν, ακατόρθωτος. Μια φαντασία για κάποιον καιρό και καταλαγιάζει, σκορπίζεται. Και πρέπει, λέω, να ‘ναι πολύ σπάνιο πράμα ― της τύχης ολότελα ― τα δυο πλάσματα να μπορούν να μείνουν ενωμένα, έτσι που το θέλαμε εμείς. Ο συμβισβασμός που μπορούν να κάνουν ― ορίστε, τον έκανα εγώ ― δεν είναι για να σώσουν τον έρωτα, είναι για να τον ξεφύγουν, να παραιτηθούν από αυτόν. Και πάλι δεν σώζεται τίποτα. Άλλοι μένουνε παραιτημένοι, μαζί και χωρίς τον έρωτα. Οι άλλοι χωρίζουν ― να μην τον προδώσουν. Κ’ έτσι κι αλλιώς η πίκρα μένει μονάχα. Για πάντα. Δεν είναι που λείπει τ’ αγαπημένο το πρόσωπο, αυτό που φάνηκε πως ήταν ο έρωτας. Είναι για την γνωριμιά του ακατόρθωτου. Γι’ αυτή την αίσθηση του άφθαστου που έχω κι εγώ. Η Έρικα και κείνα τα τρένα τα μισητά μου που δεν πάνε πουθενά, γίναν ένα πράγμα. Είναι ο μεγάλος, ο άπιαστος κόσμος ― που δεν υπάρχει. Η φαντασία μας τον άγγιξε μια στιγμή με τον έρωτα. Μια στιγμή μονάχα ― και χάθηκε.

***

Τους είδες τώρα, τους ξέρεις, πως τρέχουνε το πρωί στα λεωφορεία, πως κατεβαίνουνε στα μετρό, πως αραδιάζονται ― ανύπαρκτοι, τα νούμερα μόνο ― μπροστά στα πράσινα μηχανάκια με τις καρτέλες, πως το ζητάνε το βράδυ και κείνοι το κάτι αυτό το ανεκπλήρωτο, το δικό τους. Ως την άλλη μέρα, ως τ’ άλλο πρωί, για να τον αρχίσουν πάλι τον ίδιο δρόμο, της δικής τους της μοναξιάς ο καθένας. Αυτής της μοναξιάς η συνείδηση, είναι η συνείδηση του εαυτού σου ― μέσα απ’ αυτήν θα περάσει.

***

ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΑΤΖΗ, ΤΟ ΔΙΠΛΟ ΒΙΒΛΙΟ, ΕΞΑΝΤΑΣ 1976

Αζίζ Νεσίν

Η φωτογραφία από το διαδίκτυο.

Δυο πράγματα δεν ευδοκιμούν στη χώρα μας.
το ένα είναι το δέντρο του καφέ
και το άλλο η Δ η μ ο κ ρ α τ ί α.
Και τα δύο μας έρχονται από το εξωτερικό.
Στα χώματά μας δεν μπορέσαμε ν’ αναπτύξουμε
με κανένα τρόπο το δέντρο του καφέ.
Το κλίμα της χώρας μας, το νερό, το χώμα,
δεν είναι κατάλληλα
για την ανάπτυξη του δέντρου αυτού.
Όσο για τη Δ η μ ο κ ρ α τ ί α…
Η αλήθεια είναι πως ό,τι περνούσε από το χέρι μας,
δεν παραλείψαμε να το κάνουμε,
για την ανάπτυξή της, για την εδραίωσή της.
Αν κοιτάξετε την ιστορία μας,
πριν από εκατό χρόνια πάνω κάτω
ρίχτηκε στη χώρα μας
ο σπόρος της Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ς.
Είναι εκατό χρόνια που όλο λέμε:
“Αμάν η Δημοκρατία μας μπουμπούκιασε!…”
“Η νεαρή Δημοκρατία μας!…”
“Αμάν η νεαρή Δημοκρατία μας!…”
Να είναι δοξασμένος αυτός που τη μεγάλωσε,
μόλις καταφέραμε τόσα χρόνια να φέρουμε
σ’ αυτό το ανάστημα τη Δημοκρατία,
έγινε ένα φιντάνι η Δ η μ ο κ ρ α τ ί α.
Αν ξοδεύαμε αυτό τον κόπο των εκατό χρόνων
που αφιερώσαμε στη Δ η μ ο κ ρ α τ ί α,
για την ανάπτυξη του καφέ,
σήμερα η χώρα μας θα γινόταν δάσος από καφέ,
που δεν τ’ άγγιξε ο μπαλτάς του ξυλοκόπου.
Στο παρελθόν κρίθηκε απαραίτητο,
δεν το είχαμε καταλάβει.
αντί να φυτέψουμε σπόρο καφέ,
φυτέψαμε το σπόρο της Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ς.
“Δόξα τω Θεώ”,
αν και δεν έχουμε καμιά στενοχώρια
απ’ τη μεριά της Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ς,
εμείς ξέρουμε το τι τραβάμε
από την έλλειψη του καφέ.
Καφές είναι αυτός!… Δε μοιάζει σε τίποτε.
Έτσι είναι η Δ η μ ο κ ρ α τ ί α;
Και να είναι και να μην είναι το ίδιο κάνει…
Αν δεν υπάρχει καφές,
του ανθρώπου το κεφάλι γυρίζει,
αν δεν υπάρχει Δ η μ ο κ ρ α τ ί α,
του ανθρώπου το κεφάλι δεν γυρίζει.
Ο καφές μοσκοβολάει,
η Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ούτε καν έχει μυρουδιά.
Τον καφέ τον βάζεις στο φλιτζάνι, τον πίνεις.
Η Δ η μ ο κ ρ α τ ία ούτε τρώγεται, ούτε πίνεται.
Σε τι χρειάζεται αυτή η Δ η μ ο κ ρ α τ ί α,
μπορείτε να μου πείτε;
Στη χώρα μας έρχεται από το εξωτερικό
μπόλικη μπόλικη Δ η μ ο κ ρ α τ ί α,
αλλά καφές δεν έρχεται.
Τον καφέ τον πουλάνε, τη Δημοκρατία τη δίνουν.
Ο καφές είναι με λεφτά, η Δημοκρατία τζάμπα
Για τον καφέ χρειάζεται συνάλλαγμα,
για τη Δ η μ ο κ ρ α τ ί α.. τίποτα δεν χρειάζεται.
Για κοιτάξτε το τι τραβάμε απ’ τον καφέ.
Σάμπως δεν έχουμε συνηθίσει στον καλό καφέ;
Αμέσως καταλαβαίνουμε
τον καλό καφέ απ’ τον άσκημο,
το μπαγιάτικο απ ‘το φρέσκο,
το νοθεμένο απ ‘το σκέτο.
Ζωή να ‘χουνε, μερικοί πατριώτες
μας έκαναν ψεύτικο καφέ.
Στην αρχή βγήκε ο κριθαρένιος καφές,
δεν έπιασε.
Ύστερα βγήκε καφές από φασόλια,
δεν το κατάπιαμε.
Εμείς σαν έθνος είμαστε θεριακλήδες του καφέ.
αν και καταπίνουμε όλες τις απομιμήσεις,
του καφέ την απομίμηση.. δεν την καταπίνουμε.
Ω, Ύψιστε! Να γινόταν… τόσο δα
απ’ ό,τι καταλαβαίνουμε απ’ αυτόν τον καφέ,
να κ α τ α λ α β α ί ν α μ ε… και από Δ η μ ο κ ρ α τ ί α.
......
Αζίζ Νεσίν, Ο καφές και η δημοκρατία, Θεμέλιο 1991, μετάφραση: Έρμου Αργαίου
*******
Ο Aziz Nesin ήτανΤούρκος σατιρικός συγγραφέας και πολιτικός ακτιβιστής. Ένας από τους πιο γνωστούς λογοτέχνες της Τουρκίας διεθνώς κι ένα από τα πιο φωτεινά μυαλά της γειτονικής χώρας.

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2018

Στράτης Μυριβήλης - Έριχ Μαρία Ρεμάρκ, Τα βιβλία του πολέμου



Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ - Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΠΑΠΑΡΟΥΝΑ

Στρατής Μυριβήλης
 ...Ακουμπώ το μπαστούνι στο τοίχωμα, σηκώνουμαι στη μύτη της αρβύλας του γερού μου ποδιού και γαντζώνω τα δάχτυλα στους γεώσακους που 'ναι πάνω πάνω. Ένας απ' αυτούς λιώνει με μιας κι αδειάζει τον άμμο του πάνω μου. Λοιπόν τότες έγινε μιαν αποκάλυψη! Μόλις ξεφούσκωσε αυτό το σακί, χαμήλωσε η καμπούρα του και ξεσκέπασε στα μάτια μου μια μικρήν ευτυχία. Αχ, μου 'καμε τόσο καλό στην ψυχή, λίγο ακόμα και θα πατούσα μια τσιριξιά χαράς.

Ήταν ένα λουλούδι εκεί! Συλλογίσου. Ένα λουλούδι είχε φυτρώσει εκεί μέσα στους σαπρακιασμένους γεώσακους. Και μου φανερώθηκε έτσι ξαφνικά τούτη τη νύχτα που 'ναι γιομάτη θάματα. Απόμεινα να το βλέπω σχεδόν τρομαγμένος. Τ' άγγισα με χτυποκάρδι, όπως αγγίζεις ένα βρέφος στο μάγουλο. Είναι μια παπαρούνα. Μια τόση δα μεγάλη, καλοθρεμμένη παπαρούνα, ανοιγμένη σαν μικρή βελουδένια φούχτα.

Αν μπορούσε να τη χαρεί κανένας μέσα στο φως του ήλιου, θα 'βλεπε πως ήταν άλικη, μ' ένα μαύρο σταυρό στην καρδιά, με μια τούφα μαβιές βλεφαρίδες στη μέση. Είναι καλοθρεμμένο λουλούδι, γεμάτο χαρά, χρώματα και γεροσύνη. Το τσουνί* του είναι ντούρο και χνουδάτο. Έχει κι έναν κόμπο που δεν άνοιξε ακόμα. Κάθεται κλεισμένος σφιχτά μέσα στην πράσινη φασκιά του και περιμένει την ώρα του. Μα δεν θ' αργήσει ν' ανοίξει κι αυτός. Και θα 'ναι δυο λουλούδια τότες! Δυο λουλούδια μέσα στο περιβόλι του Θανάτου. Αιστάνουμαι συγκινημένος ξαφνικά ως τα κατάβαθα της ψυχής.


*****

Στράτης Μυριβήλης, Η ζωή εν τάφω (το βιβλίο του πολέμου), ΕΣΤΙΑ

///////////////////////

ΟΥΔΕΝ  ΝΕΩΤΕΡΟΝ  ΑΠΌ  ΤΟ ΔΥΤΙΚΟΝ ΜΕΤΩΠΟ.

                                                                      Έριχ Μαρία Ρεμάρκ

Γίναμε μανιασμένα θηρία. Δεν πολεμάμε, διαφεντεύουμε τον εαυτό μας από την εκμηδένιση. Δε ρίχνουμε τις χειροβομβίδες μας σε ανθρώπους, τί μας ενδιαφέρουν οι άνθρωποι αυτή τη στιγμή, που ο θάνατος με χέρια και κράνη μάς κυνηγάει και μας ξαπλώνει στη γη; Τώρα για πρώτη φορά μέσα σε τρεις μέρες μπορούμε ν' αντικρίζουμε τα πρόσωπά τους, τώρα, που για πρώτη φορά, ύστερα από τρεις μέρες, μπορούμε να τους αντιμετωπίσουμε, να τους αντισταθούμε, νιώθουμε μια αλόγιστη μανία. Δεν τους προσμένουμε πια απελπισμένοι, μπορούμε να αφανίζουμε, να σκοτώνουμε, ν' αμυνθούμε, να σωθούμε και να πάρουμε εκδίκηση.

*****
Χάσαμε πια κάθε αίσθημα αλληλεγγύης. Μόλις μπορούμε να διατηρήσουμε την αυτοκυριαρχία μας, όταν η ματιά μας —ματιά κυνηγημένου ζώου— φωτίζει τη μορφή κάποιου συνανθρώπου μας. Είμαστε αναίσθητοι, νεκροί, που κάποια τρομερή μαγεία δίνει τη δύναμη να τρέχουμε και να σκοτώνουμε.

*****
Είμαι νέος, μόλις έκλεισα τα 20· από τη ζωή δεν ξέρω παρά μόνο την απελπισία, το θάνατο, το φόβο και μια αλυσίδα από ανόητες επιπολαιότητες, πάνω από μια άβυσσο πόνων και θλίψεων. Βλέπω λαούς να ορμούν σε άλλους λαούς, να σκοτώνουν και να σκοτώνονται, χωρίς ούτε κι εκείνοι να ξέρουν το γιατί, υπακούοντας σ΄αυτούς που τους στέλνουν, χωρίς συναίσθηση του κινδύνου ή της ευθύνης τους. Βλέπω πως οι δυναμικότεροι εγκέφαλοι του κόσμου εφευρίσκουν όπλα και λόγια για να γίνονται όλ' αυτά μ' έναν τρόπο ακόμα πιο ραφιναρισμένο και να διαρκούν όσο γίνεται περισσότερο. Και όλοι οι συνομήλικοί μου εδώ, στην αντικρινή παράταξη, σ' ολόκληρο τον κόσμο το βλέπουν όπως εγώ. Αυτή είναι η ζωή της γενιάς μου και η δική μας. Τι θα κάνουν άραγε οι πατεράδες μας αν μια μέρα σηκωθούμε και παρουσιαστούμε μπροστά τους για να τους ζητήσουμε λογαριασμό; Τι περιμένουν από μας όταν μια μέρα τελειώσει ο πόλεμος; Χρόνια ολόκληρα σκοτώναμε μόνο. Αυτό ήταν το πρώτο μας επάγγελμα στη ζωή. Για μας η επιστήμη της ζωής περιορίζεται στο θάνατο. Τι θα συμβεί άραγε ύστερα; Και τί θ' απογίνουμε εμείς;

******
Έριχ Μαρία Ρεμάρκ, Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο, μτφ. Στέλλα Βουρδουμπά, Δωρικός,