Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις...
να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις...
Ρίτσος

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2014

T. S. Eliot, The Four Quartets





T. S. Eliot Poems: The Four Quartets

Burnt Norton







Time present and time past
Are both perhaps present in time future
And time future contained in time past.
If all time is eternally present
All time is unredeemable.
What might have been is an abstraction
Remaining a perpetual possibility
Only in a world of speculation.
What might have been and what has been
Point to one end, which is always present.
Footfalls echo in the memory
Down the passage which we did not take
Towards the door we never opened
Into the rose-garden. My words echo
Thus, in your mind.
                                   But to what purpose
Disturbing the dust on a bowl of rose-leaves
I do not know.
                                   Other echoes
Inhabit the garden. Shall we follow?
Quick, said the bird, find them, find them,
Round the corner. Through the first gate,
Into our first world, shall we follow
The deception of the thrush? Into our first world.
There they were, dignified, invisible,
Moving without pressure, over the dead leaves,
In the autumn heat, through the vibrant air,
And the bird called, in response to
The unheard music hidden in the shrubbery,
And the unseen eyebeam crossed, for the roses
Had the look of flowers that are looked at.
There they were as our guests, accepted and accepting.
So we moved, and they, in a formal pattern,
Along the empty alley, into the box circle,
To look down into the drained pool.
Dry the pool, dry concrete, brown edged,
And the pool was filled with water out of sunlight,
And the lotos rose, quietly, quietly,
The surface glittered out of heart of light,
And they were behind us, reflected in the pool.
Then a cloud passed, and the pool was empty.
Go, said the bird, for the leaves were full of children,
Hidden excitedly, containing laughter.
Go, go, go, said the bird: human kind
Cannot bear very much reality.
Time past and time future
What might have been and what has been
Point to one end, which is always present...

Ο τωρινός κι ο περασμένος χρόνος
Ίσως κι οι δυο είναι παρόντες μες σε χρόνο μέλλοντα
Κι ο μέλλων χρόνος είναι μέσα στον περασμένο χρόνο
Αν όλος ο χρόνος είναι αιώνιο παρόν
Όλος ο χρόνος είναι ανεπανόρθωτος
Αυτό που θα μπορούσε να έχει υπάρξει είναι μια αφαίρεση
Που παραμένει αέναη δυνατότητα
Μόνο σ’ έναν κόσμο από εικασίες
Αυτό που θα μπορούσε να έχει υπάρξει κι αυτό που υπάρχει
Δείχνουν ένα τέλος, που είναι πάντοτε παρόν
Πατήματα ηχούν στη μνήμη
Στο μονοπάτι που δεν πήραμε
Μπροστά στη θύρα που ποτέ δεν την ανοίξαμε
Προς τον ροδόκηπο
Οι λέξεις μου ηχούν
Έτσι στον νου σας
Αλλά σε τι σκοπεύω
Ταράζοντας τη σκόνη πάνω σε μια γυάλα με ροδοπέταλα
Κι εγώ δεν το γνωρίζω
Άλλοι αντίλαλοι
Κατοικούν στον κήπο. Ν’ ακολουθήσουμε;
Γρήγορα, είπε το πουλί, βρέστε τους, βρέστε τους
Στρίβοντας τη γωνία.
Μέσα από την πρώτη πύλη
Μέσα στον πρώτο μας κόσμο, θα ακολουθήσουμε
Το πλάνεμα της τσίχλας; Μέσα στον πρώτο μας κόσμο.

Αυτοί ήταν εκεί αξιοπρεπείς, αόρατοι
Κινούμενοι δίχως βιασύνη, από πάνω στα ξερά τα φύλλα
Στη φθινοπωρινή ζέστη μες στον παλλόμενο αέρα
Και το πουλί κελάηδησε κι απολογήθηκε
Στην ανήκουστη μουσική, που ήταν κρυμμένη στα χαμόκλαδα
Και η αόρατη ματιά λοξοδρόμησε, γιατί τα ρόδα
Είχανε την όψη λουλουδιών που έχουν κοιταχτεί
Αυτοί ήταν εκεί ωσάν φιλοξενούμενοί μας, αποδεκτοί κι αποδεχόμενοι
Έτσι κινηθήκαμε μαζί τους, σ’ έναν επίσημο σχηματισμό
Κατά μήκος της άδειας δεντροστοιχίας, προς τον κύκλο από ζαρντινιέρες
Να δούμε κάτω μέσα στη στεγνή λιμνούλα
Στεγνή η λιμνούλα, στεγνό τσιμέντο με καστανόχρωμη άκρη
Και η λιμνούλα είχε γεμίσει με νερό απ’ το φως του ήλιου
Και ο λωτός ορθώθηκε ήσυχα, ήσυχα
Η επιφάνεια άστραψε απ’ την καρδιά του φωτός
Κι εκείνοι ήταν πίσω μας, καθρεφτισμένοι μέσα στη λιμνούλα
Τότε ένα σύννεφο πέρασε, και η λιμνούλα άδειασε
Πηγαίνετε, είπε το πουλί, γιατί τα φυλλώματα γέμισαν παιδιά
Που κρύβονταν ξετρελαμένα, πνίγοντας το γέλιο
Πηγαίνετε, πηγαίνετε, πηγαίνετε, είπε το πουλί· το ανθρώπινο είδος
Δεν μπορεί να σηκώσει πολλή πραγματικότητα
Παρελθών χρόνος και μέλλων χρόνος
Τι μπορούσε να έχει γίνει και τι έχει γίνει
Δείχνουν προς ένα τέλος, που είναι πάντοτε παρόν...

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2014

Octavio Paz, Piedra del sol





...ένα όνομα όλα τα ονόματα είναι,

όλα τα πρόσωπα είναι ένα μόνο,

μονάχα μια στιγμή όλοι οι αιώνες

και πάντα στους αιώνες των αιώνων

θα φράζουν του αύριο την οδό δυο μάτια






     ....όλα μεταμορφώνονται, όλα αγιάζουν,
  κέντρο του κόσμου κάθε κάμαρα είναι,
  κάθε μια πρώτη νύχτα, πρώτη μέρα,
  γεννιέται ο κόσμος όταν δυο φιλιούνται,
  μια στάλα φως στα διάφανά μας σπλάχνα
  η κάμαρα σαν φρούτο μισανοίγει
  ή εκρήγνυται σαν σιωπηλό αστέρι
  κι οι νόμοι φαγωμένοι απ' τα ποντίκια,
  κάγκελλα τραπεζών, δεσμωτηρίων,
  συρματοπλέγματα, χάρτινες γρίλιες,
  τ' αγκάθια, τα κεντριά και οι σφραγίδες,
  το μονόχορδο κήρυγμα των όπλων,
  μελίρρυτοι σκορπιοί με πετραχήλι,
  ο τίγρης με το ημίψηλο που ηγείται
  του Ερυθρού Σταυρού ή των Χορτοφάγων,
  όνοι παιδαγωγοί κι εθνοπατέρες,
  κροκόδειλοι που κάνουν τους σωτήρες,
  ο Ηγέτης, το τσακάλι, ο εργολάβος
  του μέλλοντος, το ένστολο γουρούνι,
  ο υιός ο εκλεκτός της Εκκλησίας
  που πλένει μ' αγιασμό τα μαύρα δόντια
  κι ακούει μαθήματα αγγλικών κατ' οίκον
  ή και δημοκρατίας, αθέατοι τοίχοι
  και σάπιες προσωπίδες που χωρίζουν
  τον άνθρωπο απ' τους άλλους τους ανθρώπους,
  τον άνθρωπο απ' τον ίδιο,
               καταρρέουν
  σε μια αχανή στιγμή καθώς για λίγο
  νιώθουμε τη χαμένη ενότητά μας,
  τη δόξα και την ερημιά του ανθρώπου
  που θάνατο, ήλιο και ψωμί μοιράζει,
  το ξεχασμένο σάστισμα πως ζούμε [...]

               ................................................

…Μπαίνω στο σώμα σου όπως στον κόσμο
Η κοιλιά σου ηλιόλουστη πλατεία
Τα στήθη σου δυο εκκλησιές που λειτουργεί το αίμα
Τα παράλληλα μυστήριά του
Σαν τον κισσό τα βλέμματά μου σε σκεπάζουν
Είσαι μια πολιορκημένη πόλη απ’ τη θάλασσα…

Ντυμένη με το χρώμα της επιθυμίας μου
Γυμνή γυρνάς καθώς η σκέψη μου
Ταξιδεύω στα μάτια σου σαν μέσα στο νερό…
Στο μέτωπό σου περπατώ σαν το φεγγάρι
Όπως το σύννεφο στο λογισμό σου
Πηγαίνω στην κοιλιά σου όπως στα όνειρά σου

Η φούστα σου από αραποσίτι κυματίζει
Και τραγουδάει, η φούστα σου από κρύσταλλο
Η φούστα σου η νερένια
Τα χείλη, τα μαλλιά, τα βλέμματά σου…
Κλείνεις τα μάτια μου με το νερένιο σου στόμα…
Ταξιδεύω στη μέση σου σαν σε ποτάμι
Πηγαίνω στο σώμα σου σαν σ’ ένα δάσος…
Περπατώ στους σφοδρούς λογισμούς σου
Και στου λευκού μετώπου σου την έξοδο
Η γκρεμισμένη μου σκιά κομματιάζεται
Μαζεύω τα κομμάτια μου ένα ένα
Και δίχως σώμα προχωρώ, ψάχνω ψηλαφώντας….

 Η ΗΛΙΟΠΕΤΡΑ είναι ένας δρόμος που περιγράφει έναν κύκλο. Κι αυτό όχι επειδή ξεκινάει όπως ακριβώς καταλήγει· αλλά επειδή γνωρίζουμε ότι μετά το τέλος της ανάγνωσής μας, το ποίημα αρχίζει και πάλι την κυκλωτική του πορεία, απρόσκοπτα και ανεπαίσθητα. Το ποίημα υπάρχει μόνο ως κίνηση. Όμως αυτή η κίνηση επαναλαμβάνει πάντοτε την ίδια παραβολή, έτσι που η Ηλιόπετρα να αποτελεί μια συμπύκνωση της εμπειρίας που είναι κατά βάση η ανάγνωση καθενός ποιήματος: Ένας δρόμος προς μια στιγμή έξαρσης που τον ακολουθούμε πάντα με τον ίδιο τρόπο, προκειμένου να ζήσουμε εκ νέου τη στιγμή εκείνη, η οποία είναι πάντα η ίδια κάθε φορά που διαβάζουμε το ποίημα. 
Πέρε Ζιμφερρέρ


Η Ηλιόπετρα είναι ένας ανάγλυφος δίσκος που βρέθηκε το 1790 κατά τη διάρκεια ανασκαφών στη πόλη του Μεξικού, συμβολίζοντας έναν ιεροτελεστικό βωμό και αποτελώντας μία από τις μεγαλύτερες ζωντανές αποδείξεις των προκολομβιανών πολιτισμών που υπήρχαν στη χώρα. 


Ηλιόπετρα

Στίχοι, Μουσική: Θανάσης Παπακωνσταντίνου


Γεννιέται ο κόσμος όταν φιλιούνται δυο

Η αγάπη πόλεμος, πόρτα που ανοίγει

Μέσα στα σπλάχνα σταλάζει λίγο φως

Είναι φεγγίτες τα σώματα που σμίγουν


Πλάι μου βαδίζεις σαν δέντρο σκιερό

Κάτω από έναν ήλιο δίχως ηλικία

Τα μάτια σου είναι κρήνες ονείρου όπου παν

Συχνά και ξεδιψάν τα άγρια θηρία


Αλλάζει ο κόσμος όταν φιλιούνται δυο

Μεταμορφώνεται, όλα αγιάζουν

Ο σκλάβος βγάζει στους ώμους του φτερά

Παύεις να είσαι ένας ακόμα ίσκιος


Ζητάω το πρόσωπό σου, ξανά παραληρώ

Βραγιά των γιασεμιών και στην πληγή αλάτι

Αγκάθι του θανάτου, αυγή του φεγγαριού

Γραφή θαλασσινή απάνω στο βασάλτη


Μικραίνει ο κόσμος όταν φιλιούνται δυο

Γίνεται η κάμαρα κέντρο του κόσμου

Και μισανοίγεις σαν φρούτο ώριμο

Ή σαν αστέρι εκρήγνυται και σβήνει


Η φούστα σου παφλάζει φτιαγμένη από νερό

Τα κόκαλά μου βρέχει με τη μία

Μα όσο και να βρέχεις δε θα φοβηθώ

Γιατί είναι η κοιλιά σου ηλιόλουστη πλατεία


Γυμνός ο κόσμος όταν φιλιούνται δυο

Από τον ίλιγγο πάνω στη χλόη

Λύνονται οι κάβοι, σαλπάρουν οι ψυχές

Ο χώρος είναι σιωπή και φως μονάχα



Τρίτη 1 Ιουλίου 2014

τιτος πατρικιος



Άραγε πώς γεννιέται
από ένα τίποτα η επιθυμία;
Πώς η επιθυμία γίνεται έρωτας,
ο έρωτας πώς αλλάζει
σε μακρινή ανάμνηση;
Άραγε πώς μπορεί
η ανάμνηση να σβήνει

μες στο τίποτα;

«Κυκλικό», ΝΧ, 47




Μπορείς να γνωρίσεις ένα πρόσωπο
όταν τα χείλια σου…
ανακαλύπτουν
τις αλλεπάλληλες επιφάνειες που σώρευσαν
οι καιροί.
Μα έπειτα δεν σου φτάνει.
Έπειτα θες να βρεις όλες τις μικρές φλέβες
καθώς απλώνονται κάτω απ’ το δέρμα
να βρεις όλα τα τραγούδια που δεν ειπώθηκαν
όλες τις μνήμες που ταξίδεψαν
στα λεπτά μονόξυλα
των στιγμών.

Θέλουμε πιο πολλά
τα θέλαμε όλα.
Δεν γινόταν αλλιώς.
Ό,τι μας έφτανε χτες
για σήμερα ήταν λίγο.
Ό,τι μας γέμιζε χτες
ήθελε κι άλλο σήμερα να μη χαθεί.

«Μεγάλο γράμμα», VI, 17




Κι ό,τι μ’ απόμεινε απ’ το πέρασμά σου
σιγά-σιγά ο χρόνος το λειαίνει
σαν ένα βότσαλο της ποταμιάς.
Μονάχα πια για τ’ όνομά σου είμαι σίγουρος.
Κι όλο το λέω, το ξαναλέω μπρος στη θάλασσα
μήπως και κάποια νύχτα,
όταν μας πνίγουνε τα σύρματα κι η πέτρα,
το χρειαστώ σα λέξη σωτηρίας 
κι ανακαλύψω αιφνίδια πως κι αυτό έχει σβήσει.”
  
συλλαβές




Κυριακή 22 Ιουνίου 2014

rianna

Στη σχάση του πρώτου καλοκαιρινού κύματος

ξεκίνησα την αναζήτηση των ονείρων μου

που μου έκλεψε ο χρόνος

όσο βρισκόμουν στο χειμερινό μου λήθαργο

Ένα χαμόγελο ξεχασμένο στη σπηλιά των αναμνήσεων

Παντού γύρω το είδωλό μου

πουθενά όμως καθρέπτης

Και στο βάθος το δέρμα μου άλλαξα το περασμένο καλοκαίρι

Μια σπίθα από τα μάτια μου και η σιωπή μου παίρνει φωτιά

λαμπαδιασμένα όνειρα φέρνουν την αλλαγή

Έχω ξεχάσει να δακρύζω

Έχω ξεχάσει να γελώ

Δέσμια της ανθρώπινης ελευθερίας μου θα είμαι για πάντα



Παρασκευή 16 Μαΐου 2014

μαρια πολυδουρη



«Αὐτὸ εἶναι τὸ γράμμα μου

στὸν κόσμο ποὺ ποτὲ δὲν             
ἔγραψε σὲ μένα...»

Ἔμιλι Ντίκινσον

...............................

Ἀγαπητοὶ φίλοι!

Ἴσως τὸ γράμμα αὐτὸ νὰ μὴν διαβαστεῖ ποτέ, ἀπὸ κανέναν, ἀλλὰ στ᾿ ἀλήθεια δὲ μὲ νοιάζει. Ἴσως μέχρι νὰ φτάσει στὰ χέρια σας νἄχω πειὰ ὁλότελα ξεχαστῆ ἀπ᾿ ὅλους. Ἀλλά, οὔτε δὰ κι᾿ αὐτὸ τὸ τελευταῖο μὲ νοιάζει. Ἐξάλλου, δὲν ἔχω καὶ πολλὰ νὰ σᾶς πῶ, θέλω μόνο νὰ σᾶς θυμίσω ὅτι κάποτε ὑπῆρξα. Κάποτε ὑπῆρξα κι᾿ ἤμουν καὶ ζωὴ καὶ θάνατος μαζί. Καὶ ζωὴ καὶ Χάρος ἤμουν!

Ἔζησα, τὁμολογῶ, μιὰ ζωὴ δηλητηριασμένη, γι᾿ αὐτὸ θαρρῶ ἀποφάσισα νὰ τὴν ἐγκαταλείψω. Ἐκεῖνο ποὺ γιὰ τοὺς ἄλλους ἤτανε ζωή, γιὰ μένα θάνατος ἦταν. Γεννιόμουνα καὶ πέθαινα κάθε μέρα, ὥρα καὶ στιγμή. Ζοῦσα μὲ τὸ θάνατο, ζοῦσα γιὰ νὰ πεθάνω, μὰ τουλάχιστον δὲ ζοῦσα νεκρὴ ὅπως οἱ γύρω μου, τὰ μικρὰ ἀστεῖα ἀνθρωπάκια ποὺ λέγαν πὼς μ᾿ ἀγάπησαν, κι᾿ ἂς μὴν μπόρεσαν ποτέ, κι᾿ ἂς μὴν τόλμησαν ποτὲ νὰ διαβάσουν τὴν ψυχὴ ποὔκρυβε περίσσιο φῶς καὶ σκοτάδι μέσα της. Κατὰ βάθος μὲ φοβόντουσαν καὶ δὲν ἀργοῦσαν νὰ τραποῦν εἰς ἄτακτον φυγήν. Δὲν ἄντεχαν νὰ μὲ κοιτοῦν κατάμματα, μὴν τύχει καὶ τοὺς κλέψω τὴν ψυχή τους.

Ἀγαπήθηκα, ἀγαπήθηκα πολύ, μὰ μπορεῖ ποτὲ κανεὶς νὰ φαντασθῆ ὅτι λυπόμουνα βαθειὰ ὅταν καταλάβαινα ὅτι μ᾿ ἀγαποῦσαν; Ἐγώ, ἴσως νὰ μὴν ἀγάπησα ἀρκετά, ὄχι ὅσο ἔπρεπε. Τὸν ἰδανικό μου ἔρωτα θαρρῶ τὸν ἔζησα στὴ φαντασία μου. Ἡ ψυχή μου καὶ ἡ ἀγάπη γεννήθηκαν τὴν ἴδια μέρα. Αὐτὸ τὸ ἔνιωθα μέσα μου, κι᾿ ὅμως δὲν πίστευα ὅτι θὰ ὑπῆρχε μέρα ποὺ θὰ μοῦ ἀποδείκνυε ὅτι ἀγαποῦσα ἀληθινά. Δὲν εἶνε στ᾿ ἀλήθεια τραγικό, μιὰ μεγάλη εἰρωνεία, νὰ μιλοῦν γιὰ τὴν ἀγάπη ἄνθρωποι ποὺ δὲν τὴν γνωρίζουν καὶ νὰ σιωποῦν ἐντελῶς κεῖνοι ποῦ νοιώθουν τὴν ψυχή τους νὰ πνίγεται στὸ πόνο της;

Πολλοὶ λέγαν ὅτι ζοῦσα μεσ᾿ στὸ κεφάλι μου. Κάτι ἔπρεπε νὰ ποῦν κι᾿ αὐτοί... Πῶς ἄλλως θὰ μὲ κατέτασσαν σὲ συγκεκριμένη κατηγορία ἀνθρώπων; Ἄνθρωποι, ἀνθρωπάκια! Ἡ ζωὴ ἕνα τεράστιο ψέμα ποὺ ἄλλοι τὸ ἀγαπᾶνε κι᾿ ἄλλοι - οἱ λίγοι - προσπαθοῦν νὰ τὸ κάνουν ἀληθινὴ ζωή. Ἐσεῖς, ἀγαπητοὶ ἄγνωστοί μου φίλοι, πῶς ζεῖτε; Ζεῖτε; Μιὰ φάρσα, αὐτὸ ἦταν ἡ δικιά μου ζωή. Κανεὶς δὲν τὴν κατάλαβε. Γεννήθηκα χωρὶς νὰ τὸ θέλω, ἔζησα στὸ περίπου, καὶ σκηνοθέτησα τὸ θάνατό μου. Κι᾿ ὅμως ἀγαποῦσα τὴ ζωή, ἀλλὰ πάντα αὐτὴ μοὔπαιρνε ὅ,τι ἄλλο ἀγαποῦσα. Μοῦ ἔλειπε πάντα μιὰ καρδιὰ ποὺ νὰ πονῆ γιὰ μένα. Κι ἦταν δύσκολο, δύσκολο πολὺ νὰ ζῶ μονάχη μου μέσ᾿ σἕνα κόσμο τόσο παράλογα προσκολλημένο στὰ μικρά της ζωῆς καὶ στὸ τίποτα. Ἤμουνα σὰν παράσιτο, σὰν μαῦρο ξωτικὸ ποὺ ἔχασε τὸ δρόμο κι᾿ ἀντὶ νὰ ταξιδέψει στὸν ὀνειροκόσμο του, ξέπεσε σὲ τούτη δῶ τὴ γῆ. Μάλιστα, κάποια φορά, κάποιος μὲ ρώτησε κρυφὰ ἂν εἶμαι χήρα σὰν φοροῦσα μαῦρα βαρειά. Ἐγέλασα. Ἀλήθεια ἦταν! ἂν μάντεψε τὴν ψυχή μου, καλὰ τὴν ὠνόμασε χήρα...

Εἶνε ποὺ θὰ παρακαλοῦσαν νὰ εἶχαν ζήσει στὴν ἐποχή μου. Ἐγώ, θἄθελα νὰ ζήσω σὲ κάποιαν ἄλλην ἐποχή. Ἔζησα ἀνάμεσα σὲ μιὰ γενειὰ ἡττημένη. Κάποιοι ἀπὸ μᾶς κάναν τὸν πόνο στίχο, τὴν ὀργὴ τραγούδι, ἀλλὰ κανεὶς δὲν τόλμησε... - οὔτ᾿ ἀπὸ μᾶς οὔτ᾿ ἀπ᾿ τοὺς ἄλλους - δὲν τόλμησε νὰ νὰ ξεφύγει ἀπ᾿ τὸ χαραγμένο μονοπάτι, δὲν τόλμησε νὰ πεῖ ὅ,τι στ᾿ ἀλήθεια σκεφτότανε, δὲν τόλμησε νὰ κάνει ὅ,τι στ᾿ ἀλήθεια ἤθελε νὰ κάνει. Οἱ περισσότεροι ἦταν - εἴμασταν - δειλοὶ ποὺ ᾿ψαχναν ἁπλὰ ναύρουν τὴν αὐτοεπιβεβαίωσή τους. Κάτι νέοι σκυθρωποὶ κι᾿ ἀνάπηροι. Ὀλίγοι γέροι μὲ κακόβουλο ὕφος. Κάτι δεσποινίδες σαλατολόγοι καὶ ὑπερφίαλοι... Ἀπόκληροί της ἀντίληψης... Κι᾿ ὅμως ἀνάμεσα σ᾿ αὐτοὺς ἦταν καὶ ὁ Κ., ὁ μόνος ποὺ θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ μὲ καταλάβει, ἀλλὰ οὔτε καὶ κεῖνος τόλμησε... Μοὖπε μάλιστα, πὼς μὲ λυπόταν γιατί τὸν ἀγαποῦσα... ὅτι ἤμουνα γι᾿ αὐτὸν μιὰ παρηγοριά. Τὄχε ἡ ἐποχή, κανεὶς δὲν ἦταν ὁ ἑαυτός του! Γι᾿ αὐτὸ θαρρῶ καὶ ἔζησα τόσο μόνη, κι᾿ ἂς εἶχα πάντοτε κάποιους νὰ μὲ συντροφεύουν, ἀδέλφια μου σένα πόνο ποὺ δὲ θὰ μποροῦσαν ποτὲ νὰ συλλάβουν. Ἔκαναν τὰ πάντα γιὰ μέ, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη τους ἦταν μιὰ θυσία ποὺ ποτὲ δὲν δέχτηκα μὲ εὐμένεια κι᾿ οἱ ἀνησυχίες τους χειροπέδες γιὰ μένα. “Πόσο εἶνε ἀστεία ἡ ζωὴ μὰ καὶ πόσο ἀστειότεροι εἴμαστε μεῖς ποὺ τὴν ἀνεχόμαστε τέτοια”, ἔγραψα, θυμᾶμαι, κάποτε στὸ ἡμερολόγιό μου...

Μά, ἀπὸ τότε ἔχουν πειὰ περάσει χρόνια. Πόσα, δὲν ξεύρω, ἀφοῦ ὁ χρόνος δὲν ἔχει πειὰ γιὰ μὲ καμμία σημασία. Τώρα, εἶμαι κάπου ἀλλοῦ καὶ ζῶ - ἂν τούτη δῶ ἡ κατάσταση θεωρεῖται ζωὴ - μέσ᾿ ἀπ᾿ τὶς ἀναμνήσεις μου. Ξεφυλλίζω τὰ τετράδια τοῦ μυαλοῦ καὶ κυττάζω πίσω. Ὅλα ζητάω τὰ χαμένα, τὶς μικρὲς στιγμές, τὸν ἀγαπημένο... Γυρνῶ τὸ βλέμμα καὶ τὸν κυττάζω πάντα τὸ δρόμο ποὺ ἀφήσαμε. Εἶνε μακρύς, σκοτεινός, γεμάτος δυσκολίες καὶ φρίκη... εἶνε τόσο μακρύς, τόσο δύσκολος... κι᾿ ὅμως - θεὲ συγχώρεσέ με - θὰ τὸν ἔπερνα μὲ τὴν καρδιὰ γεμάτη δάκρυα καὶ μεταμέλεια... Μὲ τὴν καρδιὰ δεμένη μὲ τὰ σίδερα τῆς ἁμαρτίας θὰ ξεκινοῦσα νὰ σ᾿ εὕρω μοναδικὴ κι᾿ ἀξέχαστή μου ἀγάπη... Δὲ θέλω τίποτε ἄλλο, μόνο νὰ φτάσω, νὰ σταθῶ κοντά σου τόσο ποὺ φτάνει γιὰ νὰ ἰδῶ... νὰ ἰδῶ τὸ πρῶτο βλέμμα σου ἐκεῖνο ποὺ μοῦ ᾿ριχνες σὰν ἔφτανα... τὶς μικροῦλες ὅλες ἐκεῖνες ρυτίδες στὸ πρόσωπό σου... νὰ ἰδῶ τὰ χέρια σου ν᾿ ἁπλώνονται σὲ μένανε νὰ μὲ ἀγκαλιάσουν... νὰ ἰδῶ... νὰ νοιώσω τὸ φίλημά σου... Εἶνε τόσο μεγάλος ὁ καϋμὸς καὶ εἴμεθα τόσο μικροὶ ἕνας-ἕνας ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὸν ἀποτελοῦμεν...

Τὰ λόγια αὐτὰ ἴσως νἀκούγονται σὰν παραλήρημα ἑνὸς ἑτοιμοθανάτου, μά, ἀλοί, δὲν μπορῶ νὰ πεθάνω ἀφοῦ εἶμαι ἀπὸ χρόνια πειὰ νεκρή. Ὅσο ζοῦσα, ὅσο ἔζησα, ἤμουνα παιδί. Ἤμουνα ἕνα παιδὶ ἄμυαλο, μπορῶ νὰ τὸ παραδέχωμαι ἀλλὰ καὶ ποιὸ παιδὶ δὲν εἶνε ἄμυαλο; Ἕνα παιδὶ εἶμαι ἀκόμη... Ἕνα παιδὶ ποὺ γράφει σὲ σᾶς, τοὺς ἄγνωστούς του φίλους, γιὰ νὰ τοὺς πεῖ: νὰ μείνετε πάντα παιδιά, κι᾿ ἂν εἶνε δυνατὸν ἄμυαλα παιδιά. Νὰ ζήσετε τὴ ζωή σας μὲ τρέλλα, νὰ ζήσετε παράλογα, νὰ σκοτώσετε τὴ λογικὴ ποὖνε ὁ φονιὰς τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ζωῆς, νὰ τολμήσετε νὰ κάνετε τὰ δύσκολα, τὰ μεγάλα, τὰ σημαντικά, ν᾿ ἀκολουθήσετε τὰ δύσβατα μονοπάτια, ν᾿ ἀφήσετε νὰ θρονιαστεῖ στὴν καρδιά σας γιὰ πάντα ἡ ἄνοιξη καὶ τὸ χαμόγελο στὰ χείλη, ν᾿ ἀγαπήσετε μὲ πάθος καὶ νὰ καεῖτε ἀπ᾿ τὴ φλόγα τῆς ἀγάπης σας, νὰ κάνετε τὸν πόνο, τὴ χαρά, τὴν κάθε σας στιγμὴ τραγούδι, κι᾿ ὅταν ἔρθ᾿ ἡ ὥρα ἡ στερνὴ νὰ πεθάνετε ὄχι ἀπὸ πλῆξι, ἀλλὰ ἀπὸ εἰλικρίνεια ὅπως ὁ φίλος τζίτζικας, ποὺ τόσο ὡραία τὰ ἔλεγε μὰ μεῖς τὰ παίρναμε γιὰ γκρίνια...

Τώρα, καθὼς γράφω τὶς τελευταῖες γραμμές, κυττῶ πίσω καὶ ἀντιλαμβάνομαι πόσο στάθηκα τυχερή: ἔζησα ἐλεύθερη ὅσο καμμιὰ ἄλλη γυναίκα τῆς ἐποχῆς μου, ἔκανα πράγματα ποὺ δὲν ἔκανε καμμιὰ ἄλλη, κι᾿ ἀγαπήθηκα ὅσο λίγες. Καί, δὲν τὸ ξεχνῶ, καθὼς τὸ βλέμμα μου ἔσβηνε, ἐκείνη τὴ μελαγχολικὴ αὐγούλα τ᾿ Ἀπρίλη, δὲν ἤμουν πειὰ μόνη. Νέοι ποὺ μ᾿ ἀγάπησαν ἦρθαν νὰ μ᾿ ἀποχαιρετήσουν καὶ φίλες γκαρδιακὲς στὸ προσκεφάλι μου ἕνα τελευταῖο τραγούδι νὰ μοῦ χαρίσουν...

Αὐτὸ εἶναι τὸ γράμμα μου στὸν κόσμο ποὺ ποτὲ δὲν ἔγραψε σὲ μένα, ὅπως λέει κι᾿ ἡ καλή μου φίλη.

Μὲ ἀγάπη
Μαρίκα Πολυδούρη

///////////////

Μαρία Πολυδούρη - Ἀνεπίδοτη ἐπιστολὴ



 

Σάββατο 10 Μαΐου 2014

ΤΟ ΥΣΤΕΡΟ ΤΩΝ ΣΑΒΒΑΤΩΝ






 Να χαράζεσαι στη ζωή τόσο προσεκτικά,


πού να μη ματώνει ποτέ ή

ευλάβεια
  Σσσς... πια τίποτε τίποτε άσπρο ή λείο πια τίποτε
Μεθυστικό, μελωδικό, τίποτε κανένα φωτισμένο από το πίσω
       μέρος
Νέφος ή συντροφιά του ανθρώπου έστω
Κάτι πένθιμο, λιποθυμιστικό, υστέρα πού ή μέρα των Παθών
Πήρε να γέρνει με το πλάι αργά και να βυθίζεται

Ποια ψυχή να φεύγει και μυρίζει
Τόσο δυνατά ο αέρας κι άλλο δεν αντέχω

Σσσς... μέσα στα σκοτεινά κανείς δεν ξέρει παρεχτός
Καταπάνου στις κροκάλες, άκου, γδούποι απόκοσμοι όπως των
        ψαράδων ή
Σωμάτων πού εισχωρούν το ένα στο άλλο ενώ τρέμει όλος ψυχή
Ο αιθέρας
                    κι ένα αστέρι αδόκητα βρίσκει το θάρρος με το μέτωπο σου
                    ν' αγγιχτεί

Όλος λάθη φεύγω· φιλιά πού επάνω μου έμειναν
Και τι ωραία στο ύψωμα τα κυπαρίσσια

Τι ωραία και πάλι ν' αποχτούν αρχίζουν υπόσταση άλλη
Τα ουράνια γεγονότα. Των άστρων τα διατσέντα, οί λύπες, οι
       ευωδιές
Κι οι άλλες πού απώλεσες παλαιές αισθήσεις επάνω στ' ουρανού
        την ύλη
Να τες τώρα πού διαγράφονται: ο λίθος και το μνήμα κι ο
        στρατιώτης
Οι λευκές των γυναικών καλύπτρες κι ή μακρά
Συνοδεία των αδικοχαμένων

Καιροί που πριν πολύ από τους γονιούς μου
Μ' ορφανέψατε κι αποκούμπι αλλού δε βρήκα

Σσσς... μα κανείς, κανείς δεν ξέρει. Μήτε αέρας καν
Αν είναι αυτός πού όταν στοχάζεσαι, τρελαίνει. Πιστευτός γίνεσαι
        από μόνου σου
Επειδή
                    τα χέρια σου ήταν μαθημένα σε δεντρόκηπους όπου
Ή θάλασσα εισχωρεί και τραβιέται γεμίζοντας μικρά λουλούδια
Φυσάει, φυσάει και λιγοστεύει ο κόσμος. Φυσάει
Φυσάει και μεγαλώνει ο άλλος ο θάνατος ο πόντος  γλαυκός
        κι ατελεύτητος
Ο θάνατος ο ήλιος ο χωρίς βασιλέματα.

 Ο. Ελύτης