Γέμισε από
μένα.
Πόθησέ με,
εξουθένωσέ με, αναποδογύρισέ με, θυσιασέ
με.
Ζήτησέ με.
Περιμάζεψέ με, έχε με μέσα σου, κρύψε
με.
Θέλω να είμαι
κάποιου, θέλω να είμαι δικός σου, είναι
η ώρα σου.
Είμαι αυτός
που πέρασε πηδώντας πάνω απ΄ τα πράγματα,
ο φυγάς, ο
πονεμένος.
Όμως νιώθω
την ώρα σου,
την ώρα που
απ’ αυτήν η ζωή μου σταλάζει πάνω στην
ψυχή σου,
την ώρα της
τρυφερότητας που δεν σκόρπισα ποτέ,
την ώρα της
σιωπής την ανείπωτη
την ώρα σου,
αιμάτινη αυγή που μ’ έθρεψε από αγωνίες,
την ώρα σου,
την μεσονύχτια που μούφυγε μοναχική.
Λεφτέρωσέ
με από μένα. Θέλω να βγω από την ψυχή
μου.
Είμαι εγώ
αυτό που στενάζει, αυτό που καίει, αυτό
που υποφέρει.
Είμαι εγώ
αυτό που στενάζει, αυτό που καίει, αυτό
που υποφέρει.
Είμαι εγώ
αυτό που χτυπάει, αυτό που ουρλιάζει,
αυτό που τραγουδάει.
Όχι, δεν θέλω
να είμαι αυτό.
Βοήθα με να
σπάσω αυτές τις πελώριες πόρτες.
Με τους
μεταξένιους ώμους σου ξέθαψε αυτές τις
άγκυρες.
Έτσι σταυρώσανε
τον πόνο μου ένα βράδυ.
Λευτέρωσέ
με από μένα. Θέλω να βγω από την ψυχή
μου.
Θέλω να μην
έχω όρια και να υψωθώ μέχρι εκείνο το
αστέρι.
Η καρδιά μου
δεν πρέπει να σωπαίνει σήμερα ή αύριο.
Πρέπει να
παίρνει μέρος σ’ ό,τι αγγίζει,
πρέπει νάναι
από μέταλλα, από ρίζες, από φτερούγες.
Δεν μπορώ να
είμαι η πέτρα που τινάζεται και δεν
γυρνάει
δεν μπορώ να
είμαι η σκιά που σκορπίζεται και περνάει.
Όχι, δεν
μπορεί νάναι, δεν μπορεί νάναι, δεν
μπορεί νάναι.
Τότε θα
κραύγαζα, θα έκλαιγα, θα στέναζα.
Δεν μπορεί
νάναι, δεν μπορεί νάναι.
Ποιος πήγαινε
να σπάσει αυτή τη δόνηση των φτερών μου;
ποιος πήγαινε
να με εξολοθρεύσει; ποιο σχέδιο, τι
λόγια;
Δεν μπορεί
νάναι, δεν μπορεί νάναι, δεν μπορεί
νάναι.
Λευτέρωσέ
με από μένα. Θέλω να βγω από την ψυχή
μου.
Γιατί εσύ
είσαι ο δρόμος μου. Σε σφυρηλάτησα μεσ’
τον ζωντανό αγώνα.
Απ’ την
σκοτεινή πάλη ενάντια στον εαυτό μου,
έγινες.
Έχεις από
μένα την σφραγίδα της απληστίας της
αχόρταγης.
Από τότε που
εγώ κοιτάω τα μάτια σου είναι πιο
θλιμμένα.
Πάμε μαζί.
Ας καταστρέψουμε αυτόν τον δρόμο μαζί.
Θα είμαι ο
δρόμος σου. Πέρνα. Άφησέ με να φύγω.
Πόθησέ με,
εξουθένωσέ με, αναποδογύρισέ με, θυσιασέ
με.
Κάνε να
μετεωρίζονται οι κύκλοι των τελευταίων
ορίων.
Και να μπορούσα
εγώ, στο τέλος, να τρέξω σε τρελή φυγή,
πλημμυρίζοντας
τη γη σαν ποτάμι,
λύνοντας
αυτούς τους κόμπους. Αχ, Θεέ μου, αυτούς
τους κόμπους
κομματιάζοντας
καίγοντας
ισοπεδώνοντας
σαν μια τρελή
λάβα ό,τι υπάρχει,
να τρέξω έξω
απ’ τον εαυτό μου, χαμένα,
λέφτερος από
μένα, ορμητικά λέφτερος.
Να φύγω
Θεέ μου, να
φύγω!
Pablo
Neruda, Ποιήματα, εκδ. Τολίδης
1971, σελ. 150-151
