Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις...
να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις...
Ρίτσος

Κυριακή 27 Απριλίου 2014

fernando pessoa





Γράφω, λυπημένος, στο ήσυχο δωμάτιό μου, μόνος όπως υπήρξα πάντα, μόνος όπως θα υπάρχω πάντα. Κι αναρωτιέμαι αν η φωνή μου, φαινομενικά τόσο ασήμαντη, δεν ενσαρκώνει την ουσία χιλιάδων φωνών, τη δίψα να μιλήσουν χιλιάδων ζωών, την υπομονή εκατομμυρίων ψυχών υποταγμένων σαν την δική μου στο καθημερινό πεπρωμένο, στο ανώφελο όνειρο, στην ελπίδα που δεν αφήνει ίχνη. Αυτές τις στιγμές η καρδιά μου χτυπά πιο δυνατά γιατί έχω συνείδηση πως υπάρχει.
 




 Να τα σβήνεις όλα από το μαυροπίνακα από τη μια μέρα στην άλλη, να είσαι καινούριος σαν κάθε καινούριο ξημέρωμα, αέναα παρθένος στη συγκίνηση-αυτό και μονάχα αυτό αξίζει τον κόπο του να είσαι ή να έχεις, για να είσαι ή να έχεις αυτό που με τόσο ατελή τρόπο είμαστε.
Η σφυρηλάτηση της οξύτητα και της πολυπλοκότητας των απλούστερων και συγχρόνως περισσότερο αναπόφευκτων αισθήσεων οδηγεί, όπως ήδη ανέφερα, στην άμετρη αύξηση της απόλαυσης όσο και στη δυσανάλογη όξυνση του πόνου. Γι αυτό το δεύτερο βήμα του ονειροπόλου θα είναι να αποφεύγει τον πόνο. Δεν θα έπρεπε να μάθει να τον αποφεύγει σαν στωικός ή σαν επικούρειος- απογυμνώνοντας τον εαυτό του για να σκληραγωγηθεί τόσο στην ευχαρίστηση όσο και στον πόνο. Πρέπει αντίθετα, να αναζητεί την ηδονή μέσα στον πόνο, και να αρχίζει αμέσως να εκπαιδεύεται, να αντιλαμβάνεται τον πόνο κατά τρόπο απατηλό, να κατορθώνει δηλαδή να αισθάνεται, όταν υποφέρει, μια κάποια ευχαρίστηση.



Ζω πάντα στο παρόν. Το μέλλον δεν το γνωρίζω. Το παρελθόν δεν το έχω πια. Το ένα με βαραίνει σαν τη δυνατότητα για όλα, και το άλλο σαν την πραγματικότητα του τίποτα. Δεν έχω ούτε ελπίδες ούτε νοσταλγίες. Γνωρίζοντας τι ήταν η ζωή μου μέχρι σήμερα -τόσες φορές και τόσο έντονα αντίθετη προς τις επιθυμίες μου- δεν μπορώ να προβλέψω για την αυριανή ζωή μου, παρά ότι θα είναι ακριβώς αυτό που δεν μπορώ να προβλέψω, αυτό που δεν επιθυμώ, αυτό που θα μου επιβληθεί εκ των έξω, μέχρι και με τη μεσολάβηση της ίδιας μου της βούλησης. Δεν υπάρχει τίποτε στο παρελθόν μου που να φέρνω ξανά στη μνήμη μου με μάταιη επιθυμία να επαναληφθεί. Δεν ήμουν ποτέ τίποτε παραπάνω από τα ίχνη και το ομοίωμα του εαυτού μου. Το παρελθόν μου είναι ό,τι ακριβώς δεν κατόρθωσα να γίνω. Ούτε οι αισθήσεις των περασμένων στιγμών δεν ξυπνούν τη νοσταλγία μου: η αίσθηση κατέχει τη συγκεκριμένη στιγμή· όταν αυτή περάσει, γυρίζει η σελίδα και η ιστορία συνεχίζει, όχι όμως και το κείμενο.
  Σκοτεινή και φευγαλέα σκιά ενός δέντρου της πόλης, ήχος ελαφρύς του νερού που στάζει στη θλιμμένη λιμνούλα, κανονικότητα του γρασιδιού -κήπος δημόσιος σ᾿ένα δειλινό διστακτικό-, εσείς είστε, αυτή τη στιγμή το σύμπαν ολόκληρο για μένα, γιατί είστε το πλήρες περιεχόμενο της συνειδητής μου αίσθησης. Δεν ζητώ τίποτα παραπάνω από τη ζωή από να τη νιώθω να χάνεται, αυτά τα απρόβλεπτα βράδια, ανάμεσα στα άγνωστα παιδιά που παίζουν στους κήπους αυτούς, οι οποίοι οροθετούνται από τη μελαγχολία των δρόμων που τους περιβάλλουν, κάτω από τα ψηλά κλαριά των δέντρων και τον γέρικο ουρανό όπου τ᾿αστέρια ξαναρχίζουν.



Να ταξιδέψω; Για να ταξιδέψω φτάνει να υπάρχω: πηγαίνω από μέρα σε μέρα, σαν από  σταθμό σε σταθμό στο σιδηρόδρομο του κορμιού μου, ή του πεπρωμένου μου, σκυμμένος πάνω από τους δρόμους και τις πλατείες, πάνω από τα πρόσωπα και τις χειρονομίες, πάντα ίδια και πάντα διαφορετικά, όπως, τελικά, είναι και τα τοπία.
Εάν φαντάζομαι, βλέπω. Τι παραπάνω κάνω ταξιδεύοντας; μόνο μια αδυναμία ακραία της φαντασίας δικαιολογεί τη μετακίνηση σαν μέσο πλήρωσης των αισθήσεων. "Κάθε δρόμος θα σε οδηγήσει στην άκρη του κόσμου". Αλλά η άκρη του κόσμου, από τότε που ο κόσμος εξαντλήθηκε όταν τον φέραμε βόλτα, είναι το ίδιο το μέρος απ’ όπου έφυγες. Στην πραγματικότητα, η άκρη του κόσμου, όπως και η αρχή του, είναι προσωπική μας σύλληψη του κόσμου. Μέσα μας είναι που τα τοπία έχουν τοπίο. Γι' αυτό, όταν τα φαντάζομαι, τα δημιουργώ. Αν τα δημιουργώ, υπάρχουν. Κι εφόσον υπάρχουν, τα βλέπω όπως βλέπω και τα άλλα. Γιατί να ταξιδέψω; Στη Μαδρίτη, στο Βερολίνο, στην Περσία, στην Κίνα, στον καθένα από τους δύο Πόλους - πού αλλού θα βρισκόμουνα παρά μέσα σε μένα τον ίδιο, με τη δική μου ιδιαιτερότητα και το δικό μου τρόπο να αισθάνομαι.
Η ζωή είναι αυτό που εμείς την κάνουμε να είναι. Τα ταξίδια είναι οι ίδιοι οι ταξιδιώτες. Αυτό που βλέπουμε, δεν είναι αυτό που βλέπουμε, είναι αυτό που είμαστε.




Bernardo Soares




Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

Eugenio Montale



 Forse un mattino andando in un’aria di vetro,
arida, rivolgendomi, vedrò compirsi il miracolo:
il nulla alle mie spalle, il vuoto dietro
di me, con un terrore di ubriaco.
Poi come s’uno schermo, s’accamperanno di gitto
alberi case colli per l’inganno consueto.
Ma sarà troppo tardi; ed io me n’andrò zitto
tra gli uomini che non si voltano, col mio segreto.






ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ

Να μπορούσα τουλάχιστον να κλείσω

Σ’ αυτό μου το ρυθμό που αγκομαχά

Κάτι απ’ το παραμιλητό σου·

Να μου δινόταν να ταιριάσω

Στις δικές σου φωνές την τραυλή μιλιά μου,-

Εγώ που ονειρευόμουν να σου κλέψω

Τα λόγια τ’αρμυρά

Όπου φύση και τέχνη γίνονται ένα

Για να διαλαλήσω πιο καλά τη μελαγχολία μου

Γερασμένου παιδιού που δεν έπρεπε να συλλογάται.

Κι ωστόσο δεν έχω άλλα απ΄τα φθαρμένα γράμματα

Των λεξικών, και τη σκοτεινή

Φωνή που για έρωτα μιλεί, σβήνει

Γίνεται αξιοθρήνητη φιλολογία.

Δεν έχω άλλα από τα λόγια αυτά

Που σαν δημόσιες γυναίκες

Προσφέρονται σ’ όποιον τις θέλει·

Δεν έχω άλλες απ’ τις κουρασμένες τούτες φράσεις

Που κι αύριο μπορεί να μου τις κλέψουν

Ρέμπελοι φοιτητές γι’ αληθινούς στίχους.

Κι η βοή σου αυξαίνει κι απλώνεται

Γαλάζιος ο νέος ίσκιος.

Μ’ αφήνουν οι σκέψεις μου για δοκιμή.

Αισθήσεις δεν έχω, ούτε νου. Δεν έχω όρια.



Πέμπτη 10 Απριλίου 2014

Mayakovsky




Είμαι ποιητής. Γι’ αυτό και είμαι ενδιαφέρων. Γι’ αυτό και γράφω ποίηση. Για όλα τα υπόλοιπα γράφω μόνο αν περισσέψουν λέξεις».






Επίκαιροι Αμίλητοι

Την ώρα που αεροκοπανάνε οι άρχοντες περί δημοκρατικής τάξης,
ανάμεσά μας οι αμίλητοι ζούνε.
Κι όσο σαν δούλοι εμείς μένουμε σιωπηλοί,
οι ηγεμόνες δυναμώνουν,
ξεσκίζουν, βιάζουν, ληστεύουν,
των ανυπόταχτων τα μούτρα τσαλακώνουν.
Ετούτων των αμίλητων το πετσί,
περίεργα θα ’λεγες είναι φτιαγμένο.
Τους φτύνουνε καταπρόσωπο
κι αυτοί σκουπίζουνε σιωπηλά το πρόσωπο το φτυμένο.
Να αγριέψουνε δεν το λέει η ψυχούλα τους,
και που το παράπονό τους να πούνε;
Απ’ του μισθού τα ψίχουλα,
πώς να αποχωριστούνε;
Μισή ώρα, κι αν, βαστάει το κόχλασμά τους,
μετά αρχινάνε το τρεμούλιασμά τους.
Ει! Ξυπνήστε κοιμισμένοι!
Από την κορυφή ως τα νύχια ξεσκεπάστε τους,
άλλο δε μας μένει




Σύννεφο με παντελόνια

Τη σκέψη σας που νείρεται
πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξιγκόθρεφτος λακές
σ’ ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου.
Φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.

Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχιά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω, τραβάω
εικοσιδυό χρονώ λεβέντης.

Εσείς οι αβροί!
Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.
Όμως εσείς,
θα το μπορούσατε ποτέ καθώς εγώ,
τον εαυτό σας να γυρίσετε τα μέσα του όξω,
έτσι που να γενείτε ολάκεροι ένα στόμα;
Ελάτε να σας δασκαλέψω,
εσάς τη μπατιστένια απ’ το σαλόνι,
εσάς την άψογο υπάλληλο της κοινωνίας των αγγέλων
κι εσάς που ξεφυλλίζετε ήρεμα-ήρεμα τα χείλη σας
σα μια μαγείρισσα που ξεφυλλίζει τις σελίδες του οδηγού μαγειρικής.

Θέλετε
θα ‘μαι ακέραιος, όλο κρέας λυσσασμένος
-κι αλλάζοντας απόχρωση σαν ουρανός-
θέλετε-
θα ‘μαι η άχραντη ευγένεια
-όχι άντρας πια, μα σύγνεφο με παντελόνια

(Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος)