Γράφω,
λυπημένος, στο ήσυχο δωμάτιό μου, μόνος όπως υπήρξα πάντα, μόνος όπως θα υπάρχω
πάντα. Κι αναρωτιέμαι αν η φωνή μου, φαινομενικά τόσο ασήμαντη, δεν ενσαρκώνει
την ουσία χιλιάδων φωνών, τη δίψα να μιλήσουν χιλιάδων ζωών, την υπομονή
εκατομμυρίων ψυχών υποταγμένων σαν την δική μου στο καθημερινό πεπρωμένο, στο
ανώφελο όνειρο, στην ελπίδα που δεν αφήνει ίχνη. Αυτές τις στιγμές η καρδιά μου
χτυπά πιο δυνατά γιατί έχω συνείδηση πως υπάρχει.
Η
σφυρηλάτηση της οξύτητα και της πολυπλοκότητας των απλούστερων και συγχρόνως
περισσότερο αναπόφευκτων αισθήσεων οδηγεί, όπως ήδη ανέφερα, στην άμετρη αύξηση
της απόλαυσης όσο και στη δυσανάλογη όξυνση του πόνου. Γι αυτό το δεύτερο βήμα
του ονειροπόλου θα είναι να αποφεύγει τον πόνο. Δεν θα έπρεπε να μάθει να τον
αποφεύγει σαν στωικός ή σαν επικούρειος- απογυμνώνοντας τον εαυτό του για να
σκληραγωγηθεί τόσο στην ευχαρίστηση όσο και στον πόνο. Πρέπει αντίθετα, να
αναζητεί την ηδονή μέσα στον πόνο, και να αρχίζει αμέσως να εκπαιδεύεται, να
αντιλαμβάνεται τον πόνο κατά τρόπο απατηλό, να κατορθώνει δηλαδή να αισθάνεται,
όταν υποφέρει, μια κάποια ευχαρίστηση.
Ζω
πάντα στο παρόν. Το μέλλον δεν το γνωρίζω. Το παρελθόν δεν το έχω πια. Το ένα
με βαραίνει σαν τη δυνατότητα για όλα, και το άλλο σαν την πραγματικότητα του
τίποτα. Δεν έχω ούτε ελπίδες ούτε νοσταλγίες. Γνωρίζοντας τι ήταν η ζωή μου
μέχρι σήμερα -τόσες φορές και τόσο έντονα αντίθετη προς τις επιθυμίες μου- δεν
μπορώ να προβλέψω για την αυριανή ζωή μου, παρά ότι θα είναι ακριβώς αυτό που
δεν μπορώ να προβλέψω, αυτό που δεν επιθυμώ, αυτό που θα μου επιβληθεί εκ των
έξω, μέχρι και με τη μεσολάβηση της ίδιας μου της βούλησης. Δεν υπάρχει τίποτε
στο παρελθόν μου που να φέρνω ξανά στη μνήμη μου με μάταιη επιθυμία να
επαναληφθεί. Δεν ήμουν ποτέ τίποτε παραπάνω από τα ίχνη και το ομοίωμα του
εαυτού μου. Το παρελθόν μου είναι ό,τι ακριβώς δεν κατόρθωσα να γίνω. Ούτε οι
αισθήσεις των περασμένων στιγμών δεν ξυπνούν τη νοσταλγία μου: η αίσθηση
κατέχει τη συγκεκριμένη στιγμή· όταν αυτή περάσει, γυρίζει η σελίδα και η
ιστορία συνεχίζει, όχι όμως και το κείμενο.
Σκοτεινή και φευγαλέα σκιά ενός δέντρου της
πόλης, ήχος ελαφρύς του νερού που στάζει στη θλιμμένη λιμνούλα, κανονικότητα
του γρασιδιού -κήπος δημόσιος σ᾿ένα δειλινό διστακτικό-, εσείς είστε, αυτή τη
στιγμή το σύμπαν ολόκληρο για μένα, γιατί είστε το πλήρες περιεχόμενο της
συνειδητής μου αίσθησης. Δεν ζητώ τίποτα παραπάνω από τη ζωή από να τη νιώθω να
χάνεται, αυτά τα απρόβλεπτα βράδια, ανάμεσα στα άγνωστα παιδιά που παίζουν στους
κήπους αυτούς, οι οποίοι οροθετούνται από τη μελαγχολία των δρόμων που τους
περιβάλλουν, κάτω από τα ψηλά κλαριά των δέντρων και τον γέρικο ουρανό όπου τ᾿αστέρια
ξαναρχίζουν.
Να
ταξιδέψω; Για να ταξιδέψω φτάνει να υπάρχω: πηγαίνω από μέρα σε μέρα, σαν
από σταθμό σε σταθμό στο σιδηρόδρομο του
κορμιού μου, ή του πεπρωμένου μου, σκυμμένος πάνω από τους δρόμους και τις
πλατείες, πάνω από τα πρόσωπα και τις χειρονομίες, πάντα ίδια και πάντα
διαφορετικά, όπως, τελικά, είναι και τα τοπία.
Εάν
φαντάζομαι, βλέπω. Τι παραπάνω κάνω ταξιδεύοντας; μόνο μια αδυναμία ακραία της
φαντασίας δικαιολογεί τη μετακίνηση σαν μέσο πλήρωσης των αισθήσεων. "Κάθε
δρόμος θα σε οδηγήσει στην άκρη του κόσμου". Αλλά η άκρη του κόσμου, από
τότε που ο κόσμος εξαντλήθηκε όταν τον φέραμε βόλτα, είναι το ίδιο το μέρος απ’
όπου έφυγες. Στην πραγματικότητα, η άκρη του κόσμου, όπως και η αρχή του, είναι
προσωπική μας σύλληψη του κόσμου. Μέσα μας είναι που τα τοπία έχουν τοπίο. Γι'
αυτό, όταν τα φαντάζομαι, τα δημιουργώ. Αν τα δημιουργώ, υπάρχουν. Κι εφόσον
υπάρχουν, τα βλέπω όπως βλέπω και τα άλλα. Γιατί να ταξιδέψω; Στη Μαδρίτη, στο
Βερολίνο, στην Περσία, στην Κίνα, στον καθένα από τους δύο Πόλους - πού αλλού
θα βρισκόμουνα παρά μέσα σε μένα τον ίδιο, με τη δική μου ιδιαιτερότητα και το
δικό μου τρόπο να αισθάνομαι.
Η
ζωή είναι αυτό που εμείς την κάνουμε να είναι. Τα ταξίδια είναι οι ίδιοι οι
ταξιδιώτες. Αυτό που βλέπουμε, δεν είναι αυτό που βλέπουμε, είναι αυτό που
είμαστε.
Bernardo Soares

.jpg)
.jpg)



