Forse
un mattino andando in un’aria di vetro,
arida,
rivolgendomi, vedrò compirsi il miracolo:
il
nulla alle mie spalle, il vuoto dietro
di
me, con un terrore di ubriaco.
Poi
come s’uno schermo, s’accamperanno di gitto
alberi
case colli per l’inganno consueto.
Ma
sarà troppo tardi; ed io me n’andrò zitto
tra
gli uomini che non si voltano, col mio segreto.
ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ
Να μπορούσα
τουλάχιστον να κλείσω
Σ’ αυτό μου το
ρυθμό που αγκομαχά
Κάτι απ’ το
παραμιλητό σου·
Να μου δινόταν να
ταιριάσω
Στις δικές σου
φωνές την τραυλή μιλιά μου,-
Εγώ που ονειρευόμουν
να σου κλέψω
Τα λόγια τ’αρμυρά
Όπου φύση και
τέχνη γίνονται ένα
Για να διαλαλήσω
πιο καλά τη μελαγχολία μου
Γερασμένου
παιδιού που δεν έπρεπε να συλλογάται.
Κι ωστόσο δεν έχω
άλλα απ΄τα φθαρμένα γράμματα
Των λεξικών, και
τη σκοτεινή
Φωνή που για
έρωτα μιλεί, σβήνει
Γίνεται
αξιοθρήνητη φιλολογία.
Δεν έχω άλλα από
τα λόγια αυτά
Που σαν δημόσιες
γυναίκες
Προσφέρονται σ’
όποιον τις θέλει·
Δεν έχω άλλες απ’
τις κουρασμένες τούτες φράσεις
Που κι αύριο
μπορεί να μου τις κλέψουν
Ρέμπελοι φοιτητές
γι’ αληθινούς στίχους.
Κι η βοή σου
αυξαίνει κι απλώνεται
Γαλάζιος ο νέος
ίσκιος.
Μ’ αφήνουν οι
σκέψεις μου για δοκιμή.
Αισθήσεις δεν
έχω, ούτε νου. Δεν έχω όρια.

