Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις...
να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις...
Ρίτσος

Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2018

ΖΑΝ ΖΕΝΕ, ο σχοινοβάτης


Στον πάγκο του μπαρ μπορείς ν’ αστειευτείς με οποιονδήποτε, να τσουγκρίσεις το ποτήρι σου με όποιον θέλεις. Μα ο άγγελος αναγγέλλει τον ερχομό του. Μείνε μονάχος να τον υποδεχτείς. Και άγγελός μας είναι η νύχτα που πέφτει στην εκθαμβωτική πίστα. Ακόμα κι αν η δική σου μοναξιά είναι πλημμυρισμένη στο φως ενώ σκοτάδι τα χιλιάδες μάτια που σε κρίνουν, που φοβούνται και προσδοκούν τη πτώση σου, θα χορέψεις πάνω και μέσα στην άνυδρη μοναξιά, με τα μάτια δεμένα και εί δυνατόν τα βλέφαρα ραμμένα. Τίποτε όμως δε θα σε εμποδίσει να χορέψεις για την εικόνα σου, και προπαντός χειροκροτήματα ή γέλια. Αλίμονο, είσαι καλλιτέχνης, και δεν γίνεται πια να αγνοήσεις την ανελέητη άβυσσο των ματιών σου. Νάρκισσος χορεύει; Δεν είναι ωστόσο φιλαρέσκεια, εγωισμός και φιλαυτία, μα κάτι άλλο. Μήπως ο ίδιος ο θάνατος; Χόρευε λοιπόν ολομόναχος. Χλωμός, πελιδνός, γεμάτος αγωνία αν θ' αρέσεις στην εικόνα σου - δηλαδή θα χορέψει η εικόνα σου για σένα.
Ποιος φυσιολογικός, γνωστικός άνθρωπος περπατά πάνω σε συρματόσκοινο ή εκφράζεται με στίχους;
Ο έρωτας, σχεδόν απελπισμένος αλλά γεμάτος τρυφερότητα, ο έρωτας που οφείλεις να δείχνεις στο σκοινί σου πρέπει να είναι δυνατός όσο και το συρματόσκοινο που κρατά το βάρος σου. Γνωρίζω τα αντικείμενα, τη μοχθηρία και τη σκληρότητα τους, αλλά και την ευγνωμοσύνη τους. Το σκοινί ήταν νεκρό—ή έστω, βουβό και τυφλό. Με την εμφάνιση σου θα ζωντανέψει και θα μιλήσει. Θα το ερωτευτείς—με έναν έρωτα, θα έλεγα, σαρκικό. Τη νύχτα, καθώς είναι ακόμα κουλουριασμένο στο κουτί του, πήγαινε να το δεις, να το χαϊδέψεις, να ακουμπήσεις το μάγουλο σου στο δικό του.
Ωστόσο πρέπει να εκθέτεις τον εαυτό σου στον κίνδυνο του σωματικού, του οριστικού θανάτου. Το απαιτεί η δραματουργία του Τσίρκου. Το τσίρκο, όπως η ποίηση, ο πόλεμος και η ταυρομαχία είναι από τα λίγα σκληρά παιχνίδια που επιζούν.
Αν πέσεις, θα σου εκφωνήσουν τον πιο συμβατό επικήδειο: βάλτος από χρυσάφι κι αίμα, τέλμα όπου το ηλιοβασίλεμα… μην περιμένεις τίποτ' άλλο. Το τσίρκο είναι όλο συμβατικότητες.
- Κοίτα να γίνεις διάσημος…
- Γιατί;
- Για να προξενείς το κακό.
- Πρέπει οπωσδήποτε να βγάλω λεφτά;
- Απαραιτήτως. θα εμφανίζεσαι στο συρματόσχοινό σου και θα σε ραντίζει μια χρυσή βροχή.
.... Κι επειδή θα σε ενδιαφέρει μονάχα ο χορός , τη μέρα θα σαπίζεις.
.... Το κοινό - που χάρη σ' αυτό υπάρχεις, γιατί χωρίς το κοινό δε θα καταχτούσες ποτέ τη μοναξιά - είναι το κτήνος που εσύ στο τέλος θα το εξοντώσεις. Η τελειότητα κι η τόλμη σου όση ώρα εμφανίζεσαι το εκμηδενίζουν.
Μάταιες οι συμβουλές μου και άστοχες. Δεν είναι δυνατόν να τις ακολουθήσει κανείς. Ήθελα μόνο να γράψω για την τέχνη σου ένα ποίημα που θα σε θερμάνει ολόκληρο, απ' την κορφή ως τα νύχια. Ν' αναφλεγείς ήθελα, όχι να σε διδάξω.

 ****************
Ο ΣΧΟΙΝΟΒΑΤΗΣ - ΖΑΝ ΖΕΝΕ
Μετάφραση : Χριστόφορος Λιοντάκης
Εκδόσεις Καστανιώτη
Πρώτη έκδοση : 1986

Ένας κόσμος ανάποδα – Εντουάρντο Γκαλεάνο



Tο δικαίωμα στο παραλήρημα
......................
.... μια ωραία ημέρα ο πάπας της Ρώμης αποφάσισε να δώσει μια ημερομηνία γέννησης στο Χριστό, παρότι κανείς δεν ξέρει πότε γεννήθηκε ο Χριστός.[...]Ο χρόνος χλευάζει τα όρια που του βάζουμε, επειδή θέλουμε να πιστεύουμε ότι τάχα εμείς τον ορίζουμε• όλοι οι άνθρωποι όμως γιορτάζουν και φοβούνται αυτά τα σύνορα του χρόνου.[...]Τι θα γίνει αν για μια στιγμούλα αφεθούμε στο παραλήρημα; Ας διαπεράσει το βλέμμα μας το όνειδος και ας ονειρευτούμε έναν άλλο κόσμο όπου:
ο αέρας θα είναι καθαρός, απαλλαγμένος από το μικρόβιο του ανθρώπινου φόβου και από τα ανθρώπινα πάθη•
στους δρόμους τα σκυλιά θα συνθλίβουν τα αυτοκίνητα•
τους ανθρώπους δε θα τους ελέγχει το αυτοκίνητο, δε θα τους προγραμματίζει ο υπολογιστής, δε θα τους εξαγοράζει το σούπερ μάρκετ, δε θα τους παρακολουθεί η τηλεόραση•
η τηλεόραση θα πάψει να είναι το πιο σημαντικό μέλος της οικογένειας και θα της συμπεριφερόμαστεόπως στο σίδερο ή το πλυντήριο ρούχων
οι άνθρωποι θα δουλεύουν για να ζήσουν, αντί να ζουν για να δουλεύουν
στους ποινικούς κώδικες θα ενταχθεί και το αδίκημα της βλακείας, το αδίκημα που διαπράττουν όσοι ζουν για να έχουν ή για να κερδίζουν, αντί να ζουν απλώς και μόνο για να ζουν, σαν τα πουλιά που κελαηδούν χωρίς να ξέρουν ότι κελαηδούν και σαν τα παιδιά που παίζουν χωρίς να ξέρουν ότι παίζουν
σε καμιά χώρα δε θα φυλακίζονται οι νέοι που αρνούνται να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία, αλλά εκείνοι που θα θέλουν να την υπηρετήσουν
οι οικονομολόγοι δε θα ονομάζουν επίπεδο ζωής το επίπεδο της κατανάλωσης, ούτε ποιότητα ζωής την ποσότητα των υλικών αγαθών
οι μάγειροι δε θα πιστεύουν ότι είναι ευχάριστο για τους αστακούς να τους βράζουν ζωντανούς•
οι ιστορικοί δε θα πιστεύουν ότι η εισβολή σε μια χώρα είναι κάτι που την ευχαριστεί»
οι πολιτικοί δε θα πιστεύουν ότι είναι ευχάριστο για τους φτωχούς να τρώνε υποσχέσεις•
η σοβαρότητα θα πάψει να θεωρείται αρετή και κανείς δε θα παίρνει στα σοβαρά έναν άνθρωπο που δε θα είναι ικανός να γελάει με τον εαυτό του•
ο θάνατος και το χρήμα θα χάσουν τις μαγικές τους δυνάμεις και ούτε ο θάνατος ούτε η περιουσία θα μπορούν να μετατρέπουν έναν παλιάνθρωπο σε ευυπόληπτο πολίτη•
κανείς δε θα θεωρείται ήρωας ή χαζός επειδή κάνει αυτό που πιστεύει ότι είναι σωστό αντί να κάνει αυτό που τον συμφέρει περισσότερο•
ο κόσμος δε θα πολεμάει πια τους φτωχούς αλλά τη φτώχεια και η στρατιωτική βιομηχανία δε θα έχει άλλη λύση παρά να κλείσει»
το φαγητό δε θα είναι εμπόρευμα ούτε η επικοινωνία εμπόριο, επειδή το φαγητό και η επικοινωνία είναι δικαιώματα του ανθρώπου•
κανείς δε θα πεθαίνει από πείνα επειδή κανείς δε θα πεθαίνει από το πολύ φαΐ»
κανείς δε θα φέρεται στα παιδιά του δρόμου σαν να είναι σκουπίδια, επειδή δε θα υπάρχουν παιδιά του δρόμου•
κανείς δε θα φέρεται στα πλούσια παιδιά σαν να είναι λεφτά, επειδή δε θα υπάρχουν πλούσια παιδιά•
η εκπαίδευση δε θα είναι προνόμιο μόνο όσων μπορούν να την πληρώσουν
η αστυνομία δε θα είναι εφιάλτης για όσους δεν μπορούν να την εξαγοράσουν
η δικαιοσύνη και η ελευθερία, αδέλφια σιαμαία που καταδικάστηκαν να ζουν χωριστά, θα ενωθούν και πάλι, πλάτη με πλάτη»
μια μαύρη γυναίκα θα είναι πρόεδρος της Βραζιλίας και μια άλλη γυναίκα, επίσης μαύρη, θα είναι πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής• μια Ινδιάνα γυναίκα θα κυβερνάει τη Γουατεμάλα και μια άλλη το Περού4
στην Αργεντινή οι τρελές της Πλάζα ντε Μάγιο θα είναι παράδειγμα πνευματικής υγείας, επειδή εκείνες αρνήθηκαν να ξεχάσουν στα χρόνια της υποχρεωτικής λήθης•
η Αγία Μητέρα Εκκλησία θα διορθώσει τα τυπογραφικά λάθη στους πίνακες του Μωυσή και η έκτη εντολή θα προστάζει να τιμάμε το σώμα•
η Εκκλησία επίσης θα υπαγορεύσει μια ακόμη εντολή, που την ξέχασε ο Θεός: «Αγάπα τη φύση, μέρος της οποίας είσαι κι εσύ»•
θα ξαναβλαστήσουν τα δάση στον ερημωμένο κόσμο μας και στις ερημωμένες ψυχές•
οι απελπισμένοι θα ξαναβρούν την ελπίδα τους και οι χαμένοι τη ζωή τους, αφού απελπίστηκαν επειδή ήλπισαν πολύ και χάθηκαν επειδή έψαξαν πολύ•
όσοι έχουμε θέληση για δικαιοσύνη και ομορφιά θα είμαστε όλοι αδέλφια, όποτε κι αν έχουμε γεννηθεί, όπου κι αν έχουμε ζήσει, χωρίς να χρειαστεί να αλλάξουμε καθόλου τα σύνορα του κόσμου και του χρόνου•
η τελειότητα θα εξακολουθήσει να είναι το βαρετό προνόμιο των θεών όμως, σ’ αυτό τον όμορφο αλλά και γαμημένο κόσμο, θα ζούμε την κάθε νύχτα σαν να ‘ναι η τελευταία και την κάθε μέρα σαν να ‘ναι η πρώτη μας.
.....................
Ένας κόσμος ανάποδα - Εντουάρντο Γκαλεάνο,Μάθημα 17ο: Tο δικαίωμα στο παραλήρημα, Σελίδες 360 – 365.
Εκδόσεις «Πιρόγα», μτφρ. Ζακοπούλου Γεωργία.

Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2018

Λουντέμης

Μακελειό στην χαράδρα – Γιώργος Φαρσακίδης, 1949


"Κείνο το βράδυ σώπαιναν οι λύκοι, γιατί ούρλιαζαν οι άνθρωποι!"

..........................

"Ήρθε μια νύχτα που το νησί (Μακρόνησος) κλυδωνίζεται σαν ακυβέρνητο σκάφος. Αυτή τη νύχτα –οι φθόγγοι αυτοί οι άγνωστοι- ακούστηκαν τόσο δυνατά, που οι μεταλλωρύχοι της αντικρινής πλαγιάς τρόμαξαν και κρύφτηκαν στις στοές τους. Ήταν οχτώ του Δεκέμβρη, χίλια εννιακόσια σαράντα εννέα χρόνια ύστερα απ’ τη γέννησή του γιου μιας χωρικής που τον σταύρωσαν –μια φορά- πάνω σ’ ένα ξύλο σ’ ένα λόφο της Σιών, επειδή κουβάλησε μαζί του καινούργιες ιδέες. Βλέπετε οι ιδέες, κάθε φορά που έχουν απόλυτους τους ιδιοκτήτες, που άμα δεν έρχονται στα μέτρα που θέλουν αυτοί, παίρνουν το κεφάλι που τις έχει. […]"
..........................

"Και σαν ξημέρωσε η οχτώ του Δεκέμβρη σύρτηκε απ’ τη μιαν άκρη του νησιού ως την άλλη η πελώρια σκιά του τρόμου. Δήμιοι, νεκροί, πληγωμένοι… κείτουνταν χάμω, μέσα σ’ έναν πέτρινο αγρό σπαρμένον με ανθρώπινα κορμιά. Εκείνο το πρωί τα κοκόρια του Λαυρίου –για πρώτη φορά- δε λάλησαν. Μόνο τα σκυλιά της πόλης ανέβηκαν στο καρβουνόχωμα και κλαίανε όλη τη νύχτα. Όσο για τους ανθρώπους, όλες αυτές τις νύχτες, παρακολουθούσαν τη ζωή απ’ τις χαραμάδες… Σάστιζαν πως, αυτό που γινόταν αντίκρυ, δεν το είχε γράψει ακόμα η Αποκάλυψη […]"
.............................

"… Η φρίκη της Μακρόνησος δε χωράει σε βιβλία. Διαβάζεται μόνο μες στα μάτια των τρελών της. Μόνο τ’ αυτιά του Λαυρίου πρόφτασαν ν’ αρπάξουν κάτι ξεφτίδια απ’ τις φωνές… Στην αρχή, γιατί αργότερα ράγισαν κι αυτά και δεν άκουαν πια τίποτα. Κι έτσι απόμειναν μόνο οι σκύλοι -με το προφητικό τους ένστικτο- να σκορπούν απ’ τους καρβουνοσωρούς τις οιμωγές τους, σαν μαύρους οιωνούς που έβγαιναν απ’ τα σπλάχνα του προαιώνιου ζώου.[…]"
....................

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Σιωπή! Χρησιμοποιείς την ιεράν ταύτην αίθουσαν δια την βρομεράν σου προπαγάνδα; Αρκεί!
ΣΤΡΑΤΟΔΙΚΗΣ: Αφήστε τον, κ. Πρόεδρε… πολύ γρήγορα –μόλις ο θάνατός του γίνει βεβαιότης-, θα σκύψει τον αυχένα.
ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ: Κάνετε λάθος. Θα πάω όρθιος παντού. Όρθιος όπως περπάτησα ως τώρα, ακόμα κι όταν τα πόδια μου έσταζαν αίματα. Πρέπει, για την Ιστορία, να σας πω ότι χτες βράδυ, μετά το τέλος της δίκης, τρεις άνθρωποι μπήκαν στο κελί μου κι όλη τη νύχτα πάλεψαν να σπιλώσουν την τελευταία μέρα της ζωής μου, αποσπώντας μου την ταπεινωτική «μετάνοια». Θα μπορούσα να σας δείξω τις πληγές και τα εγκαύματα που έκαναν σ’ ολόκληρο το κορμί μου. Δεν το κάνω όμως για να μη νομισθεί ότι εκλιπαρώ την επιείκεια ή τον οίκτο σας. Δεν με πιστεύετε;
ΣΤΡΑΤΟΔΙΚΗΣ: Εγώ το πιστεύω. Όχι, κ. Πρόεδρε. Εγώ το πιστεύω. Γι’ αυτό, κατηγορούμενε, σε συμβουλεύω εγώ, πατρικώς –όχι με βασανισμούς και απειλάς- σε προτρέπω πατρικώς να εγκαταλείψεις, επιτέλους, αυτό το στείρον ανώφελον πείσμα –χάριν μιας αβεβαίας υστεροφημίας- και να επανέλθεις εις τους κόλπους της Πατρίδος, ήτις θα σε δεχθεί και θα περιθάλψει τας πληγάς σου.
ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ: Παιδιά που τα δέρνουν στο σπίτι με το ξύλο φεύγουν μακρύτερα. Όχι, κ. Στρατοδίκα, δεν θα επιστρέψω στο ετοιμόρροπο σπίτι σας που τόσο άσκημα κάνετε αν το λέτε ‘Πατρίδα’. Δεν θα επιστρέψω ούτε με το γλυκό σας ύφος, που τόσο αδέξια ηχεί στα χείλη σας. Δεν θα επιστρέψω σ’ ένα σπίτι που τας θεμέλια και το κατώι του πλημμύρισαν από αίματα. Πατρίδα είναι εκείνο που για χάρη του θυσιάζονται οι άνθρωποι και όχι εκείνο που για χάρη του σκοτώνουν.
Ο ΙΔΙΟΣ ΣΤΡΑΤΟΔΙΚΗΣ: Ε, τότε πήγαινε στο διάολο! Πήγαινε στον θάνατο που σου αξίζει!»

Μενέλαος Λουντέμης, «Οδός Αβύσσου αριθμός Ο», ΠΑΤΑΚΗΣ, Απρίλιος 2015


////////////////////////////////


"Εδώ είναι το σπίτι του Μενέλαου.
Όχι οδός Αβύσσου, αριθμός Μηδέν.
Οδός Ανθρώπου, αριθμός 1.
Δε χρειάζεται να χτυπήσεις.
Η πόρτα ανοιχτή. Μπορείς να μπεις.
Μ' αναμμένο το φανάρι της καρδιάς μου μες στη νύχτα
φωτίζω την πόρτα σου, Μενέλαε. Σε βρήκα.
Περάστε, αδέρφια. Το σπίτι του όλους μας χωράει.
Εδώ μένει ένας άνθρωπος που καίγεται απ' τον ήλιο
της καρδιάς του και φωτίζει."

Γιάννης Ρίτσος, Απρίλης 1955, (Απόσπασμα από ποίημα αφιερωμένο στον Μενέλαο Λουντέμη, από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Κυριακή 14 Ιανουαρίου 2018

Αργύρης Χιόνης, Ασήμαντα περιστατικά



 maria frodl

1. ΚΑΠΟΙΟΣ ΕΞΗΜΕΡΩΣΕ, ΚΑΠΟΤΕ ΜΙΑ ΜΟΝΑΞΙΑ· από θηρίο της ερήμου ζώο
την έκανε οικόσιτο,κι ήτανε τρυφερή και διακριτική και στην αφή τόσο απαλή, πιo απαλή ακόμα κι από γάτα.
Τώρα πώς έγινε και, έτσι ξαφνικά, αυτή η τόσο εξημερωμένη μοναξιά τον κατα-
σπάραξε, κανείς δεν ξέρει.
*** 2. Είναι δυο άνθρωποι. Ο ένας με μαχαίρι, ο άλλος άοπλος.
Αυτός με το μαχαίρι λέει στον άλλο: "Θα σε σκοτώσω".
"Μα γιατί;", ρωτά ο άοπλος "τι σου 'χω κάνει; Πρώτη φορά βλεπόμαστε. Ούτε σε ξέρω ούτε με ξέρεις".
"Γι' αυτό ακριβώς θα σε σκοτώσω. Αν γνωριζόμασταν, μπορεί να σ' αγαπούσα", λέει αυτός με το μαχαίρι.
"Ή και να με μισούσες", λέει ο άοπλος. "Να με μισούσες τόσο, που με χαρά μεγάλη θα με σκότωνες. Γιατί να στερηθείς μια τέτοια απόλαυση; Έλα να γνωριστούμε!"
"Κι αν σ' αγαπήσω", επιμένει ο οπλισμένος, "αν σ' αγαπήσω, τι θα κάνει ετούτο το μαχαίρι;"
"Ω, μη φοβάσαι", λέει ο άοπλος, "σκοτώνει ακόμη κι η αγάπη. Και τότε είναι ακόμη πιο μεγάλη η απόλαυση" *** 3. ΣΕ ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ ΕΡΗΜΟ ΚΙ ΕΡΕΙΠΩΜΕΝΟ, ζούσε μια χοντρή βαριά σιωπή· τόσο χοντρή που ’χε ξηλώσει όλα τα κουφώματα, τόσο βαριά που ’χε βουλιάξει όλα τα πατώματα και τόσο σιωπηλή που όποιος έμπαινε εκεί δεν άκουγε ούτε τη βουή του τρομαγμένου αίματος στις φλέβες του. Και, ξαφνικά, μια μέρα, η σιωπή τραγούδησε. Ναι, μη σας φαίνεται παράξενο· ο έρωτας τα πάντα κατορθώνει, και η σιωπή, για την οποία σας μιλώ, αγάπησε τρελά ένα σαράκι που, λίγο – λίγο, από μέσα τρώγοντάς την, αδιάκοπα αδειάζοντάς την, ανάλαφρο την έκανε του έρωτα δοχείο, του τραγουδιού του ηχείο.

Αργύρης Χιόνης,Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1966-2000, (Ασήμαντα Περιστατικά), ΝΕΦΕΛΗ

Τ. Πατρίκιος, Λυσιμελης Πόθος (επιλογή)



Eduard Weston, 1936, Charis Wilson

Κάθε που θέλω να τιμωρήσω τον εαυτό μου
Λιγοστεύω τις φορές που σε κοιτάω.
.........
Έφερες πάλι τη ροή του χρόνου
άλλοτε επιταχυνοντας, άλλοτε
βραδυνοντας τις ώρες
.........
Οι απέραντες εκτάσεις μετρημένες με έτη φωτός δεν μου λένε τίποτα
Εσύ ήσουνα λίγα μέτρα μακριά
και δεν μπορούσα να σ' αγγίξω
σαν απλησίαστο απλανη αστέρα.
.........
Ξεριζωνω μία - μία σκέτες λέξεις
και σου τις στέλνω...
..........
Τα λόγια φτάνουν αλλαγμένα στον προορισμό
Δεν φτάνουν, δεν ξεκινούνε καν, μένουν...
.........
Νομίζαμε ότι γνωριζόμαστε καλά
μα όταν τα κουρασμένα ρούχα μας αρχίσανε να πέφτουν...
φάνηκε καθαρά πόσο μακρύς ήταν ο δρόμος
..........
Η πιο δημοκρατική στιγμή
είναι του αμοιβαίου οργασμού
..................

Τ. Πατρίκιος, Λυσιμελης Πόθος, ΚΙΧΛΗ

Mehmet Ali Ozcobanlar*

Anke Merzbach


Τι είναι αλήθεια και τι ψέμα, τι είναι σωστό και τι είναι λάθος
Εγώ είμαι σ’εσένα και με σένα
Κράτα με στα αισθήματα σου
Μα μη ταράζεσαι
Μην ξεχνάς πως κυκλοφορώ μέσα στη συγκίνηση σου
Κι αν με τον καιρό φύγω και χαθώ
Πάντα στο πλάι σου θα βρίσκομαι

......................
Κάποιοι ξέρουν, όμως εσύ δεν γνωρίζεις
Κάποιοι αφουγκράζονται όμως εσύ δεν ακούς
Αυτοί βλέπουν, εσύ δεν κοιτάζεις
Τα αυτιά σου δεν ακούν, στέκεις κουφός στις κραυγές της οδύνης μου
Τα μάτια σου δεν βλέπουν πως κάθε στιγμή το κορμί μου λιώνει
Η ψυχή σου δεν έχει πάρει χαμπάρι τον έρωτα μου
Εσύ δεν ακούς, δεν βλέπεις, δεν ξέρεις…
.........................
Δεν είναι υπέροχο να αναπνέεις τον αέρα της ίδιας πόλης
Να μοιράζεσαι την δροσιά της ίδιας θάλασσας
Να ατενίζεις τον ίδιο ορίζοντα την χαραυγή
Να ξυπνάς με τον ίδιο ήλιο και να βυθίζεσαι στο ίδιο όνειρο
Με το πνεύμα του ίδιου ανθρώπου ;
.........................
*Ο Mehmet Ali Ozcobanlar γεννήθηκε το 1984 στην Κιουτάχεια, σπούδασε στο Εσκι-Σεχιρ και την Βαρσοβία. Η ποίηση του έχει βαθιά ελληνοκεντρική ταυτότητα , μιας και μοιράζει τη ζωή του ανάμεσα στην Τουρκία και τα νησιά της Μυκόνου και της Δήλου. Η πρώτη του ποιητική συλλογή, Seyyah, μεταφράστηκε από τον Θωμά Κοροβίνη, και πρωτοδημοσιευτηκε στο 96ο τεύχος του ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟΥ.