Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις...
να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις...
Ρίτσος

Δευτέρα 14 Μαΐου 2018

ελσα κορνετη


  Edward hopper


 Την πληρώνεις την νοικοκυροσύνη σου
για να είναι απούσα.
Όπως πληρώνεις και τον ελεύθερο χρόνο σου
για να είναι παρών.
Όπως πληρώνεις και τα αφελή όνειρά σου
Ακριβά .



Όταν ήσουν μικρή κυνηγούσες πεταλούδες,
σου θύμισε μια ηλικιωμένη θεία.
Τώρα πια μόνον οι περιστασιακοί πόθοι
πετούν γύρω σου
και δεν είναι καν έγχρωμοι.

Πες μου τι προτιμάς και θα στο σχεδιάσω.
Τρίγωνο ;
Τετράγωνο ;
Ρόμβο ;
To σχήμα της ημέρας το δίνω εγώ.
Έπειτα απομακρύνομαι για να παρατηρήσω
από τη σωστή απόσταση
τον πίνακα
με το δημιούργημα – ανοσιούργημα.

Γιατί επιμένεις να σκαλίζεις;
Οι ανασκαφές σου στις μαθητικές μνήμες
δεν θα φέρουν στο φως τίποτα άλλο
παρά μόνον την εξάρθρωση της τάξης
το τετράγωνο της υποτείνουσας
και τη ρίζα του 144.

Κίτρινη προσποίηση
Πότε ήταν η τελευταία φορά
που έκανες κάτι αυθόρμητο ;
Όταν φτερνίστηκες ίσως


.......................

 Έργα της:
(2016) Αγγελόπτερα, Μελάνι
(2014) Κανονικοί άνθρωποι με λοφίο και μια παρδαλή ουρά, Γαβριηλίδης
(2013) Ημερολόγιο φιλοσοφικής ήττας, Κουκούτσι
(2013) Ο επαναστατικός κύριος Γκιούλιβερ, Σαιξπηρικόν
(2013) Ο λαίμαργος αυτοκράτορας κι ένα ασήμαντο
πουλί, Σαιξπηρικόν
(2011) Κονσέρβα μαργαριτάρι, Γαβριηλίδης
(2009) Ένα μπουκέτο ψαροκόκαλα, Γαβριηλίδης
(2007) Η αιώνια κουτσουλιά, Γαβριηλίδης

Ν. Γκάτσος, αθανασία



«Έγραψε μοναδικά τραγούδια. Όλα τα ακριβά στοιχεία της ποίησής του τα ’κανε στίχους που κινητοποίησαν τη ναρκοθετημένη νεοελληνική ευαισθησία, “έτσι καθώς κοιμόταν αναίσθητη” μες στην απέραντη αισθηματολογία των στιχουργών και των επιθεωρησιογράφων»
Μάνος Χατζιδάκις.


///////////////

Τι ζητάς αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά,
δε μου δίνεις σημασία κι η καρδιά μου πώς βαστά.
Σ’ αγαπήσανε στον κόσμο βασιλιάδες, ποιητές,
κι ένα κλωναράκι δυόσμο δεν τους χάρισες ποτές.

.........
Χάρτινο το φεγγαράκι,
ψεύτικη ακρογιαλιά,
αν με πίστευες λιγάκι
θα `σαν όλα αληθινά.

Δίχως τη δική σου αγάπη
δύσκολα περνά ο καιρός.
Δίχως τη δική σου αγάπη
είναι ο κόσμος πιο μικρός.

..........
Έχω μια θάλασσα σμαράγδια
μ’ αγάπη κι ήλιο κεντημένα
για την καρδιά σου πού `ναι άδεια
έλα σε μένα έλα σε μένα.

Έλα και κάθισε δεξιά μου
σαν ξεχασμένος αδερφός,
να μοιραστείς τη μοναξιά μου
και να σου δώσω λίγο φως.

.........
Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω
εγώ που κάποτε σ’ άγγιξα με τα μάτια της Πούλιας
και με τη χαίτη του φεγγαριού σ’ αγκάλιασα
και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομένο τριφύλλι.

..........
Στην αγκαλιά μου κι απόψε σαν άστρο κοιμήσου
δεν απομένει στον κόσμο ελπίδα καμιά
τώρα που η νύχτα κεντά με φιλιά το κορμί σου
μέτρα τον πόνο κι άσε με μόνο στην ερημιά

.........
Κάνε το δάκρυ σου χαρά
και τον καημό σου του γιαλού μαργαριτάρι
τώρα που πάλι λαχταρά
ν’ ανοίξει τ’ όνειρο τα πρώτα του φτερά.

Στου γυρισμού την αμμουδιά
έχω κρυμμένο το παλιό μας το φεγγάρι
να στο χαρίσω μια βραδιά
που θα φανείς μέσα απ’ των άστρων τα κλαδιά.

........
Xρόνια και χρόνια πάλεψα με το μελάνι και το σφυρί
βασανισμένη καρδιά μου με το χρυσάφι και τη φωτιά
για να σου κάμω ένα κέντημα, εγώ που κάποτε σ’ άγγιξα
με τα μάτια της Πούλιας.


Ν. Γκάτσος

Κυριακή 6 Μαΐου 2018

Sylvia Plath

 Sylvia Plath

 ΕΡΩΤΙΚΟ ΓΡΑΜΜΑ


Δεν είναι εύκολο να εκφράσω την αλλαγή που επέφερες.
Αν είμαι τώρα ζωντανή, ήμουν νεκρή τότε,
Αν και, όπως μια πέτρα , αυτό δεν μ` ενοχλούσε,
Να μένω στη θέση μου ακολουθώντας τη συνήθεια
Δεν είναι ότι μ` έσπρωξες απλά μια ίντσα, όχι—
Ούτε ότι μ` άφησες να στηλώσω το μικρό γυμνό μάτι μου
Στον ουρανό ξανά, χωρίς ελπίδα, φυσικά,
Κατανόησης της κυανότητας , ή των αστεριών

Δεν ήταν αυτό. Ας πούμε πως κοιμήθηκα : ένα φίδι
Κρυμμένο ανάμεσα σε μαύρους βράχους σαν μαύρος βράχος
Στον λευκό υατό του χειμώνα—
Όπως οι γείτονές μου, δε μπορώ να χαρώ
Με τα εκατομμύρια τέλεια σμιλευμένα
Μάγουλα που ανάβουν κάθε στιγμή για να λειώσουν
Το μάγουλό μου από βασάλτη. Τους πήραν τα κλάμματα,
Άγγελοι θρηνούντες πάνω από φύσεις βουβές,
Αλλά δε με έπεισαν. Εκείνα τα δάκρυα πάγωσαν.
Κάθε νεκρό κεφάλι είχε ένα προσωπείο πάγου.

Και συνέχισα να κοιμάμαι σαν λυγισμένο δάχτυλο.
Το πρώτο πράγμα που είδα ήταν καθαρός αέρας
Και οι εγκλωβισμένες σταγόνες που ανέβαιναν ως πάχνη
Διαφανείς σαν πνεύματα. Πολλές πέτρες κείτονταν
Πυκνές και ανέκφραστες ένα γύρω.
Δεν ήξερα τι να υποθέσω.
Έλαμπα, με γυάλινα – λέπια, και ξεδιπλώθηκα
Να εκρεύσω απ` τον εαυτό μου , σαν υγρό
Ανάμεσα από πόδια πτηνών και φυτών μίσχους.
Δεν ξεγελάστηκα .Σε γνώρισα αμέσως.

Δέντρο και πέτρα έλαμπαν, δίχως σκιές.
Το ανάστημά μου έγινε διαυγές σαν γυαλί.
Άρχισα να μπουμπουκιάζω σαν Μαρτιάτικο κλαδί:
Ένα μπράτσο κι ένα πόδι, ένα μπράτσο , ένα πόδι.
Από πέτρα σε σύννεφο, έτσι ανυψώθηκα.
Τώρα μοιάζω με ένα είδος θεότητας
Πλέοντας στον αέρα μες την καμιζόλα της ψυχής μου
Καθαρή σαν ένα θραύσμα πάγου. Είναι ένα δώρο.
..........................
Σύλβια Πλαθ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Κέδρος 2003, μτφρ. Κατερίνα Ηλιοπούλου.

Rilke




Paul Klee, red balloon, 1922



WAS WIRST DU TUN, GOTT

Όταν πεθάνω, Θε μου, τι θα κάνεις;
Εγώ ’μαι το κανάτι σου (κι αν σπάσω;)
Εγώ ’μαι το πιοτό σου (κι αν χαλάσω;)
Κι είμαι το φόρεμά σου κι η δουλειά σου,
κι όταν χαθώ, χάνεις κι εσύ την έννοιά σου.
Αν λείψω, σπίτι πια κι εσύ δε θάχεις,
όπου θερμά και κοντινά λόγια να σε
καλωσορίζουν.
Κι από τα κουρασμένα πόδια σου χαμαί θα πέσουν
τα βελουδένια σάνταλα, αυτά που εγώ είμαι.
Ο μέγας σου μανδύας θα σ’ αφήσει.
Το ανάβλεμμά σου, που θερμά
σα μαξιλάρι τόπαιρνε το μάγουλό μου,
θάρθει και θα με ψάχνει για πολύ –
κι όταν ο ήλιος πια θα βασιλέψει
στην αγκαλιά θα γείρει που θ’ απλώνουν
κρύα λιθάρια.
Ω Θε μου, τι θα κάνεις; Πώς φοβάμαι.


...................

DARAUS, DASS EINER DICH EINMALL GEWOLLT HAT
Αφού κάποιος μια φορά σε θέλησε,
το ξέρω πως κι εμείς μπορούμε να σε θέλουμε.
Κι αν ακόμα αρνιόμασταν όλα τα βάθη:
όταν το βουνό κρύβει χρυσάφι
και κανείς να το ξεθάψει δεν μπορεί,
το ποτάμι κάποτε στο φως θε να το φέρει,
το ποτάμι που κυλά μες στη γαλήνη
των μεγάλων βράχων.
Κι ακόμα αν δεν το θέλουμε:
Ο Θεός ωριμάζει.

ΡΑΪΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ από «ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΩΡΩΝ»
μετάφραση Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ

////////////////////////////

… Ποτέ να μη φτάνεις ως την έβδομη μέρα. Ποτέ να μη θεωρείς πως όλα είναι εντάξει. Η νιότη είναι το ανικανοποίητο. Ο Θεός πρέπει να ήταν ήδη πολύ γέρος όταν ξεκίνησε να δημιουργεί. Ειδάλλως δεν θα είχε σταματήσει το βράδυ της έκτης μέρας. Ούτε καν το βράδυ της χιλιοστής ημέρας. Ούτε καν σήμερα. Αυτό είναι που του καταλογίζω. Που κατάφερε να ξοδέψει όλες του τις δυνάμεις. Που θεώρησε πως το βιβλίο έφτασε στο τέλος του με τη δημιουργία του ανθρώπου και γι’ αυτό κατέθεσε την πένα του και περιμένει πια να δει πόσες επανεκδόσεις θα κάνει. Είναι τόσο λυπηρό που ο Θεός δεν ήταν καλλιτέχνης. Σε κάνει να θέλεις να κλάψεις και να χάνεις το κουράγιο σου για οτιδήποτε.
Η ζωή έχει ουσιαστικά φτιαχτεί για να μας εκπλήσσει

ΡΑΪΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ «Η ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΡΙΛΚΕ»
μετάφραση Α. ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ