Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις...
να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις...
Ρίτσος

Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2021

Τάσος Κόρφης, Σπουδή σώματος

H. Matisse


Άφησέ με να σου γνωρίσω το σώμα σου
Ξεκινώντας από τα πιο βασικά
Όπως τα γράμματα του αλφάβητου στη γλώσσα,
Για να πάψεις να υπομένεις τα πολύχρωμα ενδύματα,
Προπάντων τα μαύρα, που πολύ αγαπάς,
Γιατί επιτρέπουν στη θερμότητα να σ' ερεθίζει.

Χέρι πάνω στο χέρι, άσε με να σε οδηγήσω
Στις εξάρσεις και τις χαράδρες του κορμιού σου
Εκεί που οι θύελλες μαίνονται κι οι λίμνες
Καθρεφτίζουν τους ιμέρους σου -ψηλοί, αιχμηροί βράχοι
Που ακούραστοι παλινδρομούν
Εντός σου.

Έχω τόσο καιρό ιχνηλατήσει -από επικίνδυνους φεγγίτες-
Τις ομορφιές του αμπελώνα σου,
Που μπορώ να σ' αναπλάσω ολόκληρη,
Ωραία σαν σελήνη, φωτεινή σαν αυγή, πολύφυλλη σαν νύχτα,
Με τους αγρούς σου ακόρεστους για γόνιμα ύδατα
και τις θύρες σου ανοιχτές στις νέες αφίξεις.

Έλα, λοιπόν, να σου γνωρίσω -με τις αισθήσεις και
τη φαντασία μου-
Το σώμα σου, πιο βαθύ κι απ' το θάνατο,
Που, περίφοβη, προσπαθείς να κρύψεις.

Τάσος Κόρφης, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, (Χρυσάνθεμα) Β τόμος, εκδ. Πρόσπερος

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2021

Γιώργος Μακρής, τρία ποιήματα




 Φθινόπωρο


Είμαστε τα κορίτσια που κουράστηκαν

να γελούν και να αμύνονται.

Είμαστε οι ρίζες των δέντρων που ξάπλωσαν

ο αέρας που κουνούσε πάνω τους τα φύλλα.

Άδειοι στρατώνες οι ψυχές μας, μυρίζουν

Το φθινόπωρο περ’ απ’ το δάσος.

Η βροχή μυρίζει, τα φύλλα μυρίζουν

η γη μυρίζει.

Οι νέοι άνθρωπο φεύγουν

τα παραθυρόφυλλα κλείνουν.

Μπαίνουν τα γυναικεία ποδήλατα

στην αποθήκη.

Το άλλο καλοκαίρι θα ευθυμήσουμε.

Είμαστε οι άνθρωποι που έμειναν

κάτι είναι και αυτό.

1941;
***
Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι ...
Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελοί της γης
με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια.
Είμαστε οι αλύτρωτοι στοχαστές και οι τραγικοί ερωτευμένοι.
Χίλιοι ήλιοι κυλούνε μες το αίμα μας
κι ολούθε μας κυνηγά το δράμα του άπειρου.
Η φόρμα δεν μπορεί να μας δαμάσει.
Εμείς ερωτευτήκαμε την ουσία τού είναι μας
και σ΄ όλους μας τους έρωτες αυτήν αγαπούμε
Είμαστε οι μεγάλοι ενθουσιασμένοι και οι μεγάλοι αρνητές.
Κλείνουμε μέσα μας τον κόσμο όλο και δεν είμαστε τίποτα απ’ αυτόν
τον κόσμο.
Οι μέρες μας είναι μια πυρκαγιά και οι νύχτες μας ένα πέλαγο.
Γύρω μας αντηχεί το γέλιο των ανθρώπων.
Είμαστε οι προάγγελοι του χάους.
1950
***
Δαπανήθηκα στις λόχμες...
Δαπανήθηκα στις λόχμες

μες στην επιθυμία να μυρίσω δυνατά

έτσι που να ξεκαθαριστεί το αμάρτημα.

Έσπειρα πράσινα γυαλιά στους τάφους του χόρτου

και θέρισα ολοχρονίς θέρισα ματιές από μάτια

μισούς ήχους στον αγέρα

λαχανικά της λησμονιάς στο αναψυκτήριο

ένα παλιό εικόνισμα τους Ναπολεοντείους πολέμους

και την αγάπη μου αγάπη μου του πυρετού

στην καρδιά μου στο ξενοδοχείο

στο φως στο χιόνι στον πλυμένο μου σταυρό.

Τριάλαριαλό τουλίτ λο.

Πότε θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι-κομματάκι;

Ποτέ δεν θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι-κομματάκι.
1944
«ΓΡΑΠΤΑ ΓΙΩΡΓΟΥ Β. ΜΑΚΡΗ», εκδόσεις «Βιβλιοπωλείον της Εστίας», Αθήνα 1986.
............................................
"Την 31η Ιανουαρίου 1968 αυτοκτόνησε, πέφτοντας από την ταράτσα της πολυκατοικίας όπου έμενε, ένας από τους πιο πνευματικούς ανθρώπους που έχω γνωρίσει στη ζωή μου. Λεγόταν Γιώργος Μακρής. Το όνομά του σήμερα, μπορεί να είναι εντελώς άγνωστο στους πιο πολλούς. Δεν άφησε σχεδόν τίποτα πίσω του που να προδίδει στους μεταγενέστερους την ύπαρξή του.(...) Γιατί ο Γιώργος Μακρής δεν έγραφε: μιλούσε. Πιστός στην πιο ελκυστική από όλες τις γοητείες του σωκρατισμού, ο Μακρής περνούσε τις μέρες και τις νύχτες του - ιδίως αυτές - σε ένα από τα τραπεζάκια της πλατείας κολωνακίου, θρονιασμένος σαν άστεφος βασιλιάς ανάμεσα στον όμιλο των μαθητών του, κάνοντας την καλύτερη δυνατή χρήση που μπορούσε να κάνει άνθρωπος της μεγαλύτερης θεϊκής δωρεάς του: του έναρθρου λόγου! Και τι δεν είχε να πει! (...)", σημειώνει γι'αυτόν, ο φίλος του και λογοτέχνης Θεόφιλος Δ. Φραγκόπουλος και Ο Ε.Χ. Γονατάς, γράφει στην εισαγωγή του τόμου: "Σε μια σημείωσή μου για τον Γιώργο Μακρή, δημοσιευμένη τον Φεβρουάριο του 1980, βεβαίωνα πως τα γραπτά του έχουν ανεπανόρθωτα χαθεί. (...) Όταν ήρθε στο σπίτι μου (ο Α. Καρακάλος) και μου παρέδωσε θριαμβευτικά το μαγικό εκείνο τσουβάλι με τα χαρτιά του Μακρή, όσα είχε καταφέρει με μύριους κόπους να περισώσει, και μου ζήτησε ν' αναλάβω τη φροντίδα της επεξεργασίας, της αποκατάστασης και ταξινόμησής τους για μια μελλοντική δημοσίευση, δέχθηκα με συγκίνηση και ευγνωμοσύνη την πρότασή του, θεωρώντας ότι θα εκπλήρωνα ένα χρέος στη μνήμη του φίλου μου· από την πρώτη όμως κιόλας στιγμή ένιωσα δισταγμό και αβεβαιότητα για το κατά πόσον όλα αυτά τα χαρτιά που ο Μακρής δεν τα προόριζε παρά μόνον για τον εαυτό του, ήταν επιτρεπτό να έρθουν, δίχως τη συγκατάθεσή του, στο φως της δημοσιότητας. (...) Η σκέψη όμως πως ο Μακρής τίποτε δεν κατέστρεψε, ούτε το παραμικρό χαρτάκι από τα γραπτά του, και ότι όλα του σχεδόν τα κείμενα, τουλάχιστον της πρώτης του νεότητας, που γνωρίζαμε και θυμόμαστε, βρέθηκαν φυλαγμένα και συγκεντρωμένα (...), τέλος η σκέψη ότι με τους δυο χαρακτηριστικούς αυτούς στίχους του: Πότε θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι-κομματάκι;/ Ποτέ δε θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι-κομματάκι, δεν προτρέπει βέβαια τους φίλους του ν' αναλάβουν για λογαριασμό του μια προσπάθεια που ο ίδιος, με πικρή αυτογνωσία, δηλώνει πως δεν μπορεί και δεν θέλει ν' αποτολμήσει, δεν φαίνεται όμως και να τους την απαγορεύει.…"
(Από κείμενο της ΠΑΥΛΙΝΑΣ ΜΑΡΒΙΝ στο bookpress.gr, Κυριακη, 11 Σεπτεμβριου 2011)

Arthur Rimbaud, Μια εποχή στην κόλαση

 




Αν θυμάμαι καλά, κάποτε η ζωή μου ήταν ένα ξεφάντωμα όπου άνθιζαν όλα τα αισθήματα κι έρεε κάθε λογής οίνος.
Μια βραδιά κάθισα στα γόνατά μου την Ομορφιά – Και τη βρήκα αφόρητη. – Και τη λοιδόρησα.
Ξεσηκώθηκα έναντι στην εξουσία.
Πήρα τους δρόμους. Αχ, μάγισσες, δυστυχία, μίσος, σε σας εμπιστεύτηκα τον θησαυρό μου!
Κατάφερα να σβήσω από τη σκέψη μου κάθε ανθρώπινη ελπίδα. Όρμησα ύπουλα, σαν άγριο θηρίο, να πνίξω κάθε χαρά. Κάλεσα τους δήμιους, να δαγκώσω πεθαίνοντας το κοντάκι των τουφεκιών τους. Κάλεσα τις συμφορές, να πνιγώ μέσα στην άμμο και το αίμα. Θεός μου η δυστυχία. Ξάπλωσα στη λάσπη. Στέγνωσα στον αέρα τής αμαρτίας. Κι έπαιξα ωραία παιχνίδια με την τρέλα.
Και η άνοιξη μου χάρισε το φριχτό γέλιο του ηλίθιου.
Τον τελευταίο καιρό λοιπόν, καθώς ήμουν έτοιμος να τα τινάξω, σκέφτηκα να αναζητήσω το μυστικό του παλιού ξεφαντώματος, μήπως και ξαναβρώ το κέφι μου.
Το μυστικό είναι η φιλανθρωπία. – Αυτή η έμπνευση δείχνει πως ονειρευόμουν!
«Θα είσαι πάντα ύαινα, κλπ.» διαμαρτύρεται ο δαίμονας, που με στεφάνωσε με τερπνές μήκωνες υπνοφόρους. «Μέχρι να πεθάνεις θα σ’ ακολουθούν όλα σου τα πάθη, ο εγωισμός σου και όλα τα θανάσιμα αμαρτήματα».
Αχ! η δόση ήταν μεγάλη: – Μα σε εξορκίζω καλέ μου Σατανά, μη με κοιτάς τόσο άγρια! Και καθώς αργότερα κάποιες μικροατιμίες δεν θα τις αποφύγω, αποσπώ για σένα, για σένα που εκτιμάς τους συγγραφείς χωρίς περιγραφές και διδαχές, αυτά τα ειδεχθή φύλλα από το σημειωματάριο ενός κολασμένου.

Μτφρ: Χριστόφορος Λιοντάκης, ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ


****
Σε ηλικία μόλις 19 ετών, ο Ρεμπώ γράφει, την άνοιξη του 1873, το καλύτερο του ποίημα, το “Μια εποχή στην κόλαση“, το μόνο που εκδόθηκε όσο εκείνος ζούσε. Ένα πεζό ποίημα, ένα κείμενο προσωπικού χαρακτήρα, ένα είδος εσωτερικού μονολόγου – παραληρήματος. Ένα ποίημα, στίχους του οποίου είναι δύσκολο να μην έχει κάποιος συναντήσει σαν σκόρπιες φράσεις. Ένα κείμενο καθρέπτης, που ο καθένας μπορεί να δει μέσα τον εαυτό του. Είναι η κατάθεση μιας ψυχής που επιλέγει την κόλαση και ψάχνει τα όρια της, σαρκάζει τον εαυτό της. Με εφηβική ματαιοδοξία και πείσμα απομακρύνεται από την ομορφιά, την ελπίδα, την εξουσία, την χαρά, την πατρίδα, την θρησκεία. Είναι η πορεία ενός ανθρώπου που διερευνά τα σύνορα της συνείδησης, εκεί που είναι το απαγορευμένο, η αμαρτία, η δυστυχία και η τρέλα. Όταν τον ρώτησε η μητέρα του τι θέλει να πει με το “Μια εποχή στην κόλαση“, απάντησε, “Ήθελα να πω ό,τι ακριβώς λέει κατά λέξη και τα πάντα” [πηγή Αντικλείδι]

Κ. Καρυωτάκης, Αισιοδοξία



Aς υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου.
Aς υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάση
μ’ αυτοκρατορικήν εξάρτυση πρωινού
θριάμβου, με πουλιά, με το φως τ’ ουρανού
και με τον ήλιον όπου θα τα διαπεράσει.

Aς υποθέσουμε πως είμαστε εκειπέρα,
σε χώρες άγνωστες της Δύσης, του Bορρά·
ενώ πετούμε το παλτό μας στον αέρα,
οι ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά.
Για να μας δεχτεί κάποια λαίδη τρυφερά,
έδιωξε τους υπηρέτες της ολημέρα.

Aς υποθέσουμε πως του καπέλου ο γύρος
άξαφνα εφάρδυνε, μα εστένεψαν, κολλούν
τα παντελόνια μας, και, με του πτερνιστήρος
το πρόσταγμα, χιλιάδες άλογα κινούν.
Πηγαίνουμε -σημαίες στον άνεμο χτυπούν-
ήρωες σταυροφόροι, σωτήρες του Σωτήρος.

Aς υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
από εκατό δρόμους τα όρια της σιγής,
κι ας τραγουδήσουμε, το τραγούδι να μοιάσει
νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής-
τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης,
και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάσει.
..........................
Καρυωτάκης, "ο ποιητής που έσκυψε πολύ στο χείλος των αβύσσων" γράφει ο υπερρεαλιστής Ανδρέας Εμπειρίκος στο ποιητικό του μνημόσυνο για τον άνθρωπο "που εις την Πρέβεζαν εχάθη".

Κυριακή 29 Αυγούστου 2021

Guillaume Apollinaire, Το τραγούδι του έρωτα


Ιδού από τι είναι φτιαγμένο το συμφωνικό τραγούδι του
Έρωτα
Υπάρχει το τραγούδι του έρωτα το παλιό
Ο θόρυβος των ταραγμένων φιλιών διασήμων εραστών
Οι κραυγές του έρωτα των θνητών γυναικών βιασμένες από
τους θεούς
Ο ανδρισμός των μυθικών ηρώων σε ανάταση όπως τα
όπλα ενάντια στʼ αεροπλάνα
Το πολύτιμο ουρλιαχτό του Ιάσωνα
Το θανατηφόρο τραγούδι του κύκνου
Και ο ύμνος ο νικηφόρος που οι πρώτες ακτίνες του ήλιου
τραγουδούν στον ακίνητο Μέμνονα
Υπάρχει η κραυγή των Σαβίνων τη στιγμή της αρπαγής
Υπάρχει επίσης η ερωτική κραυγή του αίλουρου μέσα
στη ζούγκλα
Ο υπόκωφος θόρυβος των χυμών που ανεβαίνουν μέσα
στα τροπικά φυτά
Οι βροντές του πυροβολικού που αποτελειώνουν τον
τρομερό έρωτα των λαών
Τα κύματα της θάλασσας όπου γεννιέται η ζωή και η
oμορφιά
Υπάρχει εκεί το τραγούδι όλου του έρωτα του κόσμου
…………………………………………………………..

Guillaume Apollinaire, «Στον έρωτα και στον πόλεμο» (μτφρ. Κώστας Ριτσώνης)
πηγή, poiein.gr


Για περισσότερα:


Κυριακή 21 Μαρτίου 2021

Η ζωή του ποιητή Γ. Ρίτσου

 ....

«Την πρώτη και την τελευταία σου λέξη
την είπαν ο έρωτας και η επανάσταση.
Όλη σου τη σιωπή την είπε η ποίηση»
....
Και...

Το ποίημα είναι
τ’ αρνητικό της σιωπής.

Μια μέρα
μέσα στο οξύ των λέξεων εμφανίζεται
το πρόσωπό της.
Τα μάτια της διόλου κλαμένα.
Τα τρία διαμάντια
ασάλευτα απαστράπτοντα
καρφωμένα στο στήθος της.
Ω ανήμπορο ποίημα
ανήμπορο ανήμπορο
ατελέσφορο.
Οι νεκροί
δεν ανασταίνονται.
Υπάρχουν
.....
Από τις συλλογές "Τα αρνητικά της σιωπής" (1987) και "Χάρτινα, σειρά τρίτη" (1973-1974).
Ανθολογία Γ. Ρίτσου, επιλογή Χρύσα Προκοπάκη, Κέδρος.

Ντ. Χριστιανόπουλος

 

ἡ νύχτα μὲ ὁδήγησε σ᾿ αὐτοὺς τοὺς δρόμους;

ἢ αὐτοὶ οἱ δρόμοι μὲ ὁδήγησαν στὴ νύχτα;
.....
ή έστω...
ἀφαίρεσε τὴ νύχτα ἀπ᾿ τὰ μάτια σου –
πῶς νὰ παλέψω μόνος με τοὺς δυό σας;
.....
κι ακόμη...
ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἀφηρημένα οὐσιαστικὰ
πειράζει νὰ ἐξαιρέσουμε τὴ μοναξιά;

Ν. Χριστιανόπουλος, Ποιήματα ἔκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη, 1992