Αν θυμάμαι καλά, κάποτε η ζωή μου ήταν ένα ξεφάντωμα όπου άνθιζαν όλα τα αισθήματα κι έρεε κάθε λογής οίνος.
Μια βραδιά κάθισα στα γόνατά μου την Ομορφιά – Και τη βρήκα αφόρητη. – Και τη λοιδόρησα.
Ξεσηκώθηκα έναντι στην εξουσία.
Πήρα τους δρόμους. Αχ, μάγισσες, δυστυχία, μίσος, σε σας εμπιστεύτηκα τον θησαυρό μου!
Κατάφερα να σβήσω από τη σκέψη μου κάθε ανθρώπινη ελπίδα. Όρμησα ύπουλα, σαν άγριο θηρίο, να πνίξω κάθε χαρά. Κάλεσα τους δήμιους, να δαγκώσω πεθαίνοντας το κοντάκι των τουφεκιών τους. Κάλεσα τις συμφορές, να πνιγώ μέσα στην άμμο και το αίμα. Θεός μου η δυστυχία. Ξάπλωσα στη λάσπη. Στέγνωσα στον αέρα τής αμαρτίας. Κι έπαιξα ωραία παιχνίδια με την τρέλα.
Και η άνοιξη μου χάρισε το φριχτό γέλιο του ηλίθιου.
Τον τελευταίο καιρό λοιπόν, καθώς ήμουν έτοιμος να τα τινάξω, σκέφτηκα να αναζητήσω το μυστικό του παλιού ξεφαντώματος, μήπως και ξαναβρώ το κέφι μου.
Το μυστικό είναι η φιλανθρωπία. – Αυτή η έμπνευση δείχνει πως ονειρευόμουν!
«Θα είσαι πάντα ύαινα, κλπ.» διαμαρτύρεται ο δαίμονας, που με στεφάνωσε με τερπνές μήκωνες υπνοφόρους. «Μέχρι να πεθάνεις θα σ’ ακολουθούν όλα σου τα πάθη, ο εγωισμός σου και όλα τα θανάσιμα αμαρτήματα».
Αχ! η δόση ήταν μεγάλη: – Μα σε εξορκίζω καλέ μου Σατανά, μη με κοιτάς τόσο άγρια! Και καθώς αργότερα κάποιες μικροατιμίες δεν θα τις αποφύγω, αποσπώ για σένα, για σένα που εκτιμάς τους συγγραφείς χωρίς περιγραφές και διδαχές, αυτά τα ειδεχθή φύλλα από το σημειωματάριο ενός κολασμένου.
Μτφρ: Χριστόφορος Λιοντάκης, ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ
****
Σε ηλικία μόλις 19 ετών, ο Ρεμπώ γράφει, την άνοιξη του 1873, το καλύτερο του ποίημα, το “Μια εποχή στην κόλαση“, το μόνο που εκδόθηκε όσο εκείνος ζούσε. Ένα πεζό ποίημα, ένα κείμενο προσωπικού χαρακτήρα, ένα είδος εσωτερικού μονολόγου – παραληρήματος. Ένα ποίημα, στίχους του οποίου είναι δύσκολο να μην έχει κάποιος συναντήσει σαν σκόρπιες φράσεις. Ένα κείμενο καθρέπτης, που ο καθένας μπορεί να δει μέσα τον εαυτό του. Είναι η κατάθεση μιας ψυχής που επιλέγει την κόλαση και ψάχνει τα όρια της, σαρκάζει τον εαυτό της. Με εφηβική ματαιοδοξία και πείσμα απομακρύνεται από την ομορφιά, την ελπίδα, την εξουσία, την χαρά, την πατρίδα, την θρησκεία. Είναι η πορεία ενός ανθρώπου που διερευνά τα σύνορα της συνείδησης, εκεί που είναι το απαγορευμένο, η αμαρτία, η δυστυχία και η τρέλα. Όταν τον ρώτησε η μητέρα του τι θέλει να πει με το “Μια εποχή στην κόλαση“, απάντησε, “Ήθελα να πω ό,τι ακριβώς λέει κατά λέξη και τα πάντα” [πηγή Αντικλείδι]
