Να χαράζεσαι στη ζωή τόσο προσεκτικά,
πού να
μη ματώνει ποτέ ή
ευλάβεια
Μεθυστικό, μελωδικό, τίποτε κανένα φωτισμένο από το πίσω
μέρος
μέρος
Νέφος ή συντροφιά του ανθρώπου έστω
Κάτι πένθιμο, λιποθυμιστικό, υστέρα πού ή μέρα των Παθών
Πήρε να γέρνει με το πλάι αργά και να βυθίζεται
Ποια ψυχή να φεύγει και μυρίζει
Τόσο δυνατά ο αέρας κι άλλο δεν αντέχω
Σσσς... μέσα στα σκοτεινά κανείς δεν ξέρει παρεχτός
Καταπάνου στις κροκάλες, άκου, γδούποι απόκοσμοι όπως των
ψαράδων ή
Σωμάτων πού εισχωρούν το ένα στο άλλο ενώ τρέμει όλος ψυχή
Ο αιθέρας
κι ένα αστέρι αδόκητα βρίσκει το θάρρος με το μέτωπο σου
ν' αγγιχτεί
Όλος λάθη φεύγω· φιλιά πού επάνω μου έμειναν
Και τι ωραία στο ύψωμα τα κυπαρίσσια
Τι ωραία και πάλι ν' αποχτούν αρχίζουν υπόσταση άλλη
Τα ουράνια γεγονότα. Των άστρων τα διατσέντα, οί λύπες, οι
ευωδιές
ευωδιές
Κι οι άλλες πού απώλεσες παλαιές αισθήσεις επάνω στ' ουρανού
την ύλη
Να τες τώρα πού διαγράφονται: ο λίθος και το μνήμα κι ο
στρατιώτης
Οι λευκές των γυναικών καλύπτρες κι ή μακρά
Συνοδεία των αδικοχαμένων
Καιροί που πριν πολύ από τους γονιούς μου
Μ' ορφανέψατε κι αποκούμπι αλλού δε βρήκα
Σσσς... μα κανείς, κανείς δεν ξέρει. Μήτε αέρας καν
Αν είναι αυτός πού όταν στοχάζεσαι, τρελαίνει. Πιστευτός γίνεσαι
από μόνου σου
Επειδή
τα χέρια σου ήταν μαθημένα σε δεντρόκηπους όπου
Ή θάλασσα εισχωρεί και τραβιέται γεμίζοντας μικρά λουλούδια
Φυσάει, φυσάει και λιγοστεύει ο κόσμος. Φυσάει
Φυσάει και μεγαλώνει ο άλλος ο θάνατος ο πόντος γλαυκός
κι ατελεύτητος
Ο θάνατος ο ήλιος ο χωρίς βασιλέματα.

