Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις...
να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις...
Ρίτσος

Παρασκευή 2 Μαΐου 2014

Θ. Κωσταβαρας




Τα ποιήματα έρχονται 
και μας βρίσκουν
όταν όλα μοιάζουν 
να ’χουν τελειώσει.
Όταν έχουμε εξαντλήσει 
και τα τελευταία περιθώρια.





Σου χρωστάω πάντα έναν Παράδεισο

Σου 'φτιαξα έναν κήπο
να στολίσει τις μέρες σου.
Να 'ρχονται τα πουλιά να χτίζουν τις φωλιές τους.
Να σε καλημερίζουν με δοξαστικά κελαηδίσματα.

Όμως εσένα δε σε γεμίζουν τα ρόδα του.
Δεν σε καλύπτουν οι φυλλωσιές του.
Εσύ έχεις στον νου τον Παράδεισο.

Εγώ σου πρόσφερα τη φωνή μου
για ν' ακούς τα τραγούδια μου.
Κι εσύ ψάχνεις να ανακαλύψεις
τους μυστικούς ρυθμούς που ορίζουν τη σκέψη μου.
Να διαβάσεις τους άγραφους στίχους
που είναι κρυμμένοι στη σιωπή μου.

Μα εγώ σου την έχω εκχωρήσει τη σκέψη μου.
Σε σένα ανήκει η σιωπή μου.

Τι μένει λοιπόν άλλο να σου χαρίσω;
Σου πρόσφερα τη φωνή μου, σου 'δωσα όλη μου την προσήλωση
σου δίνω την ίδια τη ζωή μου ακόμα.
Μα εσύ ζητάς να τη γκρεμίσω αυτή τη ζωή
και να την ξαναχτίσω
απ' την αρχή.

Κι έτσι ξεκινάω πάλι απ' το τίποτα.
Σου φτιάχνω έναν καινούργιο κήπο.
Τον στολίζω με άλλα άγνωστα δέντρα.
Μα εσύ δεν αρκείσαι
σε ό,τι σου προσφέρει το πάθος μου.
Εσύ επιμένεις να ζητάς τον Παράδεισο.

Δεν ξέρεις
πως τον Παράδεισο έχω πάντα στον νου μου.
Πως του Παραδείσου κλέβω τα άνθη, ξεσηκώνω τα δέντρα
πως αντιγράφω με τους στίχους μου τα πουλιά
όταν σου φτιάχνω τον κήπο σου.
(Από τη συλλογή  Οι μεταμορφώσεις των κήπων, 2003)



Στη δυναστεία του φόβου

Με τον φόβο πάντα πορεύθηκα
με τον φόβο συνεχίζω να διασχίζω τον κόσμο.
Μπαίνω στο αφύλαχτο όνειρο
στ' άδυτα της Αγάπης βουλιάζω.

Και μόνο μέσα σε μια πυκνή δύσβατη λόχμη
κάτω από κάποιους φιλόξενους στίχους
σαν το κυνηγημένο αγρίμι κουρνιάζω.

Κι αν κάποτε ουρλιάζω, αν χτυπιέμαι, αν χάνομαι
δεν είναι γιατί ξεχνιέμαι και βγαίνω απ' την κρύπτη μου.
Είναι γιατί κι εκεί με ξετρυπώνει ο λύκος.
Κι η φωνή μου χάνει τότε τα λόγια της
και σφαδάζει κάτω από τ' άγρια δόντια του
τρομαγμένη η ψυχή μου.

Το 'πα κι άλλη φορά, το ξαναλέω και πάλι:
Σαν το αγρίμι∙
σαν το αγρίμι έζησα τη ζωή μου.
 (Από τη συλλογή  Οι μεταμορφώσεις των κήπων, 2003)



 Θα ’ρθει μια μέρα

Θα ’ρθει μια μέρα που δε θα ξέρω ποιος είμαι.
Δε θα μπορώ να χτίσω ένα λόγο
να ψελλίσω ένα πρόσωπο.
Θα ’ρθει μια μέρα που δε θα ’μαι μόνο πολύ λυπημένος.
Θα ’μαι χαμένος σ’ έναν κόσμο ξένο για μένα
θα ’χω κιόλας απ’ αυτόν ξεχαστεί.
Θα ’ρθει μια μέρα που δε θα ’χω τίποτε ωραίο να σου χαρίσω.
Θα κλείσω μόνο τα μάτια
Και θα προσπαθήσω να σε δω μ’ έναν τρόπο αλλιώτικο.
Μα ούτε τα ριγηλά σκιρτήματα του κορμιού σου
θα μπορέσω να θυμηθώ
ούτε τα φλογερά μας οράματα
θα είμαι σε θέση να τραγουδήσω.
Κι έτσι όπως ήρθα, ξένος κι απελπισμένος
θα κινήσω να φύγω.
Θα γυρίσω πάλι σε κείνο το σκοτεινό τίποτα
χωρίς να κρατώ τίποτα πάνω μου.
έξω μόνο απ’ τα βαθιά σημάδια που θα ’χουν αφήσει στο σώμα μου
τα εγκαυστικά φιλιά σου.
Κι απ’ της φωνής σου τα χάδια που είναι χαραγμένα στους στίχους μου.
Μ’ αυτά, μόνο απ’ αυτά
εκεί που θα πάω, ίσως
μπορέσω να με γνωρίσουν.
(Από τη συλλογή  Οι μεταμορφώσεις των κήπων ,2003)



 Το ημερολόγιο της αυριανής εξορίας

Έψαχνα μέσα στις λύπες μου, να βρω τ’ αρχαία φτερά μου.
Μα στα όνειρά μου χιόνιζε πάντα.

Κι ήμουνα μόνος στον κόσμο.
Ήμουνα μόνος κι απελπισμένος
σ’ έναν κόσμο που περνούσε πλάι μου αδιάφορος.

Όπως όταν περνάει μέσα στη νύχτα ένα πλοίο κατάφωτο.
Με τις ορχήστρες του στα σαλόνια να παίζουν.

Κι έτσι, αργά και σίγουρα κι επιβλητικά
περνάει πλάι σ’ έναν ναυαγισμένο και χάνεται.
(από την ομώνυμη συλλογή, 1995)