Είμαι
ποιητής. Γι’ αυτό και είμαι ενδιαφέρων. Γι’ αυτό και γράφω ποίηση. Για όλα τα
υπόλοιπα γράφω μόνο αν περισσέψουν λέξεις».
Επίκαιροι
Αμίλητοι
Την ώρα που
αεροκοπανάνε οι άρχοντες περί δημοκρατικής τάξης,
ανάμεσά μας οι
αμίλητοι ζούνε.
Κι όσο σαν δούλοι
εμείς μένουμε σιωπηλοί,
οι ηγεμόνες
δυναμώνουν,
ξεσκίζουν,
βιάζουν, ληστεύουν,
των ανυπόταχτων
τα μούτρα τσαλακώνουν.
Ετούτων των
αμίλητων το πετσί,
περίεργα θα
’λεγες είναι φτιαγμένο.
Τους φτύνουνε
καταπρόσωπο
κι αυτοί
σκουπίζουνε σιωπηλά το πρόσωπο το φτυμένο.
Να αγριέψουνε δεν
το λέει η ψυχούλα τους,
και που το
παράπονό τους να πούνε;
Απ’ του μισθού τα
ψίχουλα,
πώς να
αποχωριστούνε;
Μισή ώρα, κι αν,
βαστάει το κόχλασμά τους,
μετά αρχινάνε το
τρεμούλιασμά τους.
Ει! Ξυπνήστε
κοιμισμένοι!
Από την κορυφή ως
τα νύχια ξεσκεπάστε τους,
άλλο δε μας μένει
Σύννεφο
με παντελόνια
Τη σκέψη σας που
νείρεται
πάνω στο πλαδαρό
μυαλό σας
σάμπως
ξιγκόθρεφτος λακές
σ’ ένα ντιβάνι
λιγδιασμένο,
εγώ θα την
τσιγκλάω
επάνω στο
ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου.
Φαρμακερός κι
αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω
χλευασμό.
Εγώ δεν έχω ουδέ
μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
κι ουδέ σταγόνα
γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχιά
κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω,
τραβάω
εικοσιδυό χρονώ
λεβέντης.
Εσείς οι αβροί!
Επάνω στα βιολιά
ξαπλώνετε τον έρωτα.
Επάνω στα
ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.
Όμως εσείς,
θα το μπορούσατε
ποτέ καθώς εγώ,
τον εαυτό σας να
γυρίσετε τα μέσα του όξω,
έτσι που να
γενείτε ολάκεροι ένα στόμα;
Ελάτε να σας
δασκαλέψω,
εσάς τη
μπατιστένια απ’ το σαλόνι,
εσάς την άψογο
υπάλληλο της κοινωνίας των αγγέλων
κι εσάς που
ξεφυλλίζετε ήρεμα-ήρεμα τα χείλη σας
σα μια μαγείρισσα
που ξεφυλλίζει τις σελίδες του οδηγού μαγειρικής.
Θέλετε
θα ‘μαι ακέραιος,
όλο κρέας λυσσασμένος
-κι αλλάζοντας
απόχρωση σαν ουρανός-
θέλετε-
θα ‘μαι η άχραντη
ευγένεια
-όχι άντρας πια,
μα σύγνεφο με παντελόνια
(Μετάφραση:
Γιάννης Ρίτσος)

