«Μου χρειάστηκε μια ζωή για να μάθω να ζωγραφίζω όπως τα
παιδιά».
Πικάσο
Κι η Μαρινέλλα για να
γράφει αληθινά, όπως τα παιδιά.
Γεννήθηκα
φορώντας κατάσαρκα μια χοντρή ζακέτα από ακατέργαστο μαλλί, αποπλεξίδια μιας
φανέλας του πατέρα και ενός γιλέκου της μάνας...
Δεν είχε κανείς καιρό να μου τα βγάλει. Όταν
πέθαναν οι γονείς, πάνω από τη ζακέτα μού φόρεσαν ένα μαύρο φανελένιο
πουκάμισο, που το στερέωσαν με μια μεγάλη παραμάνα μπρος στο στήθος μου.
Έπειτα οι νέοι μου γονείς μού έβαλαν πάνω από
τη ζακέτα και το πουκάμισο ένα
κατακόκκινο παλτό, εφαρμοστό στο γιακά και στις μανσέτες, και του κέντησαν τις
λέξεις «σιλάνς σιλβουπλέ»...
Μέσα στα πολλαπλά επανωφόρια έστησαν το
βασίλειό τους οι σκιές, οι φόβοι και η μοναξιά. Πλήθαιναν τρώγοντας τα
επανωφόρια και τη σάρκα μου.
Σε λίγα χρόνια πάνω απ’ όλα αυτά φόρεσα ένα ροζ νυφικό με τις ίδιες λέξεις... «σιλανς σιλβουπλέ».
Με τον καιρό άρχισαν να λιώνουν πάνω στο σώμα
μου η χοντρή ζακέτα, το φανελένιο μαύρο πουκάμισο, το κατακόκκινο παλτό και το
ροζ νυφικό.
Κάθε πρωί έβρισκα στο κρεβάτι μου κομμάτια από μαλλιά και υφάσματα. Τότε πήρα
δυο μεταξοσκώληκες και τους τάιζα με τα φθαρμένα υφάσματα.
Σε κάτι δανεικά λεξικά ανακάλυψα λέξεις
παράξενες και άγνωστες... αισιοδοξία, ελευθερία, αλήθεια, υγεία, ζωή... Τις κέντησα
κρυφά με νήμα από μετάξι πάνω σ’ ένα
κατάλευκο φουστάνι και το κρέμασα πίσω
από την πόρτα.
Έπειτα από χρόνια η ζακέτα με το άγριο
μαλλί, το φανελένιο μαύρο πουκάμισο, το κόκκινο στενό παλτό και το ροζ νυφικό
είχαν πέσει από πάνω μου και οι βαθιές ουλές επουλώθηκαν.
Ολόχαρη φόρεσα το κατάλευκο μεταξωτό
φουστάνι, έστρωσα τραπέζι και φώναξα τους ανθρώπους μου να έρθουν να
γιορτάσουμε μαζί ετούτη μου τη νίκη.
Μου αποκρίθηκε ο αντίλαλος της φωνής μου και
το παλιό εκκρεμές χτύπησε μισή ζωή περασμένη...
Κοίταξα έξω κι είδα στο σκαλοπάτι την άλλη
μου μισή ζωή να με περιμένει υπομονετικά. Αγκαλιαστήκαμε με συγκίνηση!
Μεταμόρφωση
Ανάγυρα
τα σκαλιά του σπιτιού μου.
Από
τον αφαλό μου λάβα εκτινάσσεται
τις θηλές μου που βυζάξατε πρώτα σκεπάζει.
Στο
πρόσωπό μου - πιο ωραίο τώρα -
ένα
τρυφερό χαμόγελο – σμίλη -
που
χαράζει αργά, το απολίθωμά μου.
Τα
φρένα μου τυλίγονται το μανδύα της αστραπής.
Πυρό
ποτάμι στο χρώμα του λυκόφωτος
καλύβει
την ύπαρξή μου
και
παραδίνομαι στην υπέρτατη ηδονή
της
μεταμόρφωσής μου.
