Τρέχει τρέχει τρέχει το νερό
τρέχει τρέχει τρέχει το παιδί
διασκελίζει δρόμους βάτους και παγίδες βιαστικά
δρασκελίζει τα κουφάρια που θα φανούν καμμένα
ασύλληπτα βιαστικά έφτασε κιόλας τριάντα χρονών
κι έρχεται ο (πρώτος) κόμπος στο χτένι.
Ύστερα δεν προλαβαίνει να δει
τα βουνά και τα λαγκάδια και τις θάλασσες που κολυμπά
και τις σκάλες που τρεχάτος πάντα ανεβαίνει
κι είναι ήδη στην τσάκιση κι ακροβατεί με τα χέρια απλωμένα σαν τον σχοινοβάτη που μόλις ανακάλυψε το κενό.
Το αίμα μειώνει ταχύτητα μπορεί και να φρενάρει.
Κάπου βρήκε εμπόδιο είναι μια κρίσιμη στιγμή αυτή
μένουν ακίνητες οι θάλασσες στερεοποιείται ο αέρας
κι έχει γίνει νύχτα κι έχει γίνει ξημέρωμα
κι η μηχανή στο ρελαντί.
Χθες γκάζωνα ορθοπεταλιά.
Μόλις επέστρεψα από την καθιερωμένη επίσκεψη στους της άλλης πλευράς.
Τυπικά βρίσκομαι απέναντι μα ξέρω πως στην τσάκιση πάνω μόνο ζω.
***
