karavatzio, «Οι Επτά Πράξεις του Ελέους»,1606-1607
Ένα από τα πιο τρομερά αποτελέσματα της πρώτης πανδημίας στην Ευρώπη και των υποτροπών της ήταν ότι οι νεκροί δεν μπορούσαν να θαφτούν με αξιοπρέπεια. Αυτή ήταν μια βασική «πράξη ελέους» μιας χριστιανικής κοινότητας, όπως δείχνει ο Καραβάτζιο σ ‘αυτό το σκοτεινό όραμα ανθρώπων που κάνουν καλές πράξεις στα κακόφημα στενά της Νάπολης. Στο αριστουργηματικό έργο του, που κοσμεί την αγία τράπεζα της εκκλησίας Pio Monte della Misericordia στην καρδιά της Νάπολης, ένας ιερέας κρατάει έναν πυρσό καθώς ένας άνδρας μεταφέρεται για να ταφεί μέσα στη νύχτα, και μόνο τα πόδια του φαίνονται έξω από το σάβανό του. Στο εισαγωγικό κεφάλαιο του «Δεκαήμερου», ο Τζιοβάνι Μποκάτσιο -ο Βοκάκιος, όπως τον εξελληνίσαμε- περιγράφει τον Μαύρο Θάνατο που είχε ξεσπάσει στη Φλωρεντία δύο χρόνια πριν αρχίσει να γράφει το μυθιστόρημά του (1350-1355). Η πανώλη που θέρισε το ένα τρίτο του ευρωπαϊκού πληθυσμού το 1348 δεν εξαίρεσε φυσικά την γενέτειρα του Βοκάκιου. Η χαρούμενη παρέα -επτά νεαρές γυναίκες και τρεις νεαροί άνδρες- του «Δεκαήμερου» καταφεύγει σε ένα εξοχικό σπίτι στα περίχωρα της Φλωρεντίας για να ξεφύγει από το πένθος που ξέσπασε στην πόλη και τα πτώματα που ήταν παρατημένα στους δρόμους. Οι «λάκκοι της πανώλης» που ανακαλύφθηκαν αργότερα γεμάτοι με σκελετούς επιβεβαιώνουν ότι οι νεκροί πετάχτηκαν σε ομαδικούς τάφους.
Πηγή: Protagon.gr
