Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις...
να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις...
Ρίτσος

Σάββατο 23 Μαΐου 2020

Α. Καμύ, Η Πανούκλα


 "Οι δυστυχίες, στην πραγματικότητα, είναι μια κοινή υπόθεση, αλλά δύσκολα τις πιστεύει κανείς όταν του πέσουν στο κεφάλι. Υπήρξαν στον κόσμο τόσες πανούκλες όσοι και οι πόλεμοι. Και παρόλα αυτά οι πανούκλες και οι πόλεμοι πάντα βρίσκουν τους ανθρώπους το ίδιο απροετοίμαστους. Ο γιατρός Ριέ ήταν απροετοίμαστος, όπως και οι συμπολίτες μας και έτσι πρέπει να καταλάβουμε τους δισταγμούς τους. Και μ’ αυτόν τον τρόπο επίσης πρέπει να καταλάβουμε ότι μοιράστηκε ανάμεσα στην ανησυχία και την εμπιστοσύνη. Όταν ξεσπάει ένας πόλεμος, οι άνθρωποι λένε: “Δεν θα διαρκέσει πολύ, είναι πολύ ανόητο”. Κι αναμφίβολα ένας πόλεμος είναι σίγουρα πολύ ανόητος, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να διαρκέσει. Η ανοησία επιμένει πάντα και θα μπορούσε κανείς να το διακρίνει αν δεν σκέφτονταν μόνο τον εαυτό του. Απ’ αυτή την άποψη οι συμπολίτες μας ήταν σαν όλο τον κόσμο, σκέφτονταν τους εαυτούς τους και για να το πούμε κι αλλιώς ήταν ανθρωπιστές: δεν πίστευαν στις δυστυχίες. Η δυστυχία δεν είναι στα μέτρα του ανθρώπου, επομένως λέμε ότι η δυστυχία δεν είναι πραγματική, είναι ένα κακό όνειρο που θα περάσει. Αλλά δεν περνάει πάντα και από κακό όνειρο σε κακό όνειρο, είναι οι άνθρωποι που περνάνε και πρώτα πρώτα οι ανθρωπιστές, γιατί δεν πήραν τις προφυλάξεις τους. Οι συμπολίτες μας δεν ήταν πιο ένοχοι από άλλους, ξεχνούσαν να είναι μετριόφρονες, αυτό είναι όλο και σκέφτονταν ότι όλα είναι ακόμη δυνατά για αυτούς· πράγμα που σήμαινε ότι οι δυστυχίες είναι αδύναμες. Συνέχιζαν να κάνουν επιχειρήσεις, να ετοιμάζουν ταξίδια, και να έχουν γνώμες. Πως θα μπορούσαν να σκεφτούν τη πανούκλα, που καταργεί το μέλλον, τις μετακινήσεις, τις συζητήσεις; Θεωρούσαν τους εαυτούς τους ελεύθερους και κανένας δεν θα είναι ποτέ ελεύθερος, όσο υπάρχουν δυστυχίες."
[...]


Α. Καμύ, Η Πανούκλα, μτφρ Νίκη Καρακίτσου - Ντουζε, ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ


                                        karavatzio, «Οι Επτά Πράξεις του Ελέους»,1606-1607


Ένα από τα πιο τρομερά αποτελέσματα της πρώτης πανδημίας στην Ευρώπη και των υποτροπών της ήταν ότι οι νεκροί δεν μπορούσαν να θαφτούν με αξιοπρέπεια. Αυτή ήταν μια βασική «πράξη ελέους» μιας χριστιανικής κοινότητας, όπως δείχνει ο Καραβάτζιο σ ‘αυτό το σκοτεινό όραμα ανθρώπων που κάνουν καλές πράξεις στα κακόφημα στενά της Νάπολης. Στο αριστουργηματικό έργο του, που κοσμεί την αγία τράπεζα της εκκλησίας Pio Monte della Misericordia στην καρδιά της Νάπολης, ένας ιερέας κρατάει έναν πυρσό καθώς ένας άνδρας μεταφέρεται για να ταφεί μέσα στη νύχτα, και μόνο τα πόδια του φαίνονται έξω από το σάβανό του. Στο εισαγωγικό κεφάλαιο του «Δεκαήμερου», ο Τζιοβάνι Μποκάτσιο -ο Βοκάκιος, όπως τον εξελληνίσαμε- περιγράφει τον Μαύρο Θάνατο που είχε ξεσπάσει στη Φλωρεντία δύο χρόνια πριν αρχίσει να γράφει το μυθιστόρημά του (1350-1355). Η πανώλη που θέρισε το ένα τρίτο του ευρωπαϊκού πληθυσμού το 1348 δεν εξαίρεσε φυσικά την γενέτειρα του Βοκάκιου. Η χαρούμενη παρέα -επτά νεαρές γυναίκες και τρεις νεαροί άνδρες- του «Δεκαήμερου» καταφεύγει σε ένα εξοχικό σπίτι στα περίχωρα της Φλωρεντίας για να ξεφύγει από το πένθος που ξέσπασε στην πόλη και τα πτώματα που ήταν παρατημένα στους δρόμους. Οι «λάκκοι της πανώλης» που ανακαλύφθηκαν αργότερα γεμάτοι με σκελετούς επιβεβαιώνουν ότι οι νεκροί πετάχτηκαν σε ομαδικούς τάφους.

Πηγή: Protagon.gr