Κυριακή 12 Ιουλίου 2020
Τζεζαρε Παβεζε
Σάββατο 30 Μαΐου 2020
Μαρία Μαραγκουδάκη, Η τσάκιση
Τρέχει τρέχει τρέχει το νερό
τρέχει τρέχει τρέχει το παιδί
διασκελίζει δρόμους βάτους και παγίδες βιαστικά
δρασκελίζει τα κουφάρια που θα φανούν καμμένα
ασύλληπτα βιαστικά έφτασε κιόλας τριάντα χρονών
κι έρχεται ο (πρώτος) κόμπος στο χτένι.
Ύστερα δεν προλαβαίνει να δει
τα βουνά και τα λαγκάδια και τις θάλασσες που κολυμπά
και τις σκάλες που τρεχάτος πάντα ανεβαίνει
κι είναι ήδη στην τσάκιση κι ακροβατεί με τα χέρια απλωμένα σαν τον σχοινοβάτη που μόλις ανακάλυψε το κενό.
Το αίμα μειώνει ταχύτητα μπορεί και να φρενάρει.
Κάπου βρήκε εμπόδιο είναι μια κρίσιμη στιγμή αυτή
μένουν ακίνητες οι θάλασσες στερεοποιείται ο αέρας
κι έχει γίνει νύχτα κι έχει γίνει ξημέρωμα
κι η μηχανή στο ρελαντί.
Χθες γκάζωνα ορθοπεταλιά.
Μόλις επέστρεψα από την καθιερωμένη επίσκεψη στους της άλλης πλευράς.
Τυπικά βρίσκομαι απέναντι μα ξέρω πως στην τσάκιση πάνω μόνο ζω.
Παναγιώτα Αξιώτου
πώς με λικνίζετε πάνω στη θύμηση
πώς με σφραγίζετε με την φθορά
Ποτέ Παρόν
Εἷναι οἱ κόρες τῶν ματιῶν πού ἀδειάζουνε
τό φῶς τους
σ’ αὐτές τίς πόλεις πού βρέχει ἀτέλειωτα
σ’ αὐτήν τήν πόλη πού τελειώνει ἀτέλειωτα
ἔχω γίνει διάφανη
μπροστά στόν γυάλινο καθρέφτη
διάφανα κομμάτια ἡ σάρκα μου
μέ τό μπλέ νά ξεχωρίζει
δέν έχουν σημασία οἱ ἡμερομηνίες πού σημειώνεις
ἔλεγες
δέν μπορεῖς ποτέ ν’ ἀποφύγεις τίποτα
τήν ζωή, τόν ἔρωτα, τόν θάνατο
δέν θέλω ν’ ἀποφύγω τίποτα
μονάχα τήν θλίψη
ή πόρτα ἀνοίγει καί κλείνει
μέ τόν ἀέρα
θἄρθει δέν θἄρθει
Ἐκείνος Ἐγώ
θά πηγαίνει καί θἄρχεται
θά τρομάζει
θά θυμᾶται
πίσω ἀπό τό παρελθόν
καί μπροστά ἀπό τό μέλλον
Ποτέ Παρόν
θά θυμώνει ἀσυνάρτητα
θά ἐξαφανίζεται
δέν καταλαβαίνει τίποτα
γυμνοί
μπροστά στήν ἱστορία
ὅπως κἄποτε στόν ἥλιο
****
Σάββατο 23 Μαΐου 2020
Α. Καμύ, Η Πανούκλα
karavatzio, «Οι Επτά Πράξεις του Ελέους»,1606-1607
Ένα από τα πιο τρομερά αποτελέσματα της πρώτης πανδημίας στην Ευρώπη και των υποτροπών της ήταν ότι οι νεκροί δεν μπορούσαν να θαφτούν με αξιοπρέπεια. Αυτή ήταν μια βασική «πράξη ελέους» μιας χριστιανικής κοινότητας, όπως δείχνει ο Καραβάτζιο σ ‘αυτό το σκοτεινό όραμα ανθρώπων που κάνουν καλές πράξεις στα κακόφημα στενά της Νάπολης. Στο αριστουργηματικό έργο του, που κοσμεί την αγία τράπεζα της εκκλησίας Pio Monte della Misericordia στην καρδιά της Νάπολης, ένας ιερέας κρατάει έναν πυρσό καθώς ένας άνδρας μεταφέρεται για να ταφεί μέσα στη νύχτα, και μόνο τα πόδια του φαίνονται έξω από το σάβανό του. Στο εισαγωγικό κεφάλαιο του «Δεκαήμερου», ο Τζιοβάνι Μποκάτσιο -ο Βοκάκιος, όπως τον εξελληνίσαμε- περιγράφει τον Μαύρο Θάνατο που είχε ξεσπάσει στη Φλωρεντία δύο χρόνια πριν αρχίσει να γράφει το μυθιστόρημά του (1350-1355). Η πανώλη που θέρισε το ένα τρίτο του ευρωπαϊκού πληθυσμού το 1348 δεν εξαίρεσε φυσικά την γενέτειρα του Βοκάκιου. Η χαρούμενη παρέα -επτά νεαρές γυναίκες και τρεις νεαροί άνδρες- του «Δεκαήμερου» καταφεύγει σε ένα εξοχικό σπίτι στα περίχωρα της Φλωρεντίας για να ξεφύγει από το πένθος που ξέσπασε στην πόλη και τα πτώματα που ήταν παρατημένα στους δρόμους. Οι «λάκκοι της πανώλης» που ανακαλύφθηκαν αργότερα γεμάτοι με σκελετούς επιβεβαιώνουν ότι οι νεκροί πετάχτηκαν σε ομαδικούς τάφους.
Πηγή: Protagon.gr
Μέλπω Αξιώτη. «Δύσκολες νύχτες» (απόσπασμα)
[…] Σήμερα όμως επερίμενα ένα σουβριάλι. Ήτανε της πρωτοχρονιάς παραμονή και με πήρε μαζί του ο πατέρας στα μαγαζιά για να διαλέξω τα παιχνίδια μου. Δε μ’ άρεσε τίποτα. Οι πουλητάδες απελπισμένοι ξαναβάζουνε πίσω πάλι στη θέση τους τα πράματα που μου ‘δειξαν. Τί να τα κάνω εγώ… Τα ‘ξερα όλα. Οι κούκλες όλες είχαν πάντα τα ίδια ματόφυλλα που παίζανε ανοιγοσφαλώντας, τα ξύλινα σπιτάκια απόξω γράφανε «Φαρμακείον», αλλά πού ήτανε λοιπόν τώρα τα φάρμακα και ο φαρμακοποιός; ή γράφανε «Σιδηροδρομικός Σταθμός» κι άδικα θα περίμενες εσύ τα τρένα από την πόρτα τους να μπαινοβγαίνουνε. «Δύσκολη, κύριε, η μικρή…». Και τότε εξέφευγε του πατέρα αγανάκτηση για τα χαδεμένα παιδιά που με το να ‘χουν απ’ όλα, δεν επιθυμούνε πια τίποτα. — Τόσα και τόσα σήμερα φτωχά που θα γιορτάσουνε με τίποτα τον άι-Βασίλη. Καθόλου εγώ δεν καταλάβαινα γιατί σήμερα να μην έχουν όλα τα παιδιά καινούρια παιχνίδια… Τάχατες, δεν είμαι κι εγώ, όσο εκείνα δυστυχισμένη… Ό,τι δεν είχα, εκείνο πάντα ήθελα, κι αφού ό,τι ήθελα δεν είχα…
Σήμερα θέλω λοιπόν ένα σουβριάλι. Να μην ξέρω αν είναι μεγάλο, αν είναι γυαλιστερό, να πάω στο σπίτι να το περιμένω όλη τη μέρα, έτσι — όχι, καλύτερο θα ήταν έτσι… να ιδρώνουν τα χέρια μου από την αγωνία, να περιμένω καρφωμένη ακούνητη δίπλα στο τζάμι του παραθυριού που βλέπει πέρα, απέναντι, μακριά, για να μη μου ξεφύγει ο άνθρωπος που θα ‘ρχεται και θα το φέρνει, κι όλοι θα παραμερίζουνε να περνά, να το φέρνει, και ν’ ανεβαίνει τη σκάλα, ν’ ανοίγει την πόρτα της καμάρας που κάθομαι και περιμένω και να μου το δίνει στα χέρια, ποτέ να μην είναι ακριβώς εκείνο που επερίμενα και τότε μόνο να το πιάνω μόνο για μια στιγμή κι αμέσως να το εγκαταλείπω χάμω, για να μην το ξαναγγίξω πια ποτέ. […] […] Όταν εφτάσαμε στον καινούριο τόπο, η μητέρα μου έλειπε από μαζί μας. Αρώτησα πού είναι, μού ‘πανε πως θα φτιάξει στον γιατρό τα δόντια της και θα ‘ρθει. Πώς να το ‘ξερα άραγε δεν ξέρω, ήξερα όμως σίγουρα εγώ τότε, απ’ τον καιρό εκείνο, πως δε θα ξανάρθει. Είχανε σφίξει περισσότερο οι καρέκλες τριγύρω στο τραπέζι για να μη φαίνεται η θέση της αδειανή, και στω γονιώ μου την κάμαρα δεν έστρωναν πια το ένα από τα δυο στολισμένα κρεβάτια με τα πλατιά κεντημένα σεντόνια, κι από πάνω ο ασημένιος άις-Γιώργης με τον ατλαζωτό του φιόγκο που τα χώριζε πάντα στη μέση, κι εκείνος δεν ήτανε στη θέση του πια. Ωστόσο εγώ την ήθελα τη μητέρα μου. Δε μου ‘χε πει κανένας ακόμα ότι μπορούν οι μητέρες να φεύγουν. Πάλι και τώρα η ζάλη εκείνη η δυνατή χτυπούσε στο κεφάλι μου, μόνο πως δεν άρχιζα πια τα κλάματα τώρα, όπως σαν έμαθα ότι επέθανε το καπελάκι εκείνο απάνω στην κυρία του, τις νύχτες μόνο που μ’ έβαζαν στο κρεβάτι μου και τριγυρίζανε τα γαλάζια της μάτια από πάνω μου, που ήτανε πάντα πολύ υγρά κι ετοιμασμένα πάντα να βασιλέψουν και γύρω γύρω, σιγά σιγά στα βλέφαρά μου εφτερουγίζανε σαν ανοιχτές φτερούγες δυο, μεγάλες, κι ο ίσκιος τους χυνότανε στο ταβάνι κι έριχνε φως σ’ όλη την κάμαρα κι εγινότανε μέρα, ανοιγόκλεινα εγώ τα μάτια τα δικά μου τότε και τα βαστούσα ορθάνοιχτα, για να βλέπω ακόμα, λίγο ακόμα, το ασημένιο φως που χύνανε τριγύρω γύρω, παντού οι φτερούγες.
Όταν ξημέρωνε το φως της μέρας πήγαινα στο σκολειό. Η θέση μου ήτανε στ’ αριστερό θρανίο, πρώτη στην πρώτη σειρά. Τα παιδιά λέγανε: «είναι πλούσια». Αγαπούσα τα γράμματα κι ήξερα πάντα το μάθημά μου. Η δασκάλα μου ‘λεγε: «εύγε». Τα παιδιά μουρμουρίζανε: «είδες για να ‘ναι η πλούσια!». Κατάλαβα πως με σιχαινόταν. Όλο το αίμα ανέβαινε στο κεφάλι μου, τί στενοχώρια… Τους έδινα τα γλυκά που μου ‘βαζαν απ’ το σπίτι μου για το διάλειμμα,«νά, πάρε πάρε», έλεγα, δεν άφηνα για μένα, τ’ αρπούσανε με λαιμαργία, τα ‘χωναν βιαστικά στο στόμα τους κι αμέσως φεύγανε από κοντά μου. Τους έλεγα να ‘ρθουνε σπίτι μου ύστερ’ απ’ το σκολειό να παίξομε με τα παιχνίδια μου, είχα παιχνίδια πάντα με το σωρό. Τότε εκοιταζόντουσαν λοξά λοξά σαν τρομαγμένα κι ως να ‘χανε παρμένη κάποια απόφαση κρυφή, αμίλητες, κουνούσαν όλες το κεφάλι τους προς τ’ απάνω — καμιά ποτέ δε θέλησε να ‘ρθεί… Λοιπόν εγύριζα κι εγώ στο σπίτι μου ύστερα απ’ το σκολειό κι αφού δεν είχα με ποιον να τα παίξω τα ‘σπαζα τα παιχνίδια μου. «Κακούργικο παιδί», λέγανε οι υπηρέτριες αναμεταξύ τους, «ποιος ξέρει τί θα γίνει σα μεγαλώσει. Μα τί να περιμένεις από τις πλούσιοι και τα παιδιά τους…». Κι έβγαζαν έτσι το άχτι τους για τα αφεντικά. Θα ‘χανε βέβαια την ιδέα πως δεν καταλάβαινα τίποτα, ωστόσο εγώ, με τη μούρη μου ξαναμμένη κι ακριβώς τώρα για κείνο οπ’ άκουγα, να πέφτω με λύσσα πιο μανιασμένη ακόμα απάνω στην κούκλα μου, κι εσκόρπιζα χάμω το πίτερο που ‘τρεχε βρύση από την καταξεσκισμένη της κοιλιά. […]
Μέλπω Αξιώτη, Δύσκολες νύχτες, Κέδρος, Αθήνα 2002
Δευτέρα 20 Απριλίου 2020
Γιάννης Βαρβέρης
Κυριακή 29 Μαρτίου 2020
Μίλτος Σαχτούρης
δὲν ξέρουν τί χρῶμα ἔχει ὁ οὐρανὸς
δὲν ξέρουν ἂν θὰ πεθάνουν
παραμονεύουν
μὲ μαῦρες μάσκες καὶ βαριὰ τηλεσκόπια
μὲ τ᾿ ἄστρα στὴν τσέπη τους βρωμισμένα μὲ ψίχουλα
μὲ τὶς πέτρες τῶν δειλῶν στὰ χέρια
παραμονεύουν σ᾿ ἄλλους πλανῆτες τὸ φῶς
ἀπὸ τὸ χρῶμα του τὸ κάθε λουλούδι
ἀπὸ τὸ χάδι του τὸ κάθε χέρι
ἀπ᾿ τ᾿ ἀνατρίχιασμά του τὸ κάθε φιλὶ.
ἕνα βαγόνι περνάει ἀπὸ πάνω μου προσεχτικὰ
ψάχνει τὶς ἀποστάσεις του μὴ μὲ χτυπήσει
ἐγὼ πάλι ἄλλοτε κάνω πῶς κοιμᾶμαι ἄλλοτε
πῶς μαντάρω ἕνα ζευγάρι κάλτσες παλιὲς
γιατί ἔχουν ὅλα γύρω μου παράξενα παλιώσει
χτὲς
καθὼς ἄνοιξα τὴ ντουλάπα ἔσβησε γίνηκε
σκόνη μ᾿ ὅλα τὰ ροῦχα της μαζὶ
τὰ πιάτα σπάζουν μόλις κανεὶς τ᾿ ἀγγίξει
φοβᾶμαι κι ἔχω κρύψει τὰ πηρούνια καὶ τὰ
μαχαίρια
τὰ μαλλιά μου ἔχουν γίνει κάτι σὰ στουπὶ
τὸ στόμα μου ἄσπρισε καὶ μὲ πονάει
τὰ χέρια μου εἶναι πέτρινα
τὰ πόδια μου εἶναι ξύλινα
μὲ τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρὰ παιδιὰ
δὲν ξέρω πῶς γίνηκε καὶ μὲ φωνάζουν μ ά ν α
ὅμως ἔχω ξεχάσει νὰ γράφω γιὰ πράγματα
χαρούμενα
Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020
Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2019
Αργυρης Χιονης
Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2019
Gustav Klimt, Danae
Ζωή Καρέλη
υπάρχουν με τη στιλπνότητα
των λαμπρών σωμάτων,
με την έντονη περηφάνεια,
μ’ εκείνη τη σταθερότητα
που έχουν οι γυναίκες
όταν είν’ ωραίες,
σκεφτικές, όμως ατάραχες,
γεμάτες προσμονή στέκονται,
μ’ υπομονή γνωρίζουν,
γνωρίζουν να περιμένουν,
περιέχοντας τέλεια την ηδονή
του εαυτού των.
οι έντονες του καλοκαιριού μέρες
φαίνονται ακέριες,
καθώς
τις περιβάλλουν νύχτες εξαίσιες,
με πολύν έρωτα, μυστικόν.
William Burroughs
Λοιπόν ορίστε μερικές οδηγίες για νέους και γέρους.
Ποτέ μην επεμβαίνεις σε τσακωμό αγοριού-κοριτσιού.
Προσοχή στις πόρνες που λένε ότι δεν θέλουν λεφτά.
Και βέβαια θέλουν.
Αυτό που εννοούν είναι ότι θέλουν περισσότερα λεφτά. Πολλά περισσότερα.
Αν κάνεις δουλειές με θρησκευόμενο μαλάκα,
Κοίταξε να τα έχεις όλα γραπτά.
Ο λόγος του δεν έχει καμία αξία.
Όχι όσο ο καλός Θεούλης του λέει πώς να σε ρίξει στη συμφωνία.
Απέφυγε τους αποτυχημένους.
Όλοι ξέρουμε αυτό το είδος.
Ό,τι και να κάνουν,
Όσο καλό κι αν ακούγεται,
Καταλήγει καταστροφικά.
Μην συναναστρέφεσαι τρελούς.
Πες τους με σταθερότητα:
Δεν πληρώνομαι για ν’ακούω μωρολογίες.
Είσαι αμετανόητα ηλίθιος.
Μερικοί από σας ίσως συναντηθείτε με τον Σατανά,
Αν φτάσετε τόσο μακριά.
Όλες οι ψυχές αξίζουν να σωθούν,
Τουλάχιστον για έναν παπά,
Αλλά δεν αξίζουν όλες οι ψυχές τόσο ώστε να αγοραστούν,
Οπότε μπορείτε να το πάρετε ως κοπλιμέντο.
Πρώτα δοκιμάζει τις πιο εύκολες περιπτώσεις.
Ξέρεις, με λεφτά,
Με όλα τα λεφτά που υπάρχουν.
Αλλά ποιός θέλει να είναι ο πιο πλούσιος σε κάποιο νεκροταφείο;
Τα λεφτά δεν αξίζουν.
Λοιπόν ο χρόνος δίνει τα χειρότερα χτυπήματα.
Ειδικά κάτω από τη ζώνη.
Πώς είναι να σε αρπάζει ένα νεανικό σώμα;
Σαν πόκερ, σαν «εδώ παπάς, εκεί παπάς»
Τώρα το βλέπεις, τώρα όχι.
Μήπως ξέχασες κάτι, παπού;
Για να αισθανθείς κάτι,
Πρέπει να είσαι παρών.
Πρέπει να είσαι δεκαοχτώ.
Δεν είσαι δεκαοχτώ.
Είσαι εβδομήνταοχτώ.
Ο παλιόγερος πούλησε την ψυχή του για ένα στραπόν.
“Όταν πεθάνω, μόνο αυτό να θυμάστε από μένα: υπάρχει μια γωνιά σε μια ξένη γη που είναι για πάντα εγώ”: Ταγγέρη – Πόλη του Μεξικού – Σεντ Λιούις, Μιζούρι – Παρίσι – Λονδίνο – Νέα Υόρκη – Λεωφόρος Σανφορντ 202, Παλμ Μπιτς, Φλόριντα – Λόρενς, Κάνσας, στην παρούσα διεύθυνση – και μια ιδέα από Αθήνα, Αλβανία, Ντουμπρόβνικ και Βενετία
Ν. Βαλαωρίτης, ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΚΑΝΕΝΟΣ
ήμαστε εγώ η γυναίκα μου και τα παιδιά μας όλα
πήγα ν'ανοίξω-βιαστικός με την μπουκιά στο στόμα
μήπως κανένας άνθρωπος με γύρευε από κάτω
και δεν τολμούσε ν' ανεβεί γιατί ντρεπόταν
που συνηθίζουνε γι' αστείο να χτυπάν τις πόρτες
προτού να φύγουν τρέχοντας και να χαθούν στο δρόμο
και πίσω απ' τις εξώπορτες και πίσω από τους στύλους
να δω μην ήτανε κανείς-για χωρατό κρυμμένος
μια πολιτεία παμμέγιστη και εντελώς αθόρυβη
χωρίς κίνηση καμιά σ' όλες τις λεωφόρους-
πολλές πολλές πατημασιές αλλά χωρίς διαβάτες
κι ακρογιαλιές μα πουθενά κανένας δεν λουζόταν
και γύρισα στο σπίτι μου και χτύπησα την πόρτα
αλλά κανείς δεν άνοιξε-κανείς δεν ήταν μέσα
μπαίνοντας γύρεψα παντού έψαξα τα ντουλάπια
μήπως και κάπου κρύφτηκαν για να τρομάξω
στο σπίτι όπου τρώγαμε-δεν πάει πολύς καιρός
εγώ με τη γυναίκα μου και τα παιδιά μας όλα...
Παρασκευή 12 Απριλίου 2019
Πάνος Θασίτης, Ελληνική επαρχία μ.Χ.
Έφριξε σαν πήγε ο ίδιος, με τα ίδια του τα μάτια και τα είδε.
Τόση ρεμούλα, τέτοιο χάλι πού να το φανταστεί.
Έβγαλε ευθύς διαταγές τη μια πάνω στην άλλη,
ήλεγξε, καυτηρίασε, τιμώρησε, κάτι να διορθώσει,
κάτι να περισώσει απ' την καταστροφή.
***
Οι άλλοι, οι από πάνω, μάθαιναν βέβαια ταχτικά τα νέα
τον ζήλο του λαμπρού νέου επάρχου
την ακάθεκτη έφεσή του για ευποιία, χρηστή
φιλόπτωχο διοίκηση κ.λ.π.
Μα δεν ανησυχήσαν. «Θα του περάσει» είπαν,
«κι άμα δεν του περάσει
και κάνει τώρα πως δεν ξέρει,
τον αντικαθιστούμε, τον διαγράφουμε,
τον εξαφανίζουμε στο κάτω-κάτω.
Το ίδιο μας κάνει συνεπώς κι αν του περάσει
κι αν δεν του περάσει».
Η αλήθεια είναι, πως του πέρασε και του παραπέρασε.
Ούτε να τον παραμερίσουνε χρειάστηκε
ούτε βέβαια -τον άνθρωπο!- να τον εξαφανίσουν.
Ήδη, γοργά ανέρχεται κι έχει λαμπρό το μέλλον.
...............
Πάνος Θασίτης, Ελεεινόν θέατρον (1980), Τα ποιήματα, ΝΕΦΕΛΗ
Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2019
Τα σταφύλια της οργής
“…..Ένα τέτοιο έγκλημα ξεπερνά κάθε δημόσια καταγγελία. Μια τέτοια πίκρα είναι ανίκανα τα δάκρυα να τη συμβολίσουν. Όλες μας οι επιτυχίες καταρρέουν μπροστά σ’ αυτή μας την αποτυχία. Εύφορη γη, ολόισιες αράδες δέντρα, ρωμαλέοι κορμοί, καρποί ωριμασμένοι. Και τα ετοιμοθάνατα παιδιά από πελάγρα πρέπει να πεθάνουν, γιατί δεν βγαίνει κέρδος από τα πορτοκάλια. Και οι γιατροί της δημαρχίας συμπληρώνουν τα πιστοποιητικά-πέθανε από υποσιτισμό-γιατί τα τρόφιμα πρέπει να σαπίσουν, πρέπει να σαπίσουν με το ζόρι.
Οι άνθρωποι έρχονται με δίχτυα να ψαρέψουν πατάτες από το ποτάμι, μα οι φύλακες τους συγκρατούν μακριά˙ έρχονται με αυτοκίνητα που βροντολογούν για να πάρουν τα πεσμένα πορτοκάλια, μα είναι ραντισμένα με πετρόλαδο. Και στέκονται σιωπηλοί να παρακολουθούν τις πατάτες να πλέουν μπροστά τους, ακούν τις στριγκλιές των γουρουνιών που τα σφάζουν μέσα σ’ ένα λάκκο και χύνουν πάνω ασβέστη, βλέπουν βουνά πορτοκάλια να λιώνουν σ’ ένα σάπιο πολτό˙ και ο λαός βλέπει τη σημερινή χρεωκοπία˙ και μεσ’ στα μάτια του πεινασμένου λαού η οργή μεστώνει. Μες στην ψυχή του λαού μεστώνουν και βαραίνουν τα σταφύλια της οργής, βαραίνουν για τον τρύγο.”
****
Τζον Στάινμπεκ, Τα σταφύλια της οργής, ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ Σ.Ι., Μετάφραση: Κοσμάς Πολίτης
****
Η ταινία
Σκηνοθεσία: John Ford,
Παίζουν: Henry Fonda, Jane Darwell, John Carradine, Shirley Mills, John Qualen, Eddie Quillan
Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2019
Γ. Μανουσάκης, Μετάσταση
«Εκεί σ΄αφήσαμε κάτω απ΄την πέτρα
Μα εσύ, ποιος ξέρει, ίσως μετακόμισες
Την πρώτη κιόλας δύση στην καρδιά του ήλιου.
Κάθε χειμώνα, όταν κρυώνουμε,
Σα χάδι σέρνεται στο πρόσωπό μας
Κι ακουμπά, θερμή παλάμη
Ανθρώπινη, στα γόνατά μας.
Έτσι μας βλέπεις κάθε μέρα
Απ΄το ψηλό μπαλκόνι σου
Ευφρόσυνη και πάντα οικεία»
****
Γ. Μανουσάκης, «Στ΄Ακρωτήρια της Ύπαρξης»,
Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2019
Νίκος Καββαδίας, Βάρδια έκτη...
Δε βλέπεις παραπέρα από ένα μέτρο, από μισό, λιγότερο, τίποτα, περισσότερο κι από τίποτα. Το’ χει από νωρίς κατεβάσει. Το πούσι έχει τη δική του μυρωδιά, όπως η καταιγίδα, ο τυφώνας, η τρικυμία του κάθε καιρού. Πώς μυρίζει! Γιομίζει τα ρουθούνια μου μα δεν μπορώ να σου πω… Ιουδήθ!
Είσαι δέκα χιλιάδες μίλια μακριά απ’ το Gomel και πέντε από μένα. Ανασαίνεις τον ιδρώτα του Τάσμαν. Είμαι σίγουρος πως έχεις λησμονήσει κείνη τη νύχτα, πάνω στο κατάστρωμα του “Cyrenia”, δίπλα στο φανάρι του Μινικόι. Φορούσες τη νύχτα. Το πορφυρό φόρεμα σου σερνόταν κουρέλι στα πόδια σου, τα λιανά σου πόδια με τα πέδιλα των Φοινίκων. Το κλώτσησες και χάθηκε στο πράσινο κρουζέτο, πίσω από τη βάρκα. Σαλεύει μονάχα του ματιού σου το πράσινο.
– Φόρεσε το ρούχο σου. Σκεπάσου. Παρακαλώ σε φόρεσέ το.
– Το παίρνει ο μουσώνας. Δε βλέπεις;
– Είσαι σα γυμνή λεπίδα κινέζικη.
– Θέλω τη θήκη μου. Ιουδήθ!… Όλα τα πράγματα έχουνε τη δική τους μυρωδιά. Οι άνθρωποι δεν έχουν. Την κλέβουν από τα πράγματα. Τα κόκκινα μαλλιά σου μυρίζουν σαν το αμπάρι της Πίντα, όταν γύριζε από το πρώτο ταξίδι. Στενοί δρόμοι του Γκέττο…Streets are not safe at night. Avoid all saloons. Chagall: ο Αρχιραβίνος.
– Ατζαμή! Φίλησέ με. – Μιαν άλλη φορά. Όταν ξανάβρω τη γεύση μου.
– Την έχασες; Πού;
– Στο Barbados…Στην άμμο. Την ξέχασα στα χείλια μιας μαύρης.
– Καλά. Δάγκασέ με μονάχα. Να πονέσω.
– Δεν έχω δόντια. Τ΄άφησα σ’ ένα μάγκος άγουρο, εδώ πέρα, αντίκρυ στο Cochin.
– Χάιδεψε.
– Ιουδήθ… Με τι χέρια… .έχασα την αφή μου πάνω στο ξεβαμμένο μεταξωτό μιας πολυθρόνας, σ’ ένα σπίτι στο Ικίκι…Εκεί ανάμεσα… Μαζί κι ένα ζαφείρι… ένα μεγάλο ζαφείρι.
– Τότε κοίταξέ με στα μάτια. Γιατί τα κρατάς καρφωμένα χάμω; Κοίταξέ με λοιπόν.
– Δεν είναι τα δικά μου. Εκείνα τα φορά ένας γέρος ζητιάνος στο Βόλο. Τ’ αλλάξαμε.
– Κοίταξέ με μέ τα δικά του.
– Ήταν τυφλός. Τον βαστούσε ένα κορίτσι από το χέρι.
– Άσε με να σε βαστάξω κι εγώ από το χέρι.
– Ναι. – Πάμε. Κρυώνω.
– Στάσου να σου πω ένα παραμύθι.
– Δε θέλω. Πάμε.
– Κάνει ζέστη μέσα. Ο ανεμιστήρας έχει χαλάσει. Βρωμάει σα φαρμακείο. Είναι κάτι λερωμένα σεντόνια. Μια βρώμικη λεκάνη. Ένας σκορπιός που τρέχει στους τοίχους. Φοβάμαι…
– Το σκορπιό; – Eσένα.
– Πάμε σου λέω. – Κάνε πέρα τα χέρια σου. Πες κάτι ακόμα.
– Λοιπόν… Μόνον ο γερο-Γιεχού δεν κοιμόταν. Διάβαζε δίπλα στη λάμπα με το καπνισμένο γυαλί. Διάβαζε το μεγάλο βιβλίο. Η πόρτα λύγισε στις κοντακιές. Ήμουν δώδεκα χρονών. Δεν πρόφτασα να χτενίσω τα μαλλιά μου τα κόκκινα. Ήτανε δώδεκα, με μαύρους σταυρούς στο μπράτσο. Μεθυσμένοι. Τότε… Μπρος στη μάνα μου, μπροστά στο Γιεχού που προσεύχονταν με μάτια κλεισμένα.
– Κι οι δώδεκα;
– Δε θυμάμαι. Δεν έχω ζυγώσει άλλον άντρα. Όμως απόψε… Όχι γιατί μ’ αρέσεις. Είμαι μονάχα περίεργη. Πάμε.
– Αύριο, στο Colombo. – Τώρα.
– Δος μου το χέρι σου. Θα σκοντάψεις. Έχει σκαλί. Μην ανάβεις το φως… Ξέρεις.. Είμαι άρρωστος.
– Δε με νοιάζει. – Άκου… Είναι σα να χαλάμε το παιχνίδι για να βρούμε το θαύμα.
– Θέλω να φορέσω το δικό σου πετσί. Να κλέψω κι εγώ κάτι από σένα.
– Κάνε όπως θέλεις. Ό, τι βρεις κλέψε. Δείξε μού το μονάχα… Κι έγινε έτσι, όπως τότε, όταν χάιδεψα ένα γυμνό του Pascin μπροστά σε τρεις φύλακες του Μουσείου, χωρίς να με δούνε…
***
Νίκος Καββαδίας, Βάρδια, εκδ. ΑΓΡΑ
Το πλοίο Corinthia, με το οποίο ο Νίκος Καββαδίας έκανε κάποια ταξίδια το 1953. Στη φωτογραφία, το Corinthia βρίσκεται στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας τον Ιούλιο του 1947, έτοιμο να αναχωρήσει για την Παλαιστίνη με τους νόμιμους, αλλά και τους παράνομους Εβραίους μετανάστες που είχαν επιβιβαστεί σ' αυτό. Πηγή: www.lifo.gr
Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2019
Εντουάρντο Γκαλεάνο, Καθρέφτες
Απολεσθέντα αντικείμενα. "Ο 20ός αιώνας, που γεννήθηκε εξαγγέλλοντας ειρήνη και δικαιοσύνη, πέθανε λουσμένος στο αίμα, κι άφησε τον κόσμο με ακόμα περισσότερες αδικίες απ’ όσες τον είχε βρει.
Ο 21ος αιώνας, που επίσης είχε εξαγγείλει με τη γέννησή του ειρήνη και δικαιοσύνη, ακολουθεί τα χνάρια του προηγούμενου αιώνα.
Κάποτε, παιδί, ήμουνα βέβαιος ότι όλα όσα χανόντουσαν στη γη κατέληγαν στη σελήνη.
Όμως οι αστροναύτες δεν βρήκαν επικίνδυνα όνειρα ούτε ανεκπλήρωτες υποσχέσεις ούτε χαμένες ελπίδες....
Αν δεν είναι στη σελήνη, τότε που είναι;
Μήπως δεν χάθηκαν από τη γη;
Μήπως κρύφτηκαν κάπου στη γη;".
***
Εντουάρντο Γκαλεάνο, Καθρέφτες (μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία), μτφρ. Ισ. Κανσή, ΠΑΠΥΡΟΣ


















