Πριν από την
πτώση του τείχους, ένας άγγελος βουτάει στη γη, σε μια αξέχαστη σκηνή, για να ερωτευτεί, ως
θνητός και έγχρωμος πλέον, μια ακροβάτισσα του τσίρκου. Στερείται τα προνόμια
της αθανασίας αλλά και τη θλίψη της μοναξιάς για να κερδίσει τα φτερά του γευόμενος
την περιπέτεια της ζωής. Ποιητικός και ευκρινής, ο Βέντερς , μας οδηγεί στο ταξίδι
των αισθήσεων. Ο γερμανός σκηνοθέτης ταξιδεύει τον
θεατή στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της πόλης του Βερολίνου που στοιχειώθηκε από τον
Ψυχρό Πόλεμο, υποβάλλοντας την αίσθηση μιας βασανιστικής μοναξιάς και την αέναη
αναζήτηση του «άλλου μισού».
Οι άγγελοι
κινούνται σε ένα σύμπαν ασπρόμαυρο, όπου απουσιάζουν τα αισθήματα, ενώ στον
αντίποδα βρίσκεται η πολύχρωμη, αστραφτερή πραγματικότητα των ανθρώπων και ο
έρωτας. Στην περίπτωση του Ντάμιελ, το έτερον ήμισυ ανακαλύπτεται στο πρόσωπο
της θνητής Μαριόν. Πρόκειται για μια ριψοκίνδυνη ακροβάτισσα, η οποία
φορώντας τα ψεύτικα φτερά του θεάματος, κρύβει πίσω από το χαμόγελό της
τον μοναχικό βίο της, αναζητώντας την απόλυτη αγάπη. Ο φύλακας-άγγελος ο οποίος
την καλεί στα όνειρά της θα πραγματοποιήσει μια εντυπωσιακή κάθοδο στον κόσμο
της ύλης, καλωσορίζοντας τον πόνο, τον χρόνο και τους περιορισμούς του
ανθρώπινου βίου.
Ορισμένους από τους διαλόγους της ταινίας αλλά και το
επαναλαμβανόμενο τραγούδι-ποίημα για την παιδική ηλικία είναι γραμμένα από τον
Πέτερ Χάντκε, ενώ συνολικά η ιδέα του σεναρίου αντλεί την έμπνευσή του από την
ποίηση του Ράινερ Μαρία Ρίλκε. Η μουσική του Νικ Κέιβ τονίζει τη δραματική
ένταση της περιπλάνησης του έκπτωτου άγγελου και της Μαριόν. Άλλωστε ο ίδιος ο
δημιουργός έχει αναγνωρίσει τη συνεισφορά της ροκ μουσικής στο έργο, καθώς έχει
τονίσει πως «Αν δεν υπήρχαν οι Κινκς, ο Βαν Μόρισον, οι Μπητλς, οι Στόουνς και
πάνω απ’ όλους ο Μπομπ Ντίλαν, δεν θα τολμούσα ποτέ να εγκαταλείψω τις σπουδές
ιατρικής και φιλοσοφίας για να αφοσιωθώ σε κάτι τόσο αβέβαιο, όπως η
καλλιτεχνική δημιουργία».
Όταν το
παιδί ήταν παιδί
περπατούσε κουνώντας τα χέρια του,
ήθελε το ρυάκι να είναι ποτάμι,
το ποτάμι να είναι χείμαρρος,
και αυτή η λακκούβα με νερό να είναι η θάλασσα.
Όταν το παιδί ήταν παιδί,
δεν ήξερε ότι ήταν παιδί,
όλα ήταν ένα μέρος της ψυχής,
και όλες οι ψυχές ήταν μία.
Όταν το παιδί ήταν παιδί,
δεν είχε άποψη για τίποτα,
δεν είχε συνήθειες,
καθόταν συχνά σταυροπόδι,
περπατούσε κουνώντας τα χέρια του,
ήθελε το ρυάκι να είναι ποτάμι,
το ποτάμι να είναι χείμαρρος,
και αυτή η λακκούβα με νερό να είναι η θάλασσα.
Όταν το παιδί ήταν παιδί,
δεν ήξερε ότι ήταν παιδί,
όλα ήταν ένα μέρος της ψυχής,
και όλες οι ψυχές ήταν μία.
Όταν το παιδί ήταν παιδί,
δεν είχε άποψη για τίποτα,
δεν είχε συνήθειες,
καθόταν συχνά σταυροπόδι,
το έσκαγε τρέχοντας,
είχε ''κορυφή'' στα μαλλιά,
και δεν έκανε καμιά γκριμάτσα όταν φωτογραφιζόταν
Όταν το παιδί ήταν παιδί,
Ήταν η ώρα για αυτά τα ερωτήματα:
Γιατί είμαι εγώ, και γιατί δεν είμαι εσύ;
Γιατί είμαι εδώ, και όχι εκεί;
Πότε ξεκίνησε ο χρόνος και πού τελειώνει το διάστημα;
Δεν είναι η ζωή κάτω από τον ήλιο απλώς ένα όνειρο;
Είναι μήπως αυτό που βλέπω και ακούω και μυρίζω
μόνο μια παραίσθηση ενός κόσμου πριν τον κόσμο;
Έχοντας υπόψη "τo κακό" και τους ανθρώπους
υπάρχει αυτό που λέμε "κακό " πραγματικά;
Πώς γίνεται να είμαι εγώ, έτσι όπως είμαι,
και να μην υπήρχα πριν γίνω αυτό που είμαι
και ότι κάποια μέρα, εγώ, όπως είμαι,
δεν θα είμαι πλέον αυτός που είμαι;
Όταν το παιδί ήταν παιδί,
δεν του άρεσε το σπανάκι, τα μπιζέλια, το ρυζόγαλο,
ούτε το κουνουπίδι στον ατμό,
αλλά τα τρώει όλα αυτά τώρα, και δεν είναι μόνο επειδή "πρέπει"
Όταν το παιδί ήταν παιδί,
ξύπνησε μια φορά σε ένα ξένο κρεβάτι,
και τώρα κάνει το ίδιο ξανά και ξανά.
Πολλοί άνθρωποι, τότε, φαινόντουσαν όμορφοι,
τώρα όμως πολύ λίγοι, από καθαρή τύχη.
Είχε πλάσει στο μυαλό του μια σαφή εικόνα του παραδείσου,
ενώ τώρα το πολύ μπορεί να μαντέψει,
δεν μπορούσε τότε ούτε να διανοηθεί τη "μηδαμινότητα"
ανατριχιάζει, όμως, σήμερα στη σκέψη αυτή.
Όταν το παιδί ήταν παιδί,
έπαιζε με ενθουσιασμό,
και, τώρα, έχει τον ίδιο ενθουσιασμό όπως και τότε,
μόνο όταν πρόκειται για τη δουλειά του
Όταν το παιδί ήταν παιδί,
Ήταν αρκετό να φάει ένα μήλο,...ψωμί,
Και έτσι είναι ακόμα και τώρα.
Όταν το παιδί ήταν παιδί,
τα χέρια του ήταν γεμάτα μούρα, όπως μόνο τα μούρα τα γέμιζαν
και ακόμη και τώρα έτσι κάνουν
φρέσκα καρύδια του ''έγδερναν'' τη γλώσσα
και ακόμη έτσι είναι,
για κάθε βουνοκορφή,
είχε λαχτάρα για ένα ακόμη ψηλότερο βουνό,
και για κάθε πόλη,
είχε λαχτάρα για μια ακόμα μεγαλύτερη πόλη,
και εξακολουθεί να είναι έτσι,
Έφθανε για τα κεράσια στα ψηλότερα κλαδιά των δέντρων
με ένα ενθουσιασμό που έχει ακόμη και σήμερα,
νιώθει συνεσταλμένος σε αγνώστους,
και το νιώθει ακόμη και τώρα.
Περίμενε το πρώτο χιόνι,
και το περιμένει έτσι ακόμη και τώρα.
Όταν το παιδί ήταν παιδί,
έριξε ένα ραβδί σαν βέλος πάνω σ ένα δέντρο,
και πάλλεται εκεί ακόμη μέχρι σήμερα.
είχε ''κορυφή'' στα μαλλιά,
και δεν έκανε καμιά γκριμάτσα όταν φωτογραφιζόταν
Όταν το παιδί ήταν παιδί,
Ήταν η ώρα για αυτά τα ερωτήματα:
Γιατί είμαι εγώ, και γιατί δεν είμαι εσύ;
Γιατί είμαι εδώ, και όχι εκεί;
Πότε ξεκίνησε ο χρόνος και πού τελειώνει το διάστημα;
Δεν είναι η ζωή κάτω από τον ήλιο απλώς ένα όνειρο;
Είναι μήπως αυτό που βλέπω και ακούω και μυρίζω
μόνο μια παραίσθηση ενός κόσμου πριν τον κόσμο;
Έχοντας υπόψη "τo κακό" και τους ανθρώπους
υπάρχει αυτό που λέμε "κακό " πραγματικά;
Πώς γίνεται να είμαι εγώ, έτσι όπως είμαι,
και να μην υπήρχα πριν γίνω αυτό που είμαι
και ότι κάποια μέρα, εγώ, όπως είμαι,
δεν θα είμαι πλέον αυτός που είμαι;
Όταν το παιδί ήταν παιδί,
δεν του άρεσε το σπανάκι, τα μπιζέλια, το ρυζόγαλο,
ούτε το κουνουπίδι στον ατμό,
αλλά τα τρώει όλα αυτά τώρα, και δεν είναι μόνο επειδή "πρέπει"
Όταν το παιδί ήταν παιδί,
ξύπνησε μια φορά σε ένα ξένο κρεβάτι,
και τώρα κάνει το ίδιο ξανά και ξανά.
Πολλοί άνθρωποι, τότε, φαινόντουσαν όμορφοι,
τώρα όμως πολύ λίγοι, από καθαρή τύχη.
Είχε πλάσει στο μυαλό του μια σαφή εικόνα του παραδείσου,
ενώ τώρα το πολύ μπορεί να μαντέψει,
δεν μπορούσε τότε ούτε να διανοηθεί τη "μηδαμινότητα"
ανατριχιάζει, όμως, σήμερα στη σκέψη αυτή.
Όταν το παιδί ήταν παιδί,
έπαιζε με ενθουσιασμό,
και, τώρα, έχει τον ίδιο ενθουσιασμό όπως και τότε,
μόνο όταν πρόκειται για τη δουλειά του
Όταν το παιδί ήταν παιδί,
Ήταν αρκετό να φάει ένα μήλο,...ψωμί,
Και έτσι είναι ακόμα και τώρα.
Όταν το παιδί ήταν παιδί,
τα χέρια του ήταν γεμάτα μούρα, όπως μόνο τα μούρα τα γέμιζαν
και ακόμη και τώρα έτσι κάνουν
φρέσκα καρύδια του ''έγδερναν'' τη γλώσσα
και ακόμη έτσι είναι,
για κάθε βουνοκορφή,
είχε λαχτάρα για ένα ακόμη ψηλότερο βουνό,
και για κάθε πόλη,
είχε λαχτάρα για μια ακόμα μεγαλύτερη πόλη,
και εξακολουθεί να είναι έτσι,
Έφθανε για τα κεράσια στα ψηλότερα κλαδιά των δέντρων
με ένα ενθουσιασμό που έχει ακόμη και σήμερα,
νιώθει συνεσταλμένος σε αγνώστους,
και το νιώθει ακόμη και τώρα.
Περίμενε το πρώτο χιόνι,
και το περιμένει έτσι ακόμη και τώρα.
Όταν το παιδί ήταν παιδί,
έριξε ένα ραβδί σαν βέλος πάνω σ ένα δέντρο,
και πάλλεται εκεί ακόμη μέχρι σήμερα.
Peter Handke
.jpg)
