Άρχισε μια σιγανή βροχή…
Άρχισε μια σιγανή
βροχή αργά προς το βράδυ.
Στις πολιτείες ο ουρανός φαίνεται μιαν απέραντη
λασπωμένη πεδιάδα
Κι η βροχή είναι μια καλοσύνη, όσο
να πεις, δε
μοιάζει διόλου με το θάνατο
Μπορείς να βαδίζεις κάποτε χωρίς κανένα σκοπό
ή με σκοπό —σου είναι αδιάφορο—
Μιαν εποχή μακρινή και νεκρή σα μια βίαια σκι-
σμένη πολυτέλεια.
Εγώ συλλογίζομαι πώς και γιατί άραγε μια βροχή
μπορεί να σου θυμίζει τόσα
πράγματα
—Χωρίς αμφιβολία είναι τόσο ανόητο να τα στο-
χάζεσαι όλα αυτά μια τέτοιαν
ώρα—
Συλλογίζομαι όμως στις ζεστές χειμωνιάτικες κά-
μαρες μιαν αλλιώτικη μυρουδιά
Ύστερα από τις 6 με τα κλειστά παραθυρόφυλλα
και τ’ αναμμένο φως
Ή μια γωνιά δίπλα στο τζάμι σ’ ένα μεγάλο καφε-
νείο με τις αδιάφορες φωνές.
Τα συλλογίζεσαι όλα αυτά με τον πιο απλούστερο
τρόπο ολωσδιόλου παιδιάστικα
Μπορείς να λησμονείς το κάθε τι, τί τάχα να γυ-
ρεύεις εδώ μια τέτοιαν ώρα
Εσύ, ο διπλανός σου, όλος αυτός ο κόσμος που
πορεύεται δίπλα σου μες στο
σκοτάδι
Αυτή η ανήσυχη σιωπή που πληγώνει περισσό-
τερο κι απ’ το πιο κοφτερό
λεπίδι
Να λησμονείς για μιαν ελάχιστη στιγμή πως ίσως
δεν τέλειωσε ούτε και απόψε για
σένανε το κα-
θετί
Τόσο π’ αν τρίξει κάτι αναπάντεχα είναι να σου
ξυπνήσει την ακριβήν υπόθεση
μιας επι-
στροφής
Τη χειμωνιάτικη ζεστή κάμαρα, το καφενείο με
τις πολύχρωμες φωνές.
…Έτσι βρέχει λοιπόν μια κίτρινη βροχή χωρίς
τέλος.
Μια κίτρινη παλιά
βροχή, τη νύχτα, σα μαστίγιο.
Αναγνωστάκης
|
