Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις...
να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις...
Ρίτσος

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014

Zygmunt Bauman







Δεν είναι αλήθεια πως,

 όταν ειπωθούν τα πάντα 

για τα πιο σημαντικά ζητήματα 

της ανθρώπινης ζωής,

 τα σημαντικά πράγματα παραμένουν ανείπωτα;






   Ο Ιβάν Κλιμά λέει: λίγα πράγματα πλησιάζουν τόσο πολύ το θάνατο όσο ο εκπληρωμένος έρωτας. Κάθε εμφάνιση του ενός από τους δύο είναι φαινόμενο μοναδικό και παντοτινό, ανεπίδεκτο επανάληψης, ανάκλησης ή αναστολής. Κάθε τέτοια εμφάνιση οφείλει να υφίσταται - και υφίσταται – αφ’  εαυτής: γεννιέται για πρώτη φορά ή ξαναγεννιέται όποτε συμβαίνει, ερχόμενη πάντα από το πουθενά, από το έρεβος μιας ανυπαρξίας χωρίς παρελθόν ή μέλλον. Κάθε τέτοια εμφάνιση αρχίζει κάθε φορά από την αρχή, αποκαλύπτοντας , την ασημαντότητα των σχεδίων του παρελθόντος και τη ματαιότητα κάθε μελλοντικού σχεδιασμού.
   Κανείς δε μπορεί να μπει στον έρωτα ή στο θάνατο δυο φορές, είναι και οι δυο πιο μοναδικοί ακόμα και από τον ηρακλείτειο ρου. Είναι πράγματι και κεφάλι και ουρά, αποκλείουν και αγνοούν καθετί άλλο.

..................

   Και έτσι, δε μπορείς να μάθεις να αγαπάς, όπως δε μπορείς να μάθεις και να πεθαίνεις. Και δεν μπορείς να μάθεις τη φευγαλέα – την ανύπαρκτη, αν και διακαώς ποθητή – τέχνη του να ξεφεύγεις από τα δίχτυα τους και να μη μπαίνεις στο δρόμο τους. Ο έρωτας και ο θάνατος θα ενσκήψουν, θα έρθουν στην ώρα τους. Μόνο που εσύ δεν έχεις ιδέα πότε. Όποτε κι αν έρθουν θα σε πιάσουν εξ απίνης. Απορροφημένος, καθώς θα είσαι, στις καθημερινές σου έγνοιες, ο έρωτας και ο θάνατος θα αναδυθούν ab nihilo – εκ του μηδενός.....
   Στην περίπτωση του θανάτου, η γνώση περιορίζεται ομολογουμένως στην εμπειρία άλλων ανθρώπων, γεγονός που την καθιστά ψευδαίσθηση in extremis. Η εμπειρία άλλων ανθρώπων δε μπορεί στ’ αλήθεια να μαθευτεί ως εμπειρία.  Στο τελικό στάδιο της μάθησης του αντικειμένου, δε μπορεί κανείς να διακρίνει το πρωταρχικό «βίωμα» (Erlebnis) από τη δημιουργική συμβολή των μυθοπλαστικών ικανοτήτων του υποκειμένου. Η εμπειρία άλλων μπορεί να γίνει αντικείμενο γνώσης μόνο ως επεξεργασμένη, ερμηνευμένη ιστορία όσων έζησαν οι άλλοι στην πραγματικότητα...

..................

 Όσο ζει ο έρωτας ισορροπεί στο χείλος της ήττας. Όσο προχωρά, διαγράφει το παρελθόν του. Δεν  αφήνει πίσω του οχυρά χαρακώματα στα οποία θα μπορούσε να ανατρέξει ψάχνοντας για καταφύγιο σε δύσκολες στιγμές. Και ούτε ξέρει τι τον περιμένει και τι του επιφυλάσσει το μέλλον. Ποτέ δεν θα έχει αρκετή αυτοπεποίθηση για να διαλύσει τα σύννεφα και να υπερνικήσει το άγχος. Ο έρωτας είναι δάνειο που συνάπτεται με υποθήκη ένα αβέβαιο και ανεξιχνίαστο μέλλον.
   Ο έρωτας μπορεί να είναι, και συχνά είναι όντως, τόσο τρομακτικός όσο και ο θάνατος. Μόνο που αυτός, σε αντίθεση με το θάνατο, συγκαλύπτει τούτη την αλήθεια με τον τάραχο της επιθυμίας και της αναστάτωσης. Είναι εύλογο να σκεφτόμαστε τη διαφορά ανάμεσα στον έρωτα και το θάνατο ως διαφορά μεταξύ έλξης και άπωσης. Σε μια δεύτερη ματιά, ωστόσο, δε μπορούμε να είμαστε τόσο βέβαιοι. Οι υποσχέσεις του έρωτα είναι κατά  κανόνα λιγότερο αμφίσημες από τα δώρα του. Ο πειρασμός επομένως να ερωτευθούμε είναι μεγάλος και ακατανίκητος, το ίδιο όμως και η παρόρμηση να δραπετεύσουμε. Και το δέλεαρ της αναζήτησης ενός ρόδου χωρίς αγκάθια ποτέ δεν απέχει πολύ και είναι πάντα δύσκολο να του αντισταθούμε.

Zygmunt Bauman,  Liquid Love – On theFrailty of Human Bonds
Ρευστή αγάπη, για την ευθραυστότητα των ανθρωπίνων δεσμών 




Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014

πανος θασιτης







                              κράτησέ με ζωή που υπάρχεις


             μέσα στα λόγι’ αυτά που ονειρεύονται







"Χωρισμός".


Ήρθες και τίποτα δεν άντεξε πλάι σου

Έφυγες και τίποτα δε χάθηκε μαζί σου
Στα χέρια μου κρατώ και την ελπίδα και τη μνήμη σου
Το αίμα μου περνάει μέσ' από σένα
Μοίρασα τον ίσκιο μου με σένα
Τίποτα δε μου λείπει∙ γιατί τίποτα δε χάθηκε μαζί σου




Επιφώνημα
Εσύ ήσουν η αγάπη. Ίριδα ανοιχτή, απ' το πορτοκαλί
ως το χρυσό κι ως τ' άσπρο που τυφλώνει,
δρασκελώντας κρεμαστά νερά και κρυφά στερεώματα,
έρημη μεγάλη νύχτα, πάνδημο μεσημέρι.

Μαλλιά -- ποτάμια που με πνίγατε
η γη κι ο πυρωμένος σπόρος της βαθιά,
ο ουρανός κι η αφανέρωτη όψη του,
μισό κι ολόκληρο του φεγγαριού,
φέξη και χάση του κόσμου.
Η προσευχή κι εικόνισμα για προσευχή,
ασήμαντα χαμένα λόγια την ώρα της καταστροφής,
τρίξιμο της θύρας για ζωή και για θάνατο.
Ναι ή όχι: κι υπάρχεις, δεν υπάρχεις.

*

Εσύ που ήσουν η αγάπη, πες μου τώρα πώς σταματούνε
το μυαλό, πώς το σκοτώνουν.

Ω μονοκύτταρο απολιθωμένο στο νεκρό σημείο,
κλειστό στο ναρκωμένο τείχος∙
και τ' αυλάκι για το αίμα κομμένο∙
κι η φωνή, αγέρας που ζει και φέρνει τον άνθρωπο στον άνθρωπο, φευγάτη∙
κι ο χτύπος της καρδιάς, ένας ρυθμός στ' ανώνυμο ρολόγι
και το κορμί απονευρωμένο κι η σάρκα στο έλεος της βροχής.
Ένα μάτι, γι' αυτό που λένε φως∙ τ' άλλο για το σκοτάδι.
Ο ήλιος, πυρωμένο τρελό πορτοκαλί
κι η νύχτα, μαύρη κυκλοδίωκτη αμμουδιά όπου βουλιάζεις.
Η θρέψη, η πέψη, ο ύπνος.

Οι άλλοι: τα διπλανά μονοκύτταρα, στη σειρά.

Από τη συλλογή Εκατόνησος (1971)





Σχέδιο αγαπημένης δίχως κορνίζα


Αρχίζεις από παντού
Από την έρημη βουή του δάσους
Απ’ τα κοράλλινα χαλάσματα της πιο παλιάς αυγής
Από την πετρωμένη ρυτίδα του ορίζοντα
Από το τρυπημένο χέρι της ελπίδας
Από το αίμα το ξεριζωμένο
Αρχίζεις από παντού
Από την πρώτη περπατησιά της άνοιξης
Απ’ τις κερήθρες κι απ’ τα χαμομήλια
Από τα μάτια των μικρών πουλιών
Από τα πρωτοβρόχια που θερίζουν τις χαρές
Απ’ τις ειρηνικές μασχάλες της μοναξιάς
Αρχίζεις από παντού
Απ’ τις μέρες που πέρασαν κι’ απ’ τις μέρες που θάρθουν
Από τον κόρφο της ανάμνησης κι απ’ τ’ άγνωστο που φτάνει
Απ’ τη μοναδική στιγμή κι απ’ το χρόνο
Από την άγνοια κι απ’ τη στερνή πικρή μου γνώση
Απ’ την αρχή και το τέλος Αρχίζεις από παντού
Απέραντη ρίζα αγαπημένη
Για ν’ απομείνεις ολομόναχη
Πέρ’ από τη σιωπή
Πιο ξένη από τη σιωπή
Μονάχη με τον εαυτό σου
Καθώς αγέραστο ελάτι με τον ουρανό σου
Στοιχειωμένο απ’ το χαμόγελο του κόσμου.

Από τη συλλογή Δίχως κιβωτό (1951)  



Ο ΝΕΚΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Δεν είμ’ εδώ που ψάχνεις.
Τι γυρεύω εγώ μες στα λουλούδια
στ’ αβάσταχτο φως του φεγγαριού.
Στις αίθουσες που οι ρήτορες
εκπολιτίζουν το κοινό
με τα φαντάσματά μας.
Τι γυρεύω.

  Από τη συλλογή Σχιστολιθικά (1983)




Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014

Milan Kundera - Paul Klee





Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι








«Όποιος θέλει διαρκώς να εξυψωθεί πρέπει να περιμένει ότι μία μέρα θα τον πιάσει ίλιγγος. Τι είναι ίλιγγος; Ο φόβος μην πέσεις; Γιατί όμως μας πιάνει ίλιγγος πάνω σε ένα μπαλκόνι με κάγκελα; Ο ίλιγγος είναι άλλο πράγμα από τον φόβο μην πέσουμε. Είναι η φωνή του κενού κάτω από μας που μας τραβάει και μας καταπίνει, η επιθυμία μας να πέσουμε που μετά την πολεμάμε με τρόμο»









«Λοιπόν, τι να διαλέξει κανείς; Το βάρος ή την ελαφρότητα; Πρόκειται για το ερώτημα που έθεσε ο Παρμενίδης τον 6ο αιώνα π.Χ. Κατ’ αυτόν, το σύμπαν είναι χωρισμένο σε ζεύγη αντιθέτων: το φως – το σκοτάδι, το παχύ – το λεπτό, το ζεστό – το κρύο, το είναι – το μη είναι. Θεωρούσε ότι ένας από τους πόλους της αντίφασης είναι θετικός (το φωτεινό, το ζεστό, το λεπτό, το είναι), το άλλο αρνητικό. Αυτός ο διαχωρισμός σε πόλους, θετικό και αρνητικό, μπορεί να μας φανεί παιδαριωδώς εύκολος. Εκτός από μία περίπτωση: τι είναι θετικό, το βάρος ή η ελαφρότητα. Ο Παρμενίδης απαντούσε: το ελαφρύ είναι θετικό, το βαρύ είναι αρνητικό. Είχε δίκιο ή όχι; Ιδού η απορία. Ένα πράγμα είναι βέβαιο. Η αντίφαση βαρύ – ελαφρύ είναι η πιο μυστηριώδης και η πιο διφορούμενη από όλες τις αντιφάσεις»







.... Το όνειρο δεν είναι μονάχα μια επικοινωνία (ενδεχομένως μια κρυπτογραφημένη επικοινωνία), είναι επίσης μια δραστηριότητα αισθητική, ένα παιχνίδι της φαντασίας, κι αυτό το παιχνίδι είναι το ίδιο μια αξία. Το όνειρο είναι η απόδειξη ότι το να φαντάζεται, το να ονειρεύεται αυτό που δεν έχει υπάρξει, είναι μια από
τις βαθύτερες ανάγκες του ανθρώπου. Εκεί βρίσκεται και η αιτία του δόλιου κινδύνου που κρύβεται μέσα στο όνειρο. Αν το όνειρο δεν ήταν ωραίο, θα μπορούσε κανείς γρήγορα να το λησμονήσει. Αλλά εκείνη επέστρεφε αδιάκοπα στα όνειρα αυτά, τα επαναλάμβανε με τη σκέψη, τα έκανε αφηγήματα. Ο Τόμας ζούσε κάτω απ' την υπνωτική γοητεία της εναγώνιας ομορφιάς των ονείρων της Τερέζας. 








"Κάποτε, εδώ και πάρα πολύ καιρό, ο άνθρωπος άκουγε κατάπληκτος το τακτικό σφυροκόπημα που του ερχόταν από τα βάθη του στέρνου του και αναρωτιόταν τι μπορούσε να σήμαινε αυτό. Δεν μπορούσε να ταυτιστεί με ένα σώμα, μ'αυτό το τόσο ξένο και άγνωστο πράγμα. Το κορμί ήταν ένα κλουβί και στο εσωτερικό του, κρυβόταν κάτι που κοίταζε, άκουγε, τρόμαζε, σκεφτόταν κι απορούσε΄αυτό το κάτι,αυτό το λείψανο που απόμενε όταν αφαιρούσε κανείς το σώμα, ήταν η ψυχή. Βέβαια,σήμερα, το σώμα έπαψε να είναι ένα μυστήριο, αυτό που φωλιάζει στο στέρνο είναι η καρδιά, το ξέρουμε, και η μύτη δεν είναι παρά η απόληξη ενός σωλήνα που περνάει για να φέρει οξυγόνο στους πνεύμονες. Το πρόσωπο δεν είναι παρά ο πίνακας πλοήγησης στον οποίο καταλήγουν οι φυσικοί μηχανισμοί: η πέψη, η όραση, η ακοή, η αναπνοή, η σκέψη. Από τότε που ο άνθρωπος μπορεί να κατονομάσει όλα τα μέρη του σώματός του, αυτό το σώμα τον ανησυχεί λιγότερο. Ο καθένας ξέρει πια ότι η ψυχή δεν είναι παρά η δραστηριότητα της φαιάς ουσίας του εγκεφάλου. Η δυαδικότητα ψυχής και σώματος κρυβόταν πίσω από θέματα επιστημονικά΄ σήμερα είναι μια παρωχημένη προκατάληψη που πραγματικά σε κάνει να γελάς. Αρκεί, όμως, ν'αγαπάς τρελά και ν'ακούς τα εντόσθιά σου να γουργουρίζουν, για να διαλυθεί αμέσως αυτή η λυρική αυταπάτη της επιστημονικής σφαίρας, που είναι η ενότητα σώματος και ψυχής."

 "Πολύ περισσότερο απ'το μπιλιέτο, που της το έδωσε την τελευταία στιγμή, αυτό το κάλεσμα των τυχαίων(το βιβλίο, ο Μπετόβεν, ο αριθμός έξι,το κίτρινο παγκάκι του πάρκου) ήταν που έδωσε στην Τερέζα το κουράγιο να φύγει απ'το σπίτι της και ν'αλλάξει τη ζωή της. Ήταν ίσως αυτά τα κάποια τυχαία (άλλωστε πολύ ταπεινά και κοινότοπα, πράγματι αντάξια αυτής της ασήμαντης πόλης) που πυροδότησαν τον έρωτά της και αποτέλεσαν την πηγή ενέργειας απ'όπου άντλησε ως το τέλος. Η καθημερινή μας ζωή βομβαρδίζεται από τυχαία περιστατικά, πιο συγκεκριμένα από τυχαίες συναντήσεις ανάμεσα στους ανθρώπους και στα γεγονότα, αυτό που ονομάζουν συμπτώσεις. Υπάρχει συν-πτώση όταν δύο απρόβλεπτα γεγονότα συμβαίνουν ταυτόχρονα, όταν συναντιώνται: ο Τόμας εμφανίζεται στο εστιατόριο τη στιγμή που το ραδιόφωνο παίζει Μπετόβεν. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία, αυτές εδώ οι συμπτώσεις περνούν ολότελα απαρατήρητες. Αν ο χασάπης της γωνίας ερχόταν να καθίσει σ'ένα τραπέζι του εστιατορίου στη θέση του Τόμας, η Τερέζα δεν θα είχε παρατηρήσει ότι το ραδιόφωνο έπαιζε Μπετόβεν (παρ'όλο που η συνάντηση του Μπετόβεν μ'ένα χασάπη θα ήταν επίσης μια περίεργη σύμπτωση). Αλλά ο έρωτας που γεννιόταν ξύπνησε μέσα της το νόημα της ομορφιάς και ποτέ δεν θα ξεχνούσε τη μουσική αυτή. Κάθε φορά που θα την άκουγε, θα ένιωθε συγκίνηση. Κάθε τι που θα συνέβαινε γύρω της τη στιγμή εκείνη θα καταυγαζόταν στη λάμψη αυτής της μουσικής, και θα ήταν ωραίο. ... Το ανθρώπινο ον, οδηγημένο από την έννοια της ομορφιάς, μεταθέτει το απρόοπτο γεγονός (...) για να φτιάξει ακολούθως απ'αυτό ένα μοτίβο που θα εγγραφεί στην παρτιτούρα της ζωής του. Θα επανέλθει σ'αυτό, θα το επαναλάβει, θα το μεταβάλει, θα το αναπτύξει, θα το μεταθέσει,όπως κάνει ο συνθέτης με τα θέματα της σονάτας του. (...) Ο άνθρωπος, χωρίς να το ξέρει, συνθέτει τη ζωή του με βάση τους κανόνες της ομορφιάς μέχρι και στις στιγμές της πιο μεγάλης αναταραχής. "





 



Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

...από μια Ινδιάνα το 1890









non mi interessa










Non mi interessa cosa fai per vivere,
voglio sapere per cosa sospiri,
e se rischi il tutto per trovare i sogni del tuo cuore.
Non mi interessa quanti anni hai,
voglio sapere se ancora vuoi rischiare
di sembrare stupido per l’amore,
per i sogni, per l’avventura di essere vivo.
Non voglio sapere che pianeti minacciano la tua luna,
voglio sapere se hai toccato il centro del tuo dolore,
se sei rimasto aperto dopo i tradimenti della vita,
o se ti sei rinchiuso per paura del dolore futuro.
Voglio sapere se puoi sederti con il dolore,
il mio o il tuo;
se puoi ballare pazzamente
e lasciare l’estasi riempirti fino alla punta
delle dita senza prevenirci di cautela,
di essere realisti, o di ricordarci le limitazioni
degli esseri umani.
Non voglio sapere se la storia
che mi stai raccontando sia vera.
Voglio sapere se sei capace di deludere un altro
per essere autentico a te stesso,
se puoi subire l’accusa di un tradimento e,
non tradire la tua anima.
Voglio sapere se sei fedele e quindi di fiducia.
Voglio sapere se sai vedere la bellezza
anche quando non e bella tutti i giorni
 se sei capace di far sorgere la tua vita
con la tua sola presenza.
Voglio sapere se puoi vivere con il fracasso,
tuo o mio, e continuare a gridare
all’argento di una luna piena: SI!
Non mi interessa sapere dove abiti o quanti soldi hai,
mi interessa se ti puoi alzare
dopo una notte di dolore, triste o spaccato in due,
e fare quel che si deve fare per i bambini.
Non mi interessa chi sei,
o come hai fatto per arrivare qui,
voglio sapere se sapresti restare
in mezzo al fuoco con me, e non retrocedere.
Non voglio sapere cosa hai studiato,
o con chi o dove,
voglio sapere cosa ti sostiene dentro,
quando tutto il resto non l’ha fatto.
Voglio sapere se sai stare da solo con te stesso,
e se veramente ti piace la compagnia
che hai nei momenti vuoti.
                                             

Scritto da un’indiana della tribu degli Oriah
(1890)







δεν με ενδιαφέρει… 










Δεν με ενδιαφέρει..
τι κάνεις...για να ζήσεις,
θέλω να μάθω...
Τι είν'αυτό που στη Ζωή.. σε κάνει ν’ανασαίνεις, 
και αν έχεις την δύναμη... να ρ ι σ κ ά ρ ε ι ς 
για να βρείς... της καρδιάς τα όνειρα. 

Δεν με ενδιαφέρει…
πόσα είν'τα χρόνια που έζησες στη γη 
θέλω να ξέρω... αν ακόμα έχεις τη δύναμη..
να πάρεις το ρίσκο..
για να φανείς αφελής.. για την Αγάπη..
για το Ό ν ε ι ρ ο.. και για την περιπέτεια...
να είσαι ακόμα ζωντανός. 

Δεν θέλω να μάθω...
ποιοί πλανήτες απειλούν την Σελήνη σου. 
Θέλω να μάθω..
αν ά γ γ ι ξ ε ς το κέντρο του π ό ν ο υ, 
κι αν έμεινες α κ ό μ α ανοιχτός, 
μετά απ’τις απιστίες της Ζωής, 
ή αν έκλεισες ερμητικά την καρδιά σου, 
από φόβο... μήπως ξαναπληγωθείς .

Θέλω να μάθω....
αν καταφέρνεις να μ έ ν ε ι ς με τον πόνο, 
τον δικό μου και τον δικό σου. 
Αν μπορείς να χορέψεις ανέμελα...
και ν’αφήνεις την έ κ σ τ α σ η..
να φτάσει μέχρι την άκρη των δακτύλων, 
χωρίς ν’αντιδράσεις με σύνεση 
ή να γίνεις ξαφνικά ρεαλιστής
ή να θυμηθείς… τα ανθρώπινα όρια. 

Δεν θέλω να μάθω...
αν είναι αληθινή η ιστορία που μου διηγείσαι. 
Θέλω να μάθω..
αν είσαι ικανός να απογοητεύσεις τους άλλους, 
παραμένοντας μέσα σου α υ θ ε ντ ι κ ό ς, 
κι αν μπορείς ν’αντέξεις την κατηγορία μιας απιστίας 
χωρίς ν’α π α ρ ν η θ ε ί ς την ψυχή σου. 

Θέλω να μάθω...
αν είσαι π ι σ τ ό ς και άρα έ μ π ι σ τ ο ς. 
Θέλω να μάθω...
αν ξέρεις να β λ έ π ε ι ς την Ομορφιά, 
ακόμα κι αν δεν είναι… πάντα ωραία, 
κι αν είσαι ικανός να περνάς τη ζωή σου, 
συντροφιά με μόνο τον ε α υ τ ό σου. 

Θέλω να ξέρω...
αν μπορείς να ζήσεις μετά απ' τη ματαίωση, 
τη δική σου ή τη δική μου, 
και να σ υ ν ε χ ί σ ε ι ς... να φωνάζεις 
στην ασημένια Π α ν σ έ λ η ν ο: ΝΑΙ! 

Δεν με ενδιαφέρει ...
να μάθω που ζείς.
ή πόσα χρήματα έχεις, 
με ενδιαφέρει… αν μπορείς να ξυπνήσεις, 
μετά από μια νύχτα πόνου 
θλιμμένος και κομμένος στα δύο, 
και να κάνεις το χ ρ έ ο ς σου για τα παιδιά .

Δεν με ενδιαφέρει…
Ποιος είσαι, και πώς έφτασες.. μέχρι εδώ, 
θέλω να μάθω.. αν κ α τ α φ έ ρ ν ε ι ς...
να μείνεις.. μες την φωτιά μαζί μου,
και να μην το σκάσεις..

Δεν θέλω να μάθω...
τι έμαθες στη ζωή.. με ποιόν ή πού… 
Θέλω να μάθω…
Τι σε κρατάει μέσα σου.. όταν όλα σε παρατάνε. 
Θέλω να μάθω..αν μπορείς...
να μένεις μόνος.. με τον εαυτό σου 
κι αν πράγματι σ’αρέσει η π α ρ έ α 
που έχεις στις άδειες σου στιγμές.
Κείμενο γραμμένο από μια Ινδιάνα
της Tribù των Oriah.. από το 1890. 

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Γιάννης Δάλλας








Ήλιος αργυραμοιβός







Ο ήλιος
είναι ένα νόμισμα
που καίγεται
δούναι λαβείν δεν ξέρει

ο ημερήσιος αργυραμοιβός.

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014

Αργύρης Χιόνης



 "Σκίτσο ο κόσμος και

ανελέητη ο θάνατος


γομολάστιχα"






ΥΠΑΡΧΟΥΝΕ ΚΑΤΙ ΤΟ ΤΟΠΙΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ, 
τυφλών τοπία, που μόνο ψαύοντας τ’ ανακαλύπτεις. Με μάτια ανοιχτά, τρόπος για να δεις κανένας δεν υπάρχει, γιατί ‘ναι μυστικά τοπία και το φως κρατούν μακριά απ’ την περιοχή τους. Μονάχα ψαύοντας μπορείς να τα χαρείς ή, μάλλον, ένα μέρος τους μονάχα να χαρείς μπορείς, γιατί ‘ναι απέραντα τοπία, μυστικά, εσωτικά τυφλών τοπία.

***

ΤΟΠΙΑ ΜΑΓΙΚΑ που,
 χαραγμένα στο ταβάνι, η όραση τα βρίσκει και τα χάνει. Της μοναξιάς τοπία, τυλιγμένα στην ομίχλη απανωτών τσιγάρων, μόνον εν κατακλίσει ορατά, τοπία στοργικά που παρεμβάλλονται ανάμεσα στην τόσο φοβερά παρούσα γη και τον απαίσια απόντα ουρανό.

***

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΛΕΟΝ ΟΥΡΑΝΟΣ ΑΥΤΟΣ, 
είν’ ένα γαιοβάμον σκότος που μας πνίγει.

***

ΑΥΤΟΣ Ο ΦΑΝΟΣΤΑΤΗΣ 
στη γωνία, μες στη βροχή, μες στην απόλυτη των δρόμων ερημία, το μόνο πράγμα που φωτίζει είναι η βροχή που, μες στο φωτεινό του κύκλο, ασημένιο παραπέτασμα φαντάζει. Φαντάζομαι ότι αυτό το νιώθει κι η βροχή και θα μας πνίξει απόψε πάλι, από απλή φιλαρέσκεια.

***
ΑΝ ΟΠΩΣ ΛΕΝΕ, ΤΟ ΧΑΡΤΙ ΦΤΙΑΧΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΞΥΛΟ
  ετούτο το δωμάτιο, που γέμισε χαρτιά κουβαριασμένα, ειν’ ένα τσαλακωμένο δάσος κι η γάτα που πλανιέται μέσα του, ερεθισμένη απ’ τους τριγμούς του, είναι μια τίγρη σ’ αναζήτηση θηράματος
    Όσο για τα ποιήματα, μες στα κουβάρια των χαρτιών, είναι πουλιά που πέθαναν πριν μάθουν να πετάνε.






"Πέρασε τη ζωή του

γράφοντας ποιήματα


με τη γομολάστιχα"

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Tσαρλς Μπουκόφσκι, ηλιοβασίλεμα






ηλιοβασίλεμα









κανείς δε λυπάται που φεύγω
ούτε ακόμα κι εγώ
όμως θα πρέπει να υπάρξει κάποιος τροβαδούρος
ή τουλάχιστον ένα ποτήρι κρασί.

ενοχλεί πιστεύω τους νεώτερους κυρίως
ένας μη βίαιος, αργός θάνατος,
κι όμως κάνει τον κάθε άνθρωπο να ονειρεύεται
εύχεσαι να υπήρχε ένα παλιό καράβι
με πανιά άσπρα απ’ τ΄αλάτι
και η θάλασσα να σκορπά υπαινιγμούς αθανασίας.

θάλασσα στη μύτη
θάλασσα στα μαλλιά
θάλασσα στο μεδούλι, στα μάτια
και ναι, εκεί στο στήθος

θα μας λείψει άραγε
η αγάπη της γυναίκας, η μουσική, το φαγητό,
ή το χοροπήδημα του μεγάλου μειώδους αλόγου
να κλωτσά λάσπη και πεπρωμένα
ψηλά και μακριά
σε μια μόνο στιγμή
την ώρα της δύσης;

όμως τώρα είναι η σειρά μου
και δεν υπάρχει τίποτα το μεγαλειώδες σ’αυτό
γιατί δεν υπήρχε τίποτα το μεγαλειώδες
πιο πριν

και σε κανένα μας, όπως τα σκουλήκια
που τα’χουν απομακρύνει απ’ το μήλο,
δεν του αξίζει καμιά αναστολή,

ο θάνατος εισέρχεται στο στόμα μου
και σα φίδι τυλίγεται στα δόντια μου
κι αναρωτιέμαι εάν με τρομάζει
ο σιωπηλός αλύπητος θάνατος
που μοιάζει με τριαντάφυλλο
που ξεραίνεται.