Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις...
να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις...
Ρίτσος

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

Μ. Αναγνωστάκης, Έπεφτε μια κίτρινη παλιά βροχή…







Άρχισε μια σιγανή βροχή…


Άρχισε μια σιγανή βροχή αργά προς το βράδυ.
Στις πολιτείες ο ουρανός φαίνεται μιαν απέραντη
       λασπωμένη πεδιάδα
 Κι η βροχή είναι μια καλοσύνη, όσο να πεις, δε
      μοιάζει διόλου με το θάνατο
Μπορείς να βαδίζεις κάποτε χωρίς κανένα σκοπό
     ή με σκοπό —σου είναι αδιάφορο—
Μιαν εποχή μακρινή και νεκρή σα μια βίαια σκι-
    σμένη πολυτέλεια.
Εγώ συλλογίζομαι πώς και γιατί άραγε μια βροχή
   μπορεί να σου θυμίζει τόσα πράγματα
—Χωρίς αμφιβολία είναι τόσο ανόητο να τα στο-
   χάζεσαι όλα αυτά μια τέτοιαν ώρα—
Συλλογίζομαι όμως στις ζεστές χειμωνιάτικες κά-
   μαρες μιαν αλλιώτικη μυρουδιά
Ύστερα από τις 6 με τα κλειστά παραθυρόφυλλα
   και τ’ αναμμένο φως
Ή μια γωνιά δίπλα στο τζάμι σ’ ένα μεγάλο καφε-
  νείο με τις αδιάφορες φωνές.
Τα συλλογίζεσαι όλα αυτά με τον πιο απλούστερο
   τρόπο ολωσδιόλου παιδιάστικα
Μπορείς να λησμονείς το κάθε τι, τί τάχα να γυ-
   ρεύεις εδώ μια τέτοιαν ώρα
Εσύ, ο διπλανός σου, όλος αυτός ο κόσμος που
   πορεύεται δίπλα σου μες στο σκοτάδι
Αυτή η ανήσυχη σιωπή που πληγώνει περισσό-
   τερο κι απ’ το πιο κοφτερό λεπίδι
Να λησμονείς για μιαν ελάχιστη στιγμή πως ίσως
    δεν τέλειωσε ούτε και απόψε για σένανε το κα-
   θετί
Τόσο π’ αν τρίξει κάτι αναπάντεχα είναι να σου
   ξυπνήσει την ακριβήν υπόθεση μιας επι-
   στροφής
Τη χειμωνιάτικη ζεστή κάμαρα, το καφενείο με
    τις πολύχρωμες φωνές.
…Έτσι βρέχει λοιπόν μια κίτρινη βροχή χωρίς
   τέλος.
Μια κίτρινη παλιά βροχή, τη νύχτα, σα μαστίγιο.

Αναγνωστάκης

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

Paul Eluard, η παντοτεινή πλήρης










                       Paul Eluard











 Celle de toujours, toute


Si je vous dis : « j’ai tout abandonné »
C’est qu’elle n’est pas celle de mon corps,
Je ne m’en suis jamais vanté,
Ce n’est pas vrai
Et la brume de fond où je me meus
Ne sait jamais si j’ai passé.
                     
L’éventail de sa bouche, le reflet de ses yeux,
Je suis le seul à en parler,
Je suis le seul qui soit cerné
Par ce miroir si nul où l’air circule à travers moi
Et l’air a un visage, un visage aimé,
Un visage aimant, ton visage,
À toi qui n’as pas de nom et que les autres ignorent,
La mer te dit : sur moi, le ciel te dit : sur moi,
Les astres te devinent, les nuages t’imaginent
Et le sang répandu aux meilleurs moments,
Le sang de la générosité
Te porte avec délices.
                            
Je chante la grande joie de te chanter,
La grande joie de t’avoir ou de ne pas t’avoir,
La candeur de t’attendre, l’innocence de te connaitre,
Ô toi qui supprimes l’oubli, l’espoir et l’ignorance,
Qui supprimes l’absence et qui me mets au monde,
Je chante pour chanter, je t’aime pour chanter
Le mystère où l’amour me crée et se délivre.
                        
Tu es pure, tu es encore plus pure que moi-même.










Η παντοτινή, πλήρης

Αν σας λέω: «εγκατέλειψα τα πάντα»
Είναι που εκείνη δεν είναι το σώμα μου,
Δεν το καυχήθηκα ποτέ,
Δεν είναι αλήθεια
Και η ομίχλη στο βάθος όπου διαγράφομαι
Ποτέ δεν ξέρει αν έχω περάσει.

Η βεντάλια των χειλιών της, η αντανάκλαση των ματιών της,
Είμαι ο μόνος που μπορώ να μιλήσω γι’ αυτά,
Είμαι ο μόνος που τον κυκλώνει
Αυτός ο τόσο άχρηστος καθρέφτης όπου ο αέρας μπαινοβγαίνει μέσα μου
Κι ο αέρας έχει ένα πρόσωπο, πρόσωπο αγαπημένο,
Πρόσωπο που αγαπά, το πρόσωπό σου,
Σε σένα που δεν έχεις όνομα και που οι άλλοι σ’ αγνοούν,
Η θάλασσα σου λέει:  πάνω μου, ο ουρανός σου λέει: πάνω μου,
Τα άστρα σε υπαινίσσονται, τα σύννεφα σε φαντάζονται,
Και το αίμα που έχει εξαπλωθεί στις καλύτερες στιγμές,
Το αίμα της γενναιότητας
Σε φέρει απολαυστικά.
Τραγουδάω τη μεγάλη χαρά να σε τραγουδάω,
Την μεγάλη χαρά του να σ’ έχω ή του να μη σ’ έχω,
Την αγνότητα να σε περιμένω, την αθωότητα να σε γνωρίζω,
Ω εσύ που σβήνεις τη λησμονιά, την ελπίδα και την άγνοια,
Που καταργείς την απουσία και με τοποθετείς στον κόσμο,
Τραγουδώ για να τραγουδώ, σ’ αγαπώ για να τραγουδώ
Το μυστήριο όπου ο έρωτας με πλάθει και λυτρώνεται.

Είσαι αγνή, είσαι ακόμα πιο αγνή κι από μένα τον ίδιο.
 
                                                                     Μετάφραση   Ανέστης Μελιδώνης


Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

Αντρέ Μπρετόν, "Μόλις είδα την φωτιά να φουντώνει.....τρελάθηκα!!!!!"






  «Είναι αδύνατο να μιλά κάποιος για τον Αντρέ Μπρετόν με μία γλώσσα που δεν είναι η γλώσσα του πάθους».
             
                                                    Οκτάβιο Παζ




«Η επανάσταση μόνη δημιουργός του φωτός... Κι αυτό το φως μπορεί να αναγνωρίσει μόνο τρεις δρόμους: την ποίηση, την ελευθερία, και τον έρωτα, και πρέπει να εμπνέουν τον ίδιο ζήλο και να συγκλίνουν, ώστε να συγκροτήσουν το ίδιο περίγραμμα της αιώνιας νεότητος, στο πιο μυστικό κι αφώτιστο σημείο της καρδιάς του ανθρώπου».
                                                                                                                           Αρκάνα 17.






Φασματικές στάσεις (απόσπασμα)

Δεν δίνω καμιά σημασία στη ζωή.
Δεν καρφώνω την παραμικρή πεταλούδα ζωής στη σημασία.
Δεν σημαίνω για τη ζωή.
Μα τα κλαριά του αλατιού τα λευκά κλαριά
Όλες οι φυσαλίδες από σκιά
Και οι θαλάσσιες ανεμώνες
Κατεβαίνουν και αναπνέουν στο εσωτερικό της σκέψης μου
Έρχονται δάκρυα που δεν χύνω
Βήματα που δεν κάνω που είναι δύο φορές βήματα
Και που τα θυμάται ο άλλος στην ώρα της παλίρροιας
Τα σύρματα είναι στο μέρος του κλουβιού
Και τα πουλιά έρχονται από πολύ ψηλά να κελαϊδήσουν μπροστά σ’ αυτά τα σύρματα
Ένας υπόγειος διάδρομος σμίγει όλα τ΄αρώματα





Τα γραπτά φεύγουν

Μετάφραση, Αντρέας Εμπειρίκος


Το ατλάζι των φύλλων που γυρίζει κανείς στα βιβλία σχηματίζει
μια γυναίκα τόσο ωραία
που όταν δεν διαβάζει κανείς την ατενίζει με λύπη
χωρίς να τολμά να της μιλήσει χωρίς να τολμά να της πει πως
είναι τόσο ωραία
που αυτό που πρόκειται να μάθουμε δεν έχει τιμή
Αυτή η γυναίκα περνά ανεπαισθήτως μέσα σε θρόισμα λουλουδιών
καμιά φορά στρέφεται μέσα στις τυπωμένες εποχές
και ζητά την ώρα ή καμώνεται πως κοιτάζει τα κοσμήματα
κατάματα
όπως δεν κάνουν τ' αληθινά πλάσματα
Και ο κόσμος πεθαίνει ένα ρήγμα δημιουργείται στα δακτυλίδια
του αέρος
ένα σχίσμα στην θέση της καρδιάς
Οι πρωινές εφημερίδες φέρνουν αοιδούς των οποίων η φωνή έχει
το χρώμα της άμμου πάνω σε ακτές απαλές και κινδυνώδεις
και καμιά φορά οι βραδινές αφήνουν να περάσουν κάτι πολύ νέα
κοριτσάκια που οδηγούν θηρία αλυσοδεμένα
Μα το πιο ωραίο είναι στα ενδιάμεσα διαστήματα ορισμένων
γραμμάτων
όπου χέρια πιο λευκά από το κέρας των αστεριών το μεσημέρι
αφανίζουν μια φωλιά λευκών χελιδονιών για να βρέχει πάντοτε
Τόσο χαμηλά τόσο χαμηλά που τα φτερά δεν μπορούνε πια να
σμίξουν
Χέρια απ' όπου ανεβαίνει κανείς σε μπράτσα τόσο ελαφρά που η άχνα
των λιβαδιών στα χαριτωμένα της κυματιστά περιπλέγματα πάνω
από τις λίμνες είναι ο ατελής τους καθρέφτης
μπράτσα που δεν εναρθρώνονται με τίποτε άλλο παρά με τον
εξαιρετικό κίνδυνο ενός σώματος καμωμένου για τον έρωτα
του οποίου η κοιλιά καλεί τους στεναγμούς που ξέφυγαν από
θάμνους γιομάτους πέπλους
και που δεν έχει τίποτε το εγκόσμιο εκτός από την αχανή παγωμένη
αλήθεια των ελκήθρων των βλεμμάτων επί της κατάλευκης
εκτάσεως
αυτού που δεν θα ξαναδώ πια
εξαιτίας ενός θαυμαστού ματόδεσμου
που φορώ στο παιχνίδι της τυφλόμυγας των τραυμάτων 




Toujours pour la première fois

Toujours pour la première fois
C’est à peine si je te connais de vue
Tu rentres à telle heure de la nuit dans une maison 
 oblique à ma fenêtre
Maison tout imaginaire
C’est là que d’une seconde à l’autre
Dans le noir intact
Je m’attends à ce que se produise une fois de plus la 
 déchirure fascinante
La déchirure unique
De la façade et de mon cœur
Plus je m’approche de toi
En réalité
Plus la clé chante à la porte de la chambre inconnue
Où tu m’apparais seule
Tu es d’abord tout entière fondue dans le brillant
L’angle fugitif d’un rideau
C’est un champ de jasmin que j’ai contemplé à l’aube 
 sur une route des environs de Grasse
Avec ses cueilleuses en diagonale
Derrière elles l’aile sombre tombante des plants dégarnis
Devant elles l’équerre de l’éblouissant
Le rideau invisiblement soulevé
Rentrent en tumulte toutes les fleurs
C’est toi aux prises avec cette heure trop longue jamais 
 assez trouble jusqu’au sommeil
Toi comme si tu pouvais être
La même à cela près que je ne te rencontrerai peut-être 
 jamais
Tu fais semblant de ne pas savoir que je t’observe
Merveilleusement je ne suis plus sûr que tu le sais
Ton désœuvrement m’emplit les yeux de larmes
Une nuée d’interprétations entoure chacun de tes gestes
C’est une chasse à la miellée
Il y a des rocking-chairs sur un pont il y a des branchages 
 qui risquent de t’égratigner dans la forêt
Il y a dans une vitrine rue Notre-Dame-de-Lorette
Deux belles jambes croisées prises dans de hauts bas
Qui s'évasent au centre d’un grand trèfle blanc
Il y a une échelle de soie déroulée sur le lierre
Il y a
Qu’à me pencher sur le précipice et de ton absence
J’ai trouvé le secret
De t’aimer
Toujours pour la première fois




Ο Ανδρέας Εμπειρίκος για τον Αντρέ Μπρετόν
Ο Ανδρέας Μπρετόν Ασύγκριτο πουλί της οικουμένηςστέκεις σαν κρύσταλλο στην κορυφή των υψηλών Ιμαλαΐων με στιλβηδόν και με σθένος και με πάθος καταμεσίς στον βράχο της σποριάς σου!
Ηρωικό πουλί της οικουμένης που μοιάζεις σαν αρχάγγελος και λέων δεν ταξινόμησες ποτέ καμμιά φενάκη, μα την φω­νή σου σήκωσες στην γαλανήν αιθρία!
Φανατικό πουλί της οικουμένης γερό στην πάλη και πολύκαρπο στην σημασία όρθιο μες στα φτερά σου ανοιγο­κλείνεις πάντα με βεβαιότητα το μάτι!

Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2013

Εγγονόπουλος, Στην κοιλάδα με τους ροδώνες




Νίκος Εγγονόπουλος




                                ΆΝΘΗ

μάτια που πλέον δεν βλέπετε 
βλέμματα όπου δεν  
σας ελκύει πια η μορφή του κόσμου 

είσαστε αστέρια  


 φωτίζετε










Η  ΣΗΜΑΙΑ

…je la veux agiter dans l’ air comme un mouchoir.
CH. BAUDELAIRE  La Chevelure


Μην αψηφάς την αγάπη:
δεν είν’ έμορφα τα κλαϋμένα μάτια.
Όμως να μην αργήσεις:
θα μας ξανάρθης γλήγορα, πάλι, δεν είναι;
Εγώ, κάθε φορά που πάει ν’  αποτολμήσω κάτι
έρχεται αυτό το σύννεφο ελπίδων
όλο άσπρες κι’ απαλά ρόδινες απατηλές νταντέλλες.
Συνετιστήτε:
κάθε μέρα δεν είναι δυνατό να στήνεται η καρμανιόλα.
Λίγο λίγο θ’  ασπρίσουν τα μαλλιά σας:
άσπρη σημαία.
Η άσπρη σημαία είναι το σημάδι
πως παραδίδεστε και πως τα καστρα πια για πάντα κα-
ταρρέουν.  



















Το λίκνον ο λύχνος




πάντοτε αγαπούσα
-με πάθος-
κάθε εκδήλωση της ζωής
όμως δεν μ'ένοιαζε
o θάνατος

τώρα που μ'άφισες να ξαποσταίνω
πλάι στο λαμπρό φώς
των ωραίων ματιών σου
τώρα αγαπώ ακόμη περισσότερο τη ζωή
και δε θα'θελα
να πεθάνω πια
ποτέ.





Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Ντίνος Σιώτης





Οδηγίες

Αν δεν έρθω σπίτι στην ώρα μου μην
ανησυχείς αν αργήσω να 'ρθω απόψε
θα 'μαι στους δρόμους της ματωμένης
πόλης θα βλέπω τα παιδιά που μέσα
τους δεν κατοικεί ο φόβος να πετάνε
πέτρες στην εξουσία αν δεις κανέναν
ετοιμοθάνατο πες του να μην ανησυχεί
γιατί όπου να 'ναι θα ξυπνήσει ο μαυρο-
φορεμένος τροχός και οι τυφλές λέξεις
θα σταματήσουν να σαπίζουν μέσα σε
αδιάβαστα εγχειρίδια αν δεις κανέναν
νεκρό σπρώξ' τον να ξυπνήσει βάλτε
μαζί φωτιά στη φωτιά ρίξτε ειδήσεις
στα κανάλια φορτώστε τη βία με ντεσι-
μπέλ διαρκείας ακούστε την Πάτι Σμιθ
να τραγουδά το «People have the power»
βρες τε μια γλώσσα που αντιμιλά βρες τε
μια παλάμη που δεν είναι φτιαγμένη για
να μαζεύει δάκρυα κι ακουμπήστε 'κει
το απροστάτευτο βλέμμα σας κι αν σε
σταματήσουν στον δρόμο πες τους πως
πας ν' ανάψεις κερί σε κείνους που
εκτιμάς και σέβεσαι κι αν αρχίσουν
τις ερωτήσεις πες τους «I'm not sure»



Εφεύρεση

Να εφεύρουμε άλλες λέξεις να εφεύρουμε 

λέξεις μολότωφ που ν' αντιστέκονται στα 
δελτία των ειδήσεων που να μιλάνε τη

γλώσσα των καταφρονεμένων που να 

μιλάνε στον άμαχο πληθυσμό για τη 
χειμαζόμενη πείνα να εφεύρουμε μια

άλλη μνήμη που να ανακαλεί μιαν

άλλη αυγή χωρίς ακρωτηριασμούς 
ηλίου και παρεξηγημένες καταιγίδες

να εφεύρουμε έναν χτύπο ρολογιού

που κάτι να μας λέει πεσμένος κάτω 
στο πάτωμα ή μέσα σε σπασμένο

κομοδίνο ζάλης έναν θάνατο που να 

μην κολλάει πάνω μας σαν βδέλα ένα 

λεξιλόγιο πιο γυμνό κι απ' την ποίηση

 Δεν έχω λύσεις

 Δεν έχω λύσεις  δεν έχω αναλύσεις
 δεν έχω προτιμήσεις
έχω μονάχα δόσεις πληρωτέες
άμα τη εμφανίσει νοσηρών φαινομένων
αποσύνθεσης της κοινωνίας
έχω τη μανία να ψάχνω για πληγές
που δεν λένε να κλείσουν
για στόματα που μένουν ανοιχτά
για μάτια που βλέπουν ολοκάθαρα το μέλλον
κι ένα τσίρκο ανθρωπάκια που σπρώχνονται
να μπούνε στο ουράνιο γήπεδο
να παίξουν μπάλα με τους αρχάγγελους του σκότου