.jpg)
«Είναι αδύνατο να μιλά κάποιος για τον Αντρέ Μπρετόν με μία γλώσσα που δεν είναι η γλώσσα του πάθους».
Οκτάβιο
Παζ
«Η επανάσταση μόνη δημιουργός του φωτός...
Κι αυτό το φως μπορεί να αναγνωρίσει μόνο τρεις δρόμους: την ποίηση, την
ελευθερία, και τον έρωτα, και πρέπει να εμπνέουν τον ίδιο ζήλο και να
συγκλίνουν, ώστε να συγκροτήσουν το ίδιο περίγραμμα της αιώνιας νεότητος, στο
πιο μυστικό κι αφώτιστο σημείο της καρδιάς του ανθρώπου».
Αρκάνα 17.
Φασματικές
στάσεις (απόσπασμα)
Δεν
δίνω καμιά σημασία στη ζωή.
Δεν καρφώνω την παραμικρή πεταλούδα ζωής στη σημασία.
Δεν σημαίνω για τη ζωή.
Μα τα κλαριά του αλατιού τα λευκά κλαριά
Όλες οι φυσαλίδες από σκιά
Και οι θαλάσσιες ανεμώνες
Κατεβαίνουν και αναπνέουν στο εσωτερικό της σκέψης μου
Έρχονται δάκρυα που δεν χύνω
Βήματα που δεν κάνω που είναι δύο φορές βήματα
Και που τα θυμάται ο άλλος στην ώρα της παλίρροιας
Τα σύρματα είναι στο μέρος του κλουβιού
Και τα πουλιά έρχονται από πολύ ψηλά να κελαϊδήσουν μπροστά σ’ αυτά τα σύρματα
Ένας υπόγειος διάδρομος σμίγει όλα τ΄αρώματα
Τα
γραπτά φεύγουν
Μετάφραση, Αντρέας Εμπειρίκος
Το
ατλάζι των φύλλων που γυρίζει κανείς στα βιβλία σχηματίζει
μια
γυναίκα τόσο ωραία
που
όταν δεν διαβάζει κανείς την ατενίζει με λύπη
χωρίς
να τολμά να της μιλήσει χωρίς να τολμά να της πει πως
είναι
τόσο ωραία
που
αυτό που πρόκειται να μάθουμε δεν έχει τιμή
Αυτή
η γυναίκα περνά ανεπαισθήτως μέσα σε θρόισμα λουλουδιών
καμιά
φορά στρέφεται μέσα στις τυπωμένες εποχές
και
ζητά την ώρα ή καμώνεται πως κοιτάζει τα κοσμήματα
κατάματα
όπως
δεν κάνουν τ' αληθινά πλάσματα
Και
ο κόσμος πεθαίνει ένα ρήγμα δημιουργείται στα δακτυλίδια
του
αέρος
ένα
σχίσμα στην θέση της καρδιάς
Οι
πρωινές εφημερίδες φέρνουν αοιδούς των οποίων η φωνή έχει
το
χρώμα της άμμου πάνω σε ακτές απαλές και κινδυνώδεις
και
καμιά φορά οι βραδινές αφήνουν να περάσουν κάτι πολύ νέα
κοριτσάκια
που οδηγούν θηρία αλυσοδεμένα
Μα
το πιο ωραίο είναι στα ενδιάμεσα διαστήματα ορισμένων
γραμμάτων
όπου
χέρια πιο λευκά από το κέρας των αστεριών το μεσημέρι
αφανίζουν
μια φωλιά λευκών χελιδονιών για να βρέχει πάντοτε
Τόσο
χαμηλά τόσο χαμηλά που τα φτερά δεν μπορούνε πια να
σμίξουν
Χέρια
απ' όπου ανεβαίνει κανείς σε μπράτσα τόσο ελαφρά που η άχνα
των
λιβαδιών στα χαριτωμένα της κυματιστά περιπλέγματα πάνω
από
τις λίμνες είναι ο ατελής τους καθρέφτης
μπράτσα
που δεν εναρθρώνονται με τίποτε άλλο παρά με τον
εξαιρετικό
κίνδυνο ενός σώματος καμωμένου για τον έρωτα
του
οποίου η κοιλιά καλεί τους στεναγμούς που ξέφυγαν από
θάμνους
γιομάτους πέπλους
και
που δεν έχει τίποτε το εγκόσμιο εκτός από την αχανή παγωμένη
αλήθεια
των ελκήθρων των βλεμμάτων επί της κατάλευκης
εκτάσεως
αυτού
που δεν θα ξαναδώ πια
εξαιτίας
ενός θαυμαστού ματόδεσμου
που
φορώ στο παιχνίδι της τυφλόμυγας των τραυμάτων
Toujours pour la première fois
Toujours pour la première fois
C’est à peine si je te connais de vue
Tu rentres à telle heure de la nuit dans une maison
oblique à ma fenêtre
Maison tout imaginaire
C’est là que d’une seconde à l’autre
Dans le noir intact
Je m’attends à ce que se produise une fois de plus la
déchirure fascinante
La déchirure unique
De la façade et de mon cœur
Plus je m’approche de toi
En réalité
Plus la clé chante à la porte de la chambre inconnue
Où tu m’apparais seule
Tu es d’abord tout entière fondue dans le brillant
L’angle fugitif d’un rideau
C’est un champ de jasmin que j’ai contemplé à l’aube
sur une route des environs de Grasse
Avec ses cueilleuses en diagonale
Derrière elles l’aile sombre tombante des plants dégarnis
Devant elles l’équerre de l’éblouissant
Le rideau invisiblement soulevé
Rentrent en tumulte toutes les fleurs
C’est toi aux prises avec cette heure trop longue jamais
assez trouble jusqu’au sommeil
Toi comme si tu pouvais être
La même à cela près que je ne te rencontrerai peut-être
jamais
Tu fais semblant de ne pas savoir que je t’observe
Merveilleusement je ne suis plus sûr que tu le sais
Ton désœuvrement m’emplit les yeux de larmes
Une nuée d’interprétations entoure chacun de tes gestes
C’est une chasse à la miellée
Il y a des rocking-chairs sur un pont il y a des branchages
qui risquent de t’égratigner dans la forêt
Il y a dans une vitrine rue Notre-Dame-de-Lorette
Deux belles jambes croisées prises dans de hauts bas
Qui s'évasent au centre d’un grand trèfle blanc
Il y a une échelle de soie déroulée sur le lierre
Il y a
Qu’à me pencher sur le précipice et de ton absence
J’ai trouvé le secret
De t’aimer
Toujours pour la première fois
Ο Ανδρέας
Εμπειρίκος για τον Αντρέ Μπρετόν
Ο
Ανδρέας Μπρετόν Ασύγκριτο
πουλί της οικουμένηςστέκεις σαν κρύσταλλο στην κορυφή των υψηλών Ιμαλαΐων με
στιλβηδόν και με σθένος και με πάθος καταμεσίς στον βράχο της σποριάς σου!
Ηρωικό πουλί της οικουμένης που μοιάζεις σαν αρχάγγελος
και λέων δεν ταξινόμησες ποτέ καμμιά φενάκη, μα την φωνή σου σήκωσες στην
γαλανήν αιθρία!
Φανατικό πουλί της οικουμένης γερό στην πάλη και πολύκαρπο
στην σημασία όρθιο μες στα φτερά σου ανοιγοκλείνεις πάντα με βεβαιότητα το
μάτι!
.jpg)


