Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις...
να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις...
Ρίτσος

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2019

Τα σταφύλια της οργής


“…..Ένα τέτοιο έγκλημα ξεπερνά κάθε δημόσια καταγγελία. Μια τέτοια πίκρα είναι ανίκανα τα δάκρυα να τη συμβολίσουν. Όλες μας οι επιτυχίες καταρρέουν μπροστά σ’ αυτή μας την αποτυχία. Εύφορη γη, ολόισιες αράδες δέντρα, ρωμαλέοι κορμοί, καρποί ωριμασμένοι. Και τα ετοιμοθάνατα παιδιά από πελάγρα πρέπει να πεθάνουν, γιατί δεν βγαίνει κέρδος από τα πορτοκάλια. Και οι γιατροί της δημαρχίας συμπληρώνουν τα πιστοποιητικά-πέθανε από υποσιτισμό-γιατί τα τρόφιμα πρέπει να σαπίσουν, πρέπει να σαπίσουν με το ζόρι.
Οι άνθρωποι έρχονται με δίχτυα να ψαρέψουν πατάτες από το ποτάμι, μα οι φύλακες τους συγκρατούν μακριά˙ έρχονται με αυτοκίνητα που βροντολογούν για να πάρουν τα πεσμένα πορτοκάλια, μα είναι ραντισμένα με πετρόλαδο. Και στέκονται σιωπηλοί να παρακολουθούν τις πατάτες να πλέουν μπροστά τους, ακούν τις στριγκλιές των γουρουνιών που τα σφάζουν μέσα σ’ ένα λάκκο και χύνουν πάνω ασβέστη, βλέπουν βουνά πορτοκάλια να λιώνουν σ’ ένα σάπιο πολτό˙ και ο λαός βλέπει τη σημερινή χρεωκοπία˙ και μεσ’ στα μάτια του πεινασμένου λαού η οργή μεστώνει. Μες στην ψυχή του λαού μεστώνουν και βαραίνουν τα σταφύλια της οργής, βαραίνουν για τον τρύγο.”


****

Τζον Στάινμπεκ, Τα σταφύλια της οργής, ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ Σ.Ι., Μετάφραση: Κοσμάς Πολίτης


****

Η ταινία
Σκηνοθεσία: John Ford,
Παίζουν: Henry Fonda, Jane Darwell, John Carradine, Shirley Mills, John Qualen, Eddie Quillan

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2019

Γ. Μανουσάκης, Μετάσταση





«Εκεί σ΄αφήσαμε κάτω απ΄την πέτρα
Μα εσύ, ποιος ξέρει, ίσως μετακόμισες
Την πρώτη κιόλας δύση στην καρδιά του ήλιου.
Δικό σου είναι το φως που στοργικό
Κάθε χειμώνα, όταν κρυώνουμε,
Σα χάδι σέρνεται στο πρόσωπό μας
Κι ακουμπά, θερμή παλάμη
Ανθρώπινη, στα γόνατά μας.
Έτσι μας βλέπεις κάθε μέρα
Απ΄το ψηλό μπαλκόνι σου
Ευφρόσυνη και πάντα οικεία»


****


Γ. Μανουσάκης, «Στ΄Ακρωτήρια της Ύπαρξης»,
Μετάσταση(Στη μνήμη της μητέρας μου), εκδ. Γαβριηλίδης

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2019

Νίκος Καββαδίας, Βάρδια έκτη...


Δε βλέπεις παραπέρα από ένα μέτρο, από μισό, λιγότερο, τίποτα, περισσότερο κι από τίποτα. Το’ χει από νωρίς κατεβάσει. Το πούσι έχει τη δική του μυρωδιά, όπως η καταιγίδα, ο τυφώνας, η τρικυμία του κάθε καιρού. Πώς μυρίζει! Γιομίζει τα ρουθούνια μου μα δεν μπορώ να σου πω… Ιουδήθ!
Είσαι δέκα χιλιάδες μίλια μακριά απ’ το Gomel και πέντε από μένα. Ανασαίνεις τον ιδρώτα του Τάσμαν. Είμαι σίγουρος πως έχεις λησμονήσει κείνη τη νύχτα, πάνω στο κατάστρωμα του “Cyrenia”, δίπλα στο φανάρι του Μινικόι. Φορούσες τη νύχτα. Το πορφυρό φόρεμα σου σερνόταν κουρέλι στα πόδια σου, τα λιανά σου πόδια με τα πέδιλα των Φοινίκων. Το κλώτσησες και χάθηκε στο πράσινο κρουζέτο, πίσω από τη βάρκα. Σαλεύει μονάχα του ματιού σου το πράσινο.
– Φόρεσε το ρούχο σου. Σκεπάσου. Παρακαλώ σε φόρεσέ το.
– Το παίρνει ο μουσώνας. Δε βλέπεις;
– Είσαι σα γυμνή λεπίδα κινέζικη.
– Θέλω τη θήκη μου. Ιουδήθ!… Όλα τα πράγματα έχουνε τη δική τους μυρωδιά. Οι άνθρωποι δεν έχουν. Την κλέβουν από τα πράγματα. Τα κόκκινα μαλλιά σου μυρίζουν σαν το αμπάρι της Πίντα, όταν γύριζε από το πρώτο ταξίδι. Στενοί δρόμοι του Γκέττο…Streets are not safe at night. Avoid all saloons. Chagall: ο Αρχιραβίνος.
– Ατζαμή! Φίλησέ με. – Μιαν άλλη φορά. Όταν ξανάβρω τη γεύση μου.
– Την έχασες; Πού;
– Στο Barbados…Στην άμμο. Την ξέχασα στα χείλια μιας μαύρης.
– Καλά. Δάγκασέ με μονάχα. Να πονέσω.
– Δεν έχω δόντια. Τ΄άφησα σ’ ένα μάγκος άγουρο, εδώ πέρα, αντίκρυ στο Cochin.
– Χάιδεψε.
– Ιουδήθ… Με τι χέρια… .έχασα την αφή μου πάνω στο ξεβαμμένο μεταξωτό μιας πολυθρόνας, σ’ ένα σπίτι στο Ικίκι…Εκεί ανάμεσα… Μαζί κι ένα ζαφείρι… ένα μεγάλο ζαφείρι.
– Τότε κοίταξέ με στα μάτια. Γιατί τα κρατάς καρφωμένα χάμω; Κοίταξέ με λοιπόν.
– Δεν είναι τα δικά μου. Εκείνα τα φορά ένας γέρος ζητιάνος στο Βόλο. Τ’ αλλάξαμε.
– Κοίταξέ με μέ τα δικά του.
– Ήταν τυφλός. Τον βαστούσε ένα κορίτσι από το χέρι.
– Άσε με να σε βαστάξω κι εγώ από το χέρι.
– Ναι. – Πάμε. Κρυώνω.
– Στάσου να σου πω ένα παραμύθι.
– Δε θέλω. Πάμε.
– Κάνει ζέστη μέσα. Ο ανεμιστήρας έχει χαλάσει. Βρωμάει σα φαρμακείο. Είναι κάτι λερωμένα σεντόνια. Μια βρώμικη λεκάνη. Ένας σκορπιός που τρέχει στους τοίχους. Φοβάμαι…
– Το σκορπιό; – Eσένα.
– Πάμε σου λέω. – Κάνε πέρα τα χέρια σου. Πες κάτι ακόμα.
– Λοιπόν… Μόνον ο γερο-Γιεχού δεν κοιμόταν. Διάβαζε δίπλα στη λάμπα με το καπνισμένο γυαλί. Διάβαζε το μεγάλο βιβλίο. Η πόρτα λύγισε στις κοντακιές. Ήμουν δώδεκα χρονών. Δεν πρόφτασα να χτενίσω τα μαλλιά μου τα κόκκινα. Ήτανε δώδεκα, με μαύρους σταυρούς στο μπράτσο. Μεθυσμένοι. Τότε… Μπρος στη μάνα μου, μπροστά στο Γιεχού που προσεύχονταν με μάτια κλεισμένα.
– Κι οι δώδεκα;
– Δε θυμάμαι. Δεν έχω ζυγώσει άλλον άντρα. Όμως απόψε… Όχι γιατί μ’ αρέσεις. Είμαι μονάχα περίεργη. Πάμε.
– Αύριο, στο Colombo. – Τώρα.
– Δος μου το χέρι σου. Θα σκοντάψεις. Έχει σκαλί. Μην ανάβεις το φως… Ξέρεις.. Είμαι άρρωστος.
– Δε με νοιάζει. – Άκου… Είναι σα να χαλάμε το παιχνίδι για να βρούμε το θαύμα.
– Θέλω να φορέσω το δικό σου πετσί. Να κλέψω κι εγώ κάτι από σένα.
– Κάνε όπως θέλεις. Ό, τι βρεις κλέψε. Δείξε μού το μονάχα… Κι έγινε έτσι, όπως τότε, όταν χάιδεψα ένα γυμνό του Pascin μπροστά σε τρεις φύλακες του Μουσείου, χωρίς να με δούνε…
***
Νίκος Καββαδίας, Βάρδια, εκδ. ΑΓΡΑ



Το πλοίο Corinthia, με το οποίο ο Νίκος Καββαδίας έκανε κάποια ταξίδια το 1953. Στη φωτογραφία, το Corinthia βρίσκεται στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας τον Ιούλιο του 1947, έτοιμο να αναχωρήσει για την Παλαιστίνη με τους νόμιμους, αλλά και τους παράνομους Εβραίους μετανάστες που είχαν επιβιβαστεί σ' αυτό. Πηγή: www.lifo.gr

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2019

Εντουάρντο Γκαλεάνο, Καθρέφτες


   Απολεσθέντα αντικείμενα. "Ο 20ός αιώνας, που γεννήθηκε εξαγγέλλοντας ειρήνη και δικαιοσύνη, πέθανε λουσμένος στο αίμα, κι άφησε τον κόσμο με ακόμα περισσότερες αδικίες απ’ όσες τον είχε βρει.
     Ο 21ος αιώνας, που επίσης είχε εξαγγείλει με τη γέννησή του ειρήνη και δικαιοσύνη, ακολουθεί τα χνάρια του προηγούμενου αιώνα.
     Κάποτε, παιδί, ήμουνα βέβαιος ότι όλα όσα χανόντουσαν στη γη κατέληγαν στη σελήνη.
     Όμως οι αστροναύτες δεν βρήκαν επικίνδυνα όνειρα ούτε ανεκπλήρωτες υποσχέσεις ούτε χαμένες ελπίδες....
     Αν δεν είναι στη σελήνη, τότε που είναι;
     Μήπως δεν χάθηκαν από τη γη;
     Μήπως κρύφτηκαν κάπου στη γη;".



***
Εντουάρντο Γκαλεάνο, Καθρέφτες (μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία), μτφρ. Ισ. Κανσή, ΠΑΠΥΡΟΣ

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2019

Μάρκος Μέσκος




Τω καιρώ εκείνω η χώρα πάλι δυστυχούσε.
Αόρατοι πόλεμοι μα θανατηφόροι εξίσου, αρρώστιες συχνά και το φριχτον τέλος όχι στην όμορφη θέα του μοναστηριού που οι καλόγεροι κρατούν στη μέση τα κλειδιά των κρανίων μήτε στον λόφο με τα κυπαρίσσια• μα στη σκόνη μέσα και στα σκου¬πίδια και στα υπόγεια αζήτητοι νεκροί – με το στανιό τα μάτια ορθάνοιχτα για τη φωτογραφία και την επικήρυξη. Και άλλη πείνα και ανέχεια ψυχής κάτω απʼ τον ίδιο πάντοτε ουρανό του κόσμου.
Στο διηνεκές τότε διάλεξε την ώρα ο Βασιλιάς και μια μέρα εκατέβη στην αγορά όπου το ψέμα συνωστίζεται και η απάτη και οι σιωπηλές φωνές του κέρδους. Παραμέρισαν οι ρακένδυτοι να περάσει η συνοδεία και να σταθεί στο κέντρον ο Μεγαλειό¬τατος με τις πορφύρες. Εκείνος, ο θεόπνευστος, σήκωσε τα χέρια ψηλά τρις, κάθε φορά γεμίζοντας τις χούφτες του διαμα¬ντικά και γρόσια και χρυσάφια τινάζοντάς τα προς τα σύννεφα, σημάδι, λένε, πως αγαπούσε τους ανθρώπους και τον λαό και πως τα χάριζε σκορπώντας τα έτσι.
Αλαλάζοντας συρφετός χύμηξε ποιος να προλάβει πρώτος χτυπώντας και υβρίζοντας ο εις τον άλλον. Γρηγορότερα από τις αστραπές της βροχής συνάχτηκαν οι ξαφνικές λάμψεις στο χώμα και το στερνό φλουρί ακόμα που κυλούσε προς τον υπόνομο.
Η πομπή ξεκίνησε από τα μάτια του Βασιλιά για το παλάτι με το κνούτο μπροστά που πρίν λίγο σιγούσε. Κι από τους τυχερούς της ημέρας άλλοι ταχύτατα λάκισαν σφίγγοντας τον κόρφο για το καλύβι, άλλοι βροντώντας τις τσέπες πέρασαν στίς ανάγκες και στα καπηλειά• μα κάποιοι στη γωνιά, αμέτοχοι στην εξαγορά του βίου τους, σφίγγοντας τα δόντια έκλαιγαν.


Μάρκος Μέσκος, "Στον ίσκιο της γης", 1986, ΥΨΙΛΟΝ

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης, «Η Γέννηση»




Ένα άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα.
Χτύπησα την πόρτα και μπήκα.
Μου ’δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό.
«Είδες – μου λέει – γεννήθηκε η ευσπλαχνία».
Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.
Γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες
και δε θα ’χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ’ αυτό.


****

Τάσος Λειβαδίτης, ΠΟΙΗΣΗ, ΚΕΔΡΟΣ

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2018

ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΑΤΖΗ, Το διπλο βιβλιο


Rene Magritte

Άλλη ζωή―που να τη βρω; Ήθελα να φύγω, να ξεφύγω μονάχα, όπου να ‘ναι. Έτσι, λέω, γίνεται το σκόρπισμα μας, αυτός ο ξεριζωμός ο δικός μας. Δεν θέλουμε κάπου να πάμε. Θέλουμε να φύγουμε μόνο.

 ***

Έτσι τον έμαθα τον έρωτα. Έμαθα πως είναι μεγαλύτερος απ’ τον άνθρωπο, είναι, λοιπόν, ακατόρθωτος. Μια φαντασία για κάποιον καιρό και καταλαγιάζει, σκορπίζεται. Και πρέπει, λέω, να ‘ναι πολύ σπάνιο πράμα ― της τύχης ολότελα ― τα δυο πλάσματα να μπορούν να μείνουν ενωμένα, έτσι που το θέλαμε εμείς. Ο συμβισβασμός που μπορούν να κάνουν ― ορίστε, τον έκανα εγώ ― δεν είναι για να σώσουν τον έρωτα, είναι για να τον ξεφύγουν, να παραιτηθούν από αυτόν. Και πάλι δεν σώζεται τίποτα. Άλλοι μένουνε παραιτημένοι, μαζί και χωρίς τον έρωτα. Οι άλλοι χωρίζουν ― να μην τον προδώσουν. Κ’ έτσι κι αλλιώς η πίκρα μένει μονάχα. Για πάντα. Δεν είναι που λείπει τ’ αγαπημένο το πρόσωπο, αυτό που φάνηκε πως ήταν ο έρωτας. Είναι για την γνωριμιά του ακατόρθωτου. Γι’ αυτή την αίσθηση του άφθαστου που έχω κι εγώ. Η Έρικα και κείνα τα τρένα τα μισητά μου που δεν πάνε πουθενά, γίναν ένα πράγμα. Είναι ο μεγάλος, ο άπιαστος κόσμος ― που δεν υπάρχει. Η φαντασία μας τον άγγιξε μια στιγμή με τον έρωτα. Μια στιγμή μονάχα ― και χάθηκε.

***

Τους είδες τώρα, τους ξέρεις, πως τρέχουνε το πρωί στα λεωφορεία, πως κατεβαίνουνε στα μετρό, πως αραδιάζονται ― ανύπαρκτοι, τα νούμερα μόνο ― μπροστά στα πράσινα μηχανάκια με τις καρτέλες, πως το ζητάνε το βράδυ και κείνοι το κάτι αυτό το ανεκπλήρωτο, το δικό τους. Ως την άλλη μέρα, ως τ’ άλλο πρωί, για να τον αρχίσουν πάλι τον ίδιο δρόμο, της δικής τους της μοναξιάς ο καθένας. Αυτής της μοναξιάς η συνείδηση, είναι η συνείδηση του εαυτού σου ― μέσα απ’ αυτήν θα περάσει.

***

ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΑΤΖΗ, ΤΟ ΔΙΠΛΟ ΒΙΒΛΙΟ, ΕΞΑΝΤΑΣ 1976

Αζίζ Νεσίν

Η φωτογραφία από το διαδίκτυο.

Δυο πράγματα δεν ευδοκιμούν στη χώρα μας.
το ένα είναι το δέντρο του καφέ
και το άλλο η Δ η μ ο κ ρ α τ ί α.
Και τα δύο μας έρχονται από το εξωτερικό.
Στα χώματά μας δεν μπορέσαμε ν’ αναπτύξουμε
με κανένα τρόπο το δέντρο του καφέ.
Το κλίμα της χώρας μας, το νερό, το χώμα,
δεν είναι κατάλληλα
για την ανάπτυξη του δέντρου αυτού.
Όσο για τη Δ η μ ο κ ρ α τ ί α…
Η αλήθεια είναι πως ό,τι περνούσε από το χέρι μας,
δεν παραλείψαμε να το κάνουμε,
για την ανάπτυξή της, για την εδραίωσή της.
Αν κοιτάξετε την ιστορία μας,
πριν από εκατό χρόνια πάνω κάτω
ρίχτηκε στη χώρα μας
ο σπόρος της Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ς.
Είναι εκατό χρόνια που όλο λέμε:
“Αμάν η Δημοκρατία μας μπουμπούκιασε!…”
“Η νεαρή Δημοκρατία μας!…”
“Αμάν η νεαρή Δημοκρατία μας!…”
Να είναι δοξασμένος αυτός που τη μεγάλωσε,
μόλις καταφέραμε τόσα χρόνια να φέρουμε
σ’ αυτό το ανάστημα τη Δημοκρατία,
έγινε ένα φιντάνι η Δ η μ ο κ ρ α τ ί α.
Αν ξοδεύαμε αυτό τον κόπο των εκατό χρόνων
που αφιερώσαμε στη Δ η μ ο κ ρ α τ ί α,
για την ανάπτυξη του καφέ,
σήμερα η χώρα μας θα γινόταν δάσος από καφέ,
που δεν τ’ άγγιξε ο μπαλτάς του ξυλοκόπου.
Στο παρελθόν κρίθηκε απαραίτητο,
δεν το είχαμε καταλάβει.
αντί να φυτέψουμε σπόρο καφέ,
φυτέψαμε το σπόρο της Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ς.
“Δόξα τω Θεώ”,
αν και δεν έχουμε καμιά στενοχώρια
απ’ τη μεριά της Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ς,
εμείς ξέρουμε το τι τραβάμε
από την έλλειψη του καφέ.
Καφές είναι αυτός!… Δε μοιάζει σε τίποτε.
Έτσι είναι η Δ η μ ο κ ρ α τ ί α;
Και να είναι και να μην είναι το ίδιο κάνει…
Αν δεν υπάρχει καφές,
του ανθρώπου το κεφάλι γυρίζει,
αν δεν υπάρχει Δ η μ ο κ ρ α τ ί α,
του ανθρώπου το κεφάλι δεν γυρίζει.
Ο καφές μοσκοβολάει,
η Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ούτε καν έχει μυρουδιά.
Τον καφέ τον βάζεις στο φλιτζάνι, τον πίνεις.
Η Δ η μ ο κ ρ α τ ία ούτε τρώγεται, ούτε πίνεται.
Σε τι χρειάζεται αυτή η Δ η μ ο κ ρ α τ ί α,
μπορείτε να μου πείτε;
Στη χώρα μας έρχεται από το εξωτερικό
μπόλικη μπόλικη Δ η μ ο κ ρ α τ ί α,
αλλά καφές δεν έρχεται.
Τον καφέ τον πουλάνε, τη Δημοκρατία τη δίνουν.
Ο καφές είναι με λεφτά, η Δημοκρατία τζάμπα
Για τον καφέ χρειάζεται συνάλλαγμα,
για τη Δ η μ ο κ ρ α τ ί α.. τίποτα δεν χρειάζεται.
Για κοιτάξτε το τι τραβάμε απ’ τον καφέ.
Σάμπως δεν έχουμε συνηθίσει στον καλό καφέ;
Αμέσως καταλαβαίνουμε
τον καλό καφέ απ’ τον άσκημο,
το μπαγιάτικο απ ‘το φρέσκο,
το νοθεμένο απ ‘το σκέτο.
Ζωή να ‘χουνε, μερικοί πατριώτες
μας έκαναν ψεύτικο καφέ.
Στην αρχή βγήκε ο κριθαρένιος καφές,
δεν έπιασε.
Ύστερα βγήκε καφές από φασόλια,
δεν το κατάπιαμε.
Εμείς σαν έθνος είμαστε θεριακλήδες του καφέ.
αν και καταπίνουμε όλες τις απομιμήσεις,
του καφέ την απομίμηση.. δεν την καταπίνουμε.
Ω, Ύψιστε! Να γινόταν… τόσο δα
απ’ ό,τι καταλαβαίνουμε απ’ αυτόν τον καφέ,
να κ α τ α λ α β α ί ν α μ ε… και από Δ η μ ο κ ρ α τ ί α.
......
Αζίζ Νεσίν, Ο καφές και η δημοκρατία, Θεμέλιο 1991, μετάφραση: Έρμου Αργαίου
*******
Ο Aziz Nesin ήτανΤούρκος σατιρικός συγγραφέας και πολιτικός ακτιβιστής. Ένας από τους πιο γνωστούς λογοτέχνες της Τουρκίας διεθνώς κι ένα από τα πιο φωτεινά μυαλά της γειτονικής χώρας.

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2018

Στράτης Μυριβήλης - Έριχ Μαρία Ρεμάρκ, Τα βιβλία του πολέμου



Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ - Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΠΑΠΑΡΟΥΝΑ

Στρατής Μυριβήλης
 ...Ακουμπώ το μπαστούνι στο τοίχωμα, σηκώνουμαι στη μύτη της αρβύλας του γερού μου ποδιού και γαντζώνω τα δάχτυλα στους γεώσακους που 'ναι πάνω πάνω. Ένας απ' αυτούς λιώνει με μιας κι αδειάζει τον άμμο του πάνω μου. Λοιπόν τότες έγινε μιαν αποκάλυψη! Μόλις ξεφούσκωσε αυτό το σακί, χαμήλωσε η καμπούρα του και ξεσκέπασε στα μάτια μου μια μικρήν ευτυχία. Αχ, μου 'καμε τόσο καλό στην ψυχή, λίγο ακόμα και θα πατούσα μια τσιριξιά χαράς.

Ήταν ένα λουλούδι εκεί! Συλλογίσου. Ένα λουλούδι είχε φυτρώσει εκεί μέσα στους σαπρακιασμένους γεώσακους. Και μου φανερώθηκε έτσι ξαφνικά τούτη τη νύχτα που 'ναι γιομάτη θάματα. Απόμεινα να το βλέπω σχεδόν τρομαγμένος. Τ' άγγισα με χτυποκάρδι, όπως αγγίζεις ένα βρέφος στο μάγουλο. Είναι μια παπαρούνα. Μια τόση δα μεγάλη, καλοθρεμμένη παπαρούνα, ανοιγμένη σαν μικρή βελουδένια φούχτα.

Αν μπορούσε να τη χαρεί κανένας μέσα στο φως του ήλιου, θα 'βλεπε πως ήταν άλικη, μ' ένα μαύρο σταυρό στην καρδιά, με μια τούφα μαβιές βλεφαρίδες στη μέση. Είναι καλοθρεμμένο λουλούδι, γεμάτο χαρά, χρώματα και γεροσύνη. Το τσουνί* του είναι ντούρο και χνουδάτο. Έχει κι έναν κόμπο που δεν άνοιξε ακόμα. Κάθεται κλεισμένος σφιχτά μέσα στην πράσινη φασκιά του και περιμένει την ώρα του. Μα δεν θ' αργήσει ν' ανοίξει κι αυτός. Και θα 'ναι δυο λουλούδια τότες! Δυο λουλούδια μέσα στο περιβόλι του Θανάτου. Αιστάνουμαι συγκινημένος ξαφνικά ως τα κατάβαθα της ψυχής.


*****

Στράτης Μυριβήλης, Η ζωή εν τάφω (το βιβλίο του πολέμου), ΕΣΤΙΑ

///////////////////////

ΟΥΔΕΝ  ΝΕΩΤΕΡΟΝ  ΑΠΌ  ΤΟ ΔΥΤΙΚΟΝ ΜΕΤΩΠΟ.

                                                                      Έριχ Μαρία Ρεμάρκ

Γίναμε μανιασμένα θηρία. Δεν πολεμάμε, διαφεντεύουμε τον εαυτό μας από την εκμηδένιση. Δε ρίχνουμε τις χειροβομβίδες μας σε ανθρώπους, τί μας ενδιαφέρουν οι άνθρωποι αυτή τη στιγμή, που ο θάνατος με χέρια και κράνη μάς κυνηγάει και μας ξαπλώνει στη γη; Τώρα για πρώτη φορά μέσα σε τρεις μέρες μπορούμε ν' αντικρίζουμε τα πρόσωπά τους, τώρα, που για πρώτη φορά, ύστερα από τρεις μέρες, μπορούμε να τους αντιμετωπίσουμε, να τους αντισταθούμε, νιώθουμε μια αλόγιστη μανία. Δεν τους προσμένουμε πια απελπισμένοι, μπορούμε να αφανίζουμε, να σκοτώνουμε, ν' αμυνθούμε, να σωθούμε και να πάρουμε εκδίκηση.

*****
Χάσαμε πια κάθε αίσθημα αλληλεγγύης. Μόλις μπορούμε να διατηρήσουμε την αυτοκυριαρχία μας, όταν η ματιά μας —ματιά κυνηγημένου ζώου— φωτίζει τη μορφή κάποιου συνανθρώπου μας. Είμαστε αναίσθητοι, νεκροί, που κάποια τρομερή μαγεία δίνει τη δύναμη να τρέχουμε και να σκοτώνουμε.

*****
Είμαι νέος, μόλις έκλεισα τα 20· από τη ζωή δεν ξέρω παρά μόνο την απελπισία, το θάνατο, το φόβο και μια αλυσίδα από ανόητες επιπολαιότητες, πάνω από μια άβυσσο πόνων και θλίψεων. Βλέπω λαούς να ορμούν σε άλλους λαούς, να σκοτώνουν και να σκοτώνονται, χωρίς ούτε κι εκείνοι να ξέρουν το γιατί, υπακούοντας σ΄αυτούς που τους στέλνουν, χωρίς συναίσθηση του κινδύνου ή της ευθύνης τους. Βλέπω πως οι δυναμικότεροι εγκέφαλοι του κόσμου εφευρίσκουν όπλα και λόγια για να γίνονται όλ' αυτά μ' έναν τρόπο ακόμα πιο ραφιναρισμένο και να διαρκούν όσο γίνεται περισσότερο. Και όλοι οι συνομήλικοί μου εδώ, στην αντικρινή παράταξη, σ' ολόκληρο τον κόσμο το βλέπουν όπως εγώ. Αυτή είναι η ζωή της γενιάς μου και η δική μας. Τι θα κάνουν άραγε οι πατεράδες μας αν μια μέρα σηκωθούμε και παρουσιαστούμε μπροστά τους για να τους ζητήσουμε λογαριασμό; Τι περιμένουν από μας όταν μια μέρα τελειώσει ο πόλεμος; Χρόνια ολόκληρα σκοτώναμε μόνο. Αυτό ήταν το πρώτο μας επάγγελμα στη ζωή. Για μας η επιστήμη της ζωής περιορίζεται στο θάνατο. Τι θα συμβεί άραγε ύστερα; Και τί θ' απογίνουμε εμείς;

******
Έριχ Μαρία Ρεμάρκ, Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο, μτφ. Στέλλα Βουρδουμπά, Δωρικός,

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2018

Ντίνος Σιώτης


Banksy

Εφεύρεση

Να εφεύρουμε άλλες λέξεις να εφεύρουμε
λέξεις μολότωφ που ν’ αντιστέκονται στα
δελτία των ειδήσεων που να μιλάνε τη
γλώσσα των καταφρονεμένων που να
μιλάνε στον άμαχο πληθυσμό για τη
χειμαζόμενη πείνα να εφεύρουμε μια
άλλη μνήμη που να ανακαλεί μιαν
άλλη αυγή χωρίς ακρωτηριασμούς
ηλίου και παρεξηγημένες καταιγίδες
να εφεύρουμε έναν χτύπο ρολογιού
που κάτι να μας λέει πεσμένος κάτω
στο πάτωμα ή μέσα σε σπασμένο
κομοδίνο ζάλης έναν θάνατο που να
μην κολλάει πάνω μας σαν βδέλα ένα
λεξιλόγιο πιο γυμνό κι απ’ την ποίηση.
...............

Ντίνος Σιώτης,Ποιήματα, ΚΕΔΡΟΣ

Edgar Allan Poe



Δέξου ετούτο το φιλί στο μέτωπό σου!
Και τώρα που χωρίζουμε,
Άφησε να σου πω-
Ότι οι μέρες μου εκύλησαν μέσα στ΄ όνειρο
Είναι αλήθεια, όπως το λεγες΄
Αν, όμως, η ελπίδα πέταξε
Μες σε μια νύχτα ή μια μέρα,
Μες σ΄ ένα όραμα ή μες στο τίποτα,
Είναι γι΄ αυτό λιγότερο χαμένη;
Όλα όσα βλέπουμε ή ό, τι φαινόμαστε
Όνειρο είναι μέσα σε όνειρο...

Στέκομαι ανάμεσα στο βογγητό
Μιας θαλασσοδαρμένης ακτής,
Και μες στα χέρια μου κρατώ
Κόκκους χρυσούς της άμμου-
Πόσοι λίγοι! Κι όμως πως γλιστράνε
Από τα δάχτυλά μου και βαθιά πάνε,
Καθώς θρηνώ-καθώς θρηνώ!
Θεέ μου! μήπως θα μπορούσα
Μέσα στο χέρι πιο σφιχτά να τους κρατούσα;
Θεέ μου! πως θα κατορθώσω
Μόνο ένα απ΄ το ανίλεο κύμα να γλιτώσω;
Όλα όσα βλέπουμε ή ό, τι φαινόμαστε
Όνειρο είναι μονάχα μέσα σε όνειρο;
 .............


Όνειρο μέσα σε όνειρο – Edgar Allan Poe
(Μετάφραση Στ. Μπεκατώρος)

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2018

Γιάννης Βαρβέρης, Ο πατέρας δεν πίνει στους ουρανούς



Χθες είδα πάλι στον ύπνο μου τον πατέρα.
Καθόμασταν οι δυο μας σ’ ένα τραπέζι με καρό τραπεζομάντιλο.
Κάποιος μας έφερε δυο ποτηράκια και κρασί.
– Είσαι καλά; Του λέω.
– Καλά, καλά, και μου ‘πιασε το χέρι.
– Άντε, στην υγειά σου, είπε.
Σήκωσε το ποτήρι, τσούγκρισε και το άφησε πάνω στο τραπέζι.
– Δεν πίνεις; Ρώτησα.
– Εσύ να πιεις, απάντησε. Εγώ δε θέλω να ξεχάσω….


.......................


Γιάννης Βαρβέρης, Πεταμένα Λεφτά, εκδόσεις Κέδρος 2005

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2018

Αργύρης Χιόνης, η φωνη της σιωπης

 The Mirror (1975), Andrei Tarkovsky

ΣΕ ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ ΕΡΗΜΟ ΚΙ ΕΡΕΙΠΩΜΕΝΟ, ζούσε μια χοντρή βαριά σιωπή· τόσο χοντρή που ’χε ξηλώσει όλα τα κουφώματα, τόσο βαριά που ’χε βουλιάξει όλα τα πατώματα και τόσο σιωπηλή που όποιος έμπαινε εκεί δεν άκουγε ούτε τη βουή του τρομαγμένου αίματος στις φλέβες του.
Και, ξαφνικά, μια μέρα, η σιωπή τραγούδησε. Ναι, μη σας φαίνεται παράξενο· ο έρωτας τα πάντα κατορθώνει, και η σιωπή, για την οποία σας μιλώ, αγάπησε τρελά ένα σαράκι που, λίγο – λίγο, από μέσα τρώγοντάς την, αδιάκοπα αδειάζοντάς την, ανάλαφρο την έκανε του έρωτα δοχείο, του τραγουδιού του ηχείο.
..................
Αργύρης Χιόνης, Η Φωνή της σιωπής. Ποιήματα 1966 – 2000. Εκδόσεις Νεφέλη

Τετάρτη 15 Αυγούστου 2018

μια Παναγια



Μια Παναγιά
μιαν αγάπη μου έχω κλείσει
σ’ ερημοκλήσι
αλαργινό.
Κάθε βραδιά
της καρδιάς την πόρτα ανοίγω
κοιτάζω λίγο
και προσκυνώ.


Ν. Γκάτσος

*******

Η Παναγία χτενίζει τα χρυσά της μαλλιά
στο μικρό της παράθυρο –
μια
θαλασσιά πεταλούδα, πετά γύρω απ’ τη μια της
πλεξούδα που κρέμεται.
Βασιλεύει ο ήλιος.
Ο Ιωσήφ ανεβαίνει πιο ψηλά, να της κόψει
ένα κόκκινο άνθος.

Νικηφόρος Βρεττάκος

*******

Όταν περνούσε η Παναγία σιωπηλή κάτου απ’ τα δέντρα
κανένας δεν την άκουσε
Τα σκυλιά δε γαυγίσαν στις αυλόπορτες.
Μονάχα τα τριζόνια τη χαιρέτισαν,
κι ένα μεγάλο αστέρι χτύπησε
σε μια χορδή κάποιο άγνωστο τραγούδι
που τ’ ακούσαν μόνο τα παιδιά στον ύπνο τους
και γύρισαν απ’ τα’ άλλο τους πλευρό χαμογελώντας.

Γ. Ρίτσος

*******

Σε τέτοιους αγγέλους ποια Παναγιά μπορούσε να ταιριάζει;
Όχι, βέβαια, εκείνη η σπαραγμένη της Αποκαθηλώσεως :
Η λεπτή καρδιά των μικρών Αγγέλων δεν αντέχει
σε τέτοια θλίψη, που κολώνες μητροπόλεων λυγίζει.
Κι ένα δάκρυ από τέτοια μυστική φωτιά μπορεί
όχι μονάχα να την κάψει, να την εξατμίσει.
Στους μικρούς αγγέλους μια Παναγία μικρή ταιριάζει.

Γ. Βαφόπουλος

*******

Η Παναγιά της ώχρας αμυγδαλωτή στην ασημένια
θάλασσαν αντίκρυ-εκκλησάκι-
μεσ’ απ’ το θαμπό εικονοστάσι βλέπει τα νερά.

Ν. Καρούζος

*******

Εις όλη την χριστιανωσύνη
μία είναι μόνη η Παναγία αγνή,
Κόρη παιδίσκη, Άσμα Ασμάτων,
χωρίς Χριστόν, Θείο παιδί στα χέρια,
και τρεφομένη με Αγγέλων άρτον.
Εσύ’ σαι η μόνη, Παναγία Κουνίστρα,
που εφανερώθης στης Σκιάθου το νησί
εις δένδρον πεύκου επάνω καθημένη
και αιωρουμένη εις τερπνήν αιώραν,
όπως αι κορασίδες συνηθίζουν.

Α. Παπαδιαμάντης

Σάββατο 28 Ιουλίου 2018

Γ. Ρίτσος, Σχήμα της απουσίας

Banksy, Girl With Balloon (2004)

“Ποτέ δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ’ τα σπίτια τους,
τριγυρίζουν εκεί, μπλέκονται στα φουστάνια τής μητέρας τους
την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΐ κι ακούει το νερό να κοχλάζει
σα να σπουδάζει τον ατμό και το χρόνο. Πάντα εκεί –

Και το σπίτι παίρνει ένα άλλο στένεμα και πλάτεμα
σάμπως να πιάνει σιγαλή βροχή
καταμεσής καλοκαιριού, στα ερημικά χωράφια.
Δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά. Μένουν στο σπίτι
κι έχουν μια ξέχωρη προτίμηση να παίζουν στον κλεισμένο διάδρομο
και κάθε μέρα μεγαλώνουν μέσα στην καρδιά μας, τόσο
που ο πόνος κάτω απ’ τα πλευρά μας, δεν είναι πια απ΄τη στέρηση
μα απ’ την αύξηση. Κι αν κάποτε οι γυναίκες βγάζουν μια κραυγή στον ύπνο τους,
είναι που τα κοιλοπονάνε πάλι.

Κάποτε, μες στο βράδυ της άνοιξης, ένα παιδί σηκώνεται και φεύγει ανεξήγητα
χωρίς κανείς να το μαλώσει’ σηκώνεται αργά, απροειδοποίητα,
εκεί που καθόταν ήσυχα στο χώμα
κι η θέση του στο χώμα μένει ζεστή
και το σχήμα της στάσης του αχνίζει ακόμη στο δροσερόν αέρα
σχηματίζοντας ένα άλλο παιδί από υπόλευκη ζέστα. Τότε ολόγυρα
μαζεύονται, σα γύρω από μιαν άσπρη φωτιά, τα μικρά πρόβατα
να ζεσταθούνε’ και λίγο πιο πέρα
ένα ψηλό, ολομόναχο, άσπρο άλογο
φέγγοντας όλο κάτω απ΄ την αστροφεγγιά
κλαίει με μεγάλα, κατάφωτα δάκρυα, κρατώντας ολόρθο το κεφάλι του.


Τα βράδια του καλοκαιριού, την ώρα που κλείνουν τα δημόσια πάρκα
και τα μικρά κορίτσια με τις παραμάνες τους γυρίζουν στα σπίτια τους
κι άλλα μικρότερα μες στα καρότσια τους, κοιμισμένα κιόλας,
πίσω τους έρχονται σε μια βουβή, αόρατη ακολουθία, τα πεθαμένα κορίτσια,
ωχρά, με μαραμένα μαλλιά, κρατώντας στα δεμένα χέρια τους
τις ξερές ανθοδέσμες τους, σα μικρά ποιήματα
που δεν πρόφτασαν να τα μάθουν απ’ έξω.

Στέκουν από μακριά και κοιτάζουν τις κορδέλες και τα παιχνίδια κρεμασμένα στα περίπτερα,
τη φωτισμένη, ταπεινή βιτρίνα του γειτονικού ψιλικατζίδικου
αφήνοντας σε κάθε βήμα τους ένα χώρο εσωτερικό που τον γεμίζει αμέσως
μια σκιά μενεξεδένια και ρόδινη. Φτάνουν ως έξω απ’ το σπίτι τους,
κοιτούν το κλεισμένο παιδικό τους παράθυρο,
υψώνουν μια στιγμή το χέρι, μα δε χτυπούν τη γρίλια. Από μέσα
ακούνε οι γονείς το χτύπημα’ αφήνουν την πετσέτα να πέσει στο τραπέζι
σα να πέφτει ένα μεγάλο ξερό φύλλο πάνω στο χρόνο. Ανοίγουν την πόρτα.

Δεν είναι τίποτα. Βλέπουν μονάχα
τα μαραμένα αστέρια, τον άδειο ουρανό, τον άδειο κόσμο
και ξανακλείνουν την πόρτα σα να μπαίνουν μέσα τα παιδιά τους.

Ζει η απουσία λοιπόν, μαζί μας ή και μόνη της, τη ζωή της,
χειρονομεί αδιόρατα, σωπαίνει, φθείρεται, γερνάει
σαν ύπαρξη σωστή, με το βουβό χαμόγελο που ρυτιδώνει λίγο λίγο
το στόμα και τα μάτια, με το χρόνο το δικό μας μετρημένη,
χάνοντας χρώματα, πληθαίνοντας τη σκιά της –
ζει και γερνάει μαζί μας και χάνεται μαζί μας, κι απομένει σε ό,τι αφήνουμε.

Και πρέπει να προσέχουμε την κάθε κίνηση και σκέψη μας και λέξη
γιατί, για ό,τι γίνεται ‘κείνο που λείπει,
φέρουμε τώρα, εμείς μονάχα, ακέρια την ευθύνη.

Ένα μικρό κορίτσι, ανύποπτα, νυχτώθηκε άξαφνα μέσα στη λύπη.
Τι ‘ταν λοιπόν η ζωή; Κι αυτός ο πόνος; Κι η κραυγή τούτη;
Ήταν δικά του αυτά; Και περίμεναν πίσω απ΄ το γέλιο του
πανέτοιμα κι επίβουλα; Κι αυτά τ’ αγαπημένα πρόσωπα
που έσκυβαν πάνω του, μακρινά κιόλας; Άνοιξε ήσυχα, λοιπόν,
την πόρτα ενός άστρου, μπήκε μέσα προφυλακτικά να μην ακούσουμε,
μα όλες τις νύχτες ‘κείνη η πόρτα ανοιχτή
χτυπάει απ’ τον αγέρα του μικρού λυγμού του. Κι ούτε μπόρεσε να σηκωθεί πια να την κλείσει.
Ούτε μπορούμε (είναι μακριά) να την κλείσουμε.

Δε μας γνωρίζει τίποτα. Μα εσύ επιμένεις αόρατη
να μας γνωρίσεις πάλι με τη ζωή – να συμμαχήσουμε. Αν είναι
το βλέμμα σου μέσα στο βλέμμα μας, δε θ’ αρνηθούμε
να δούμε, να μιλήσουμε, να κινηθούμε. Αυτός ο νέος
ίσως μια μέρα και να σ’ αγαπούσε. Ετούτα τα κορίτσια
ίσως και θα ΄ταν φιλενάδες σου. Σε τούτο το σχολείο
θα πήγαινες μεθαύριο. Κι έτσι μέσα στη νύχτα
που φεύγουμε ξένοι, μπρος σε δυο σειρές ακατοίκητα σπίτια,
κάτω από γλόμπους χωρίς αχτίνες σαν κλεισμένα χέρια,
μια γλάστρα ποτισμένη που στάζει απ’ το παλιό μπαλκόνι
εμπιστεύεται πάλι τον ήχο της σ’ εμάς’ μια πόρτα
μισανοιγμένη, ξαγρυπνάει για ΄μας κι αυτός ο ξύλινος πάγκος
παρατημένος καταμεσής στην ερημιά, εμάς περίμενε να καθίσουμε, ξέροντας
πως κάπου εκεί, σ’ ένα μοναχικό παράθυρο, κρεμασμένο
ψηλά στη νύχτα, εσύ, πίσω απ’ το δαντελένιο κουρτινάκι,
περιμένεις να σου χαμογελάσουμε”


Γιάννης Ρίτσος, Σχήμα της απουσίας"

Παρασκευή 13 Ιουλίου 2018

Γιάννης Βαρβέρης, ένα κερί

  Χρήστος Μποκόρος

Αυτό το κερί που άναψα
περαστικός από τον οίκο Σου
δεν είναι η προσευχή μου
για να Σε φτάσει εκεί ψηλά
δεν είναι οι παρακλήσεις μου
ούτε βεβαίως καμιά ελπίδα
που εναπέθεσα σε Σένα.
Η καθαρότητα της ύλης του
δε συμβολίζει το ακηλίδωτο
της πρόθεσής μου
και η μαλακή του υφή
καθόλου δεν υπόσχεται
την εύπλαστη μεταστροφή μου
στη μετάνοια
όπως οι αλληγορίες εγγράμματων πιστών Σου
ξέρουν να τυλίγουν.

Μπορεί να μοιάζει μ’ όλα τα’ άλλα
όμως αυτό
ανάφτηκε για να Σου πει
πως ευτυχώς
στέκομαι εδώ αβοήθητος
και πως ακόμα
όσο μπορώ
θα λάμπω.



Γιάννης Βαρβέρης, ο Άνθρωπος ΜΌΝΟΣ, Κέδρος, 2009

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2018

Paul Celan, Φωτόδεντρο



Μια λέξη,
που για χάρη της σ’ έχασα:
η λέξη
ποτέ.


Ήταν,
και κάπου κάπου το θυμόσουν κι εσύ,
Ήταν
Μια ελευθερία.
Κολυμπούσαμε.


Ξέρεις ακόμα, πως τραγουδούσα;
Με το φωτόδεντρο τραγουδούσα, με το τιμόνι.
Κολυμπούσαμε.


Ξέρεις ακόμα, πως κολυμπούσες;
Ανοικτή ήσουν μπροστά μου,
Ξαπλωμένη μπροστά μου, ξαπλωμένη
Μπροστά
Στην προ-
εξοχή της ψυχής μου.
Κολυμπούσα και για τους δυο μας. Δε κολυμπούσα.
Το φωτόδεντρο κολυμπούσε.


Κολυμπούσε; Γιατί ήταν
βάλτος τριγύρω;. Ήταν το ατέλειωτο τέλμα.
Μάυρο κι ατέλειωτο, έτσι κρεμόταν,
Έτσι κρεμόταν προς τον κόσμο.


Ξέρεις ακόμα, πως τραγουδούσα;

Αυτή-
ω αυτή η παρεκτροπή,


Ποτέ. Προς τον κόσμο. Δεν τραγουδούσα. Ανοιχτή
ήσουν μπροστά μου, ξαπλωμένη μπροστά
στην ψυχή που ταξίδευε.

...........
Paul Celan, Του κανενός το ρόδο, Μτφρ. Χ.Γ. Λάζος, ΑΓΡΑ

Σάββατο 7 Ιουλίου 2018

JULIO CORTAZAR, Κουτσο

 
Gustav Klimt, Der Kuss


Αγγίζω το στόμα σου, με το δάχτυλό μου αγγίζω το περίγραμμα του στόματος σου, το σχεδιάζω σαν να το δημιουργεί το χέρι μου, σαν το στόμα σου να μισανοίγει για πρώτη φορά και αρκεί να κλείσω τα μάτια μου για να το σβήσω και να ξαναρχίσω να το φτιάχνω, και κάθε φορά κάνω να γεννιέται το στόμα που ποθώ,
το στόμα που επιλέγει το χέρι μου και σχεδιάζει πάνω στο πρόσωπό σου, ένα στόμα επιλεγμένο ανάμεσα σε τόσα άλλα, επιλεγμένο με ηγεμονική ελευθερία από μένα για να το ζωγραφίσει το χέρι μου πάνω στο πρόσωπό σου και που από ένα γύρισμα της τύχης που δεν προσπαθώ να καταλάβω συμπίπτει ακριβώς με το στόμα σου που χαμογελάει κάτω από εκείνο που σχεδιάζει το χέρι μου.
Με κοιτάς, με κοιτάς από κοντά, κάθε φορά και από πιο κοντά και τότε παίζουμε τον κύκλωπα, κοιταζόμαστε όλο και από πιο κοντά και τα μάτια μεγαλώνουν, πλησιάζουν το ένα το άλλο, κολλάνε το ένα στο άλλο και οι κύκλωπες κοιτιούνται, οι ανάσες τους μπλέκουν, τα στόματα συναντιούνται και παλεύουν ανόρεχτα, δαγκώνονται χείλια με χείλια, ακουμπώντας μόλις τη γλώσσα πάνω στα δόντια, παίζουν μέσα στον περίβολό τους όπου πηγαινοέρχεται ένας βαρύς αέρας με ένα παλιό άρωμα και μια σιωπή.
Τότε τα χέρια μου θέλουν να βυθιστούν στα μαλλιά σου, να χαϊδέψουν αργά τα βάθη των μαλλιών σου ενώ φιλιόμαστε σαν το στόμα μας να είναι γεμάτο λουλούδια ή ψάρια, ζωηρές κινήσεις, σκοτεινή ευωδιά.
Και όταν δαγκωνόμαστε ο πόνος είναι γλυκός κι όταν πνιγόμαστε μʼ ένα σύντομο και τρομερό ταυτόχρονο ρούφηγμα της αναπνοής, αυτός ο στιγμιαίος θάνατος είναι όμορφος.
Και υπάρχει ένα και μόνο σάλιο, μια και μόνη γεύση από ώριμο φρούτο κι εγώ σε νιώθω νʼ ανατριχιάζεις απάνω μου όπως η σελήνη στο νερό.

JULIO CORTAZAR, ΤΟ ΚΟΥΤΣΟ, μτφρ. Αχιλέας Κυριακίδης, ΟΠΕΡΑ
........

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2018

Fernando Pessoa, Το βιβλίο της ανησυχίας

Fernando Pessoa,Cafe A Brasileira,lisboa


«Δεν έκανα τίποτα άλλο από το να ονειρεύομαι.
Αυτό ήταν, και μόνο αυτό, το νόημα της ζωής μου. Ποτέ δεν είχα άλλη πραγματική ενασχόληση πέρα από την εσωτερική μου ζωή. Οι μεγαλύτερες συμφορές της ζωής μου σβήνουν όταν ανοίγοντας το παράθυρο μέσα μου μπορώ και τις ξεχνώ κοιτάζοντας την αδιάλειπτη κίνηση εντός μου. Ποτέ δεν θέλησα να είμαι τίποτα άλλο πέρα από ονειροπόλος.
Σε όποιον μου είπε να ζήσω δεν έδωσα ποτέ σημασία. Ανήκα ανέκαθεν σ' αυτό που δεν είναι όπου είμαι και σ' αυτό που ποτέ δεν μπόρεσα να είμαι. Ό,τι δεν είναι δικό μου, όσο ταπεινό και να είναι, είχε πάντα ποίηση για μένα. Ποτέ δεν αγάπησα άλλο από το τίποτα. Ποτέ δεν επιθύμησα άλλο από αυτό που δεν μπορούσα να φανταστώ.
Από τη ζωή τίποτα άλλο δεν ζήτησα πέρα από το να περάσει από μέσα μου χωρίς να την αισθανθώ. Από την αγάπη το μόνο που ζήτησα ήταν να μείνει για πάντα ένα όνειρο μακρινό. Από τα εσωτερικά μου τοπία, όλα τους μη πραγματικά, αυτό που με είλκυε ήταν το μακρινό, και τα τοξωτά γεφύρια που έσβηναν, σχεδόν στην απόσταση των τοπίων των ονείρων μου, είχαν μια γλυκύτητα ονείρου σε σχέση με άλλα μέρη του τόπου -μια γλυκύτητα που μ' έκανε να τ' αγαπώ.
Η μανία μου να δημιουργώ έναν κόσμο ψεύτικο με συνοδεύει ακόμα, και μόνο με τον θάνατό μου θα μ' εγκαταλείψει».
*******
«Έχω δημιουργήσει μέσα μου πολλές και διαφορετικές προσωπικότητες. Αδιάκοπα δημιουργώ προσωπικότητες. Κάθε ένα από τα όνειρα μου, τη στιγμή ακριβώς που ονειρεύομαι έχει ήδη ενσαρκωθεί σε ένα άλλο πρόσωπο που το ονειρεύεται, εκείνο, όχι εγώ.
Για να δημιουργώ καταστρέφομαι. Έχω τόσο πολύ αποκαλύψει το εσωτερικό της ψυχής μου, ώστε μέσα μου δεν υπάρχω παρά μόνο εξωτερικά. Είμαι η ζωντανή σκηνή όπου ανεβαίνουν διάφοροι ηθοποιοί και ζωντανεύουν διαφορετικά έργα.»
******
«Γράφω, λυπημένος, στο ήσυχο δωμάτιό μου, μόνος όπως υπήρξα πάντα, μόνος όπως θα υπάρχω πάντα. Κι αναρωτιέμαι αν η φωνή μου, φαινομενικά τόσο ασήμαντη, δεν ενσαρκώνει την ουσία χιλιάδων φωνών, τη δίψα να μιλήσουν χιλιάδων ζωών, την υπομονή εκατομμυρίων ψυχών υποταγμένων σαν την δική μου στο καθημερινό πεπρωμένο, στο ανώφελο όνειρο, στην ελπίδα που δεν αφήνει ίχνη. Αυτές τις στιγμές η καρδιά μου χτυπά πιο δυνατά γιατί έχω συνείδηση πως υπάρχει.»
 

Fernando Pessoa,Το βιβλίο της ανησυχίας, ΕΞΑΝΤΑΣ


Δευτέρα 14 Μαΐου 2018

ελσα κορνετη


  Edward hopper


 Την πληρώνεις την νοικοκυροσύνη σου
για να είναι απούσα.
Όπως πληρώνεις και τον ελεύθερο χρόνο σου
για να είναι παρών.
Όπως πληρώνεις και τα αφελή όνειρά σου
Ακριβά .



Όταν ήσουν μικρή κυνηγούσες πεταλούδες,
σου θύμισε μια ηλικιωμένη θεία.
Τώρα πια μόνον οι περιστασιακοί πόθοι
πετούν γύρω σου
και δεν είναι καν έγχρωμοι.

Πες μου τι προτιμάς και θα στο σχεδιάσω.
Τρίγωνο ;
Τετράγωνο ;
Ρόμβο ;
To σχήμα της ημέρας το δίνω εγώ.
Έπειτα απομακρύνομαι για να παρατηρήσω
από τη σωστή απόσταση
τον πίνακα
με το δημιούργημα – ανοσιούργημα.

Γιατί επιμένεις να σκαλίζεις;
Οι ανασκαφές σου στις μαθητικές μνήμες
δεν θα φέρουν στο φως τίποτα άλλο
παρά μόνον την εξάρθρωση της τάξης
το τετράγωνο της υποτείνουσας
και τη ρίζα του 144.

Κίτρινη προσποίηση
Πότε ήταν η τελευταία φορά
που έκανες κάτι αυθόρμητο ;
Όταν φτερνίστηκες ίσως


.......................

 Έργα της:
(2016) Αγγελόπτερα, Μελάνι
(2014) Κανονικοί άνθρωποι με λοφίο και μια παρδαλή ουρά, Γαβριηλίδης
(2013) Ημερολόγιο φιλοσοφικής ήττας, Κουκούτσι
(2013) Ο επαναστατικός κύριος Γκιούλιβερ, Σαιξπηρικόν
(2013) Ο λαίμαργος αυτοκράτορας κι ένα ασήμαντο
πουλί, Σαιξπηρικόν
(2011) Κονσέρβα μαργαριτάρι, Γαβριηλίδης
(2009) Ένα μπουκέτο ψαροκόκαλα, Γαβριηλίδης
(2007) Η αιώνια κουτσουλιά, Γαβριηλίδης