Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις...
να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις...
Ρίτσος

Κυριακή 29 Απριλίου 2018

Θανάσης Κωσταβάρας

 Light and Shadow, Barcelona

Θα ’ρθει μια μέρα που δε θα ξέρω ποιος είμαι.
Δε θα μπορώ να χτίσω ένα λόγο
να ψελλίσω ένα πρόσωπο.
Θα ’ρθει μια μέρα που δε θα ’μαι μόνο πολύ λυπημένος.
Θα ’μαι χαμένος σ’ έναν κόσμο ξένο για μένα
θα ’χω κιόλας απ’ αυτόν ξεχαστεί.
Θα ’ρθει μια μέρα που δε θα ’χω τίποτε ωραίο να σου χαρίσω.
Θα κλείσω μόνο τα μάτια
Και θα προσπαθήσω να σε δω μ’ έναν τρόπο αλλιώτικο.
Μα ούτε τα ριγηλά σκιρτήματα του κορμιού σου
θα μπορέσω να θυμηθώ
ούτε τα φλογερά μας οράματα
θα είμαι σε θέση να τραγουδήσω.
Κι έτσι όπως ήρθα, ξένος κι απελπισμένος
θα κινήσω να φύγω.
Θα γυρίσω πάλι σε κείνο το σκοτεινό τίποτα
χωρίς να κρατώ τίποτα πάνω μου.
έξω μόνο απ’ τα βαθιά σημάδια που θα ’χουν αφήσει στο σώμα μου
τα εγκαυστικά φιλιά σου.
Κι απ’ της φωνής σου τα χάδια που είναι χαραγμένα στους στίχους μου.
Μ’ αυτά, μόνο απ’ αυτά
εκεί που θα πάω, ίσως
μπορέσω να με γνωρίσουν.


Από τις «ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΗΠΩΝ» - 2003
...........................


Έψαχνα μέσα στις λύπες μου, να βρω τ’ αρχαία φτερά μου.
Μα στα όνειρά μου χιόνιζε πάντα.
Κι ήμουνα μόνος στον κόσμο.
Ήμουνα μόνος κι απελπισμένος
σ’ έναν κόσμο που περνούσε πλάι μου αδιάφορος.
Όπως όταν περνάει μέσα στη νύχτα ένα πλοίο κατάφωτο.
Με τις ορχήστρες του στα σαλόνια να παίζουν.
Κι έτσι, αργά και σίγουρα κι επιβλητικά
περνάει πλάι σ’ έναν ναυαγισμένο και χάνεται.

Από το «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΑΥΡΙΑΝΗΣ ΕΞΟΡΙΑΣ» - 1995
....................................


Μη με ρωτάτε γιατί έρχομαι κι επανέρχομαι.
Γιατί με βασανίζουν τα ίδια θέματα πάντα.
Στο βάθος δεν έκανα τίποτ’ άλλο
παρά να μιλώ για το αίμα μου.
Για τις μέρες που υπήρξαν τόσο θολές.
Για τις νύχτες τις τόσο τρομερές και απάνθρωπες.
Γι’ αυτό φαίνομαι τόσο μονότονος, τόσο περιορισμένος.
Πιασμένος στο ίδιο δόκανο πάντα.
Γιατί δεν μπόρεσα να ξεφύγω απ’ αυτόν τον τρομερό εφιάλτη.
Απ’ τον τετρακέφαλο σκύλο που δε μ’ άφησε ούτε λεπτό.
Θέλω να πω, η ζωή μου στάθηκε μετρημένη.
Απ’ τον ένα, όχι στον άλλο φόβο, στον ίδιο πάλι. Γι’ αυτό.

Από τον «ΜΟΥΓΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗ» - 1982

Τάκης Σινόπουλος, ΑΝ



 Paul Klee


 Απ’ το πρωί ο άνεμος ξεκάρφωνε τον ουρανό.
Απ’ το πρωί ο ήλιος κάπνιζε
ανάμεσα στα ερείπια.
Αν το πρόσωπό σου, το πρόσωπο ασπίδα. Και το σύν-
νεφο εκείνο κι ο τόπος τοπίο, και τα μάτια σου στρέ-
φοντας ξαφνικά δεν είχαν σκοτώσει την εικόνα που
κοίταζαν λίγο πιο πριν.
Αν το χέρι σου ήταν.
Αν τα μάτια σου.
Αν το χέρι σου.
Αν η λέξη που πήγες να πεις.
Λοιπόν όλη τη μέρα ο άνεμος.
Όλη τη νύχτα οι στάχτες της φωτιάς σου.



Τάκης Σινόπουλος, Συλλογή Ι. 1951-1964, Ερμής

Σάββατο 17 Μαρτίου 2018

Κική Δημουλά, ουτοπίες




Καθ’ οδόν
(7 και 30’ πρωινή προς εργασίαν)
συναντώ τον Μάρτιο
ευδιάθετον,
υπαινιγμών πλήρη
περί ανοίξεως και λοιπά.

Αναβάλλω την υπόστασή μου
ανακόπτω τη σύμβασή μου
με το χειμώνα
και διασπείρομαι σε χώμα.
Μια μικρή γη φυσική συντελούμαι,
ξαπλωμένη, απλωμένη
απέναντι στο
καθ’ όλα σύμφωνο
σύμπαν.
Φυτεύομαι άνθη,
ανθίζω συναισθήματα,
και είμαι πολύ καλά
εις άπλετον προορισμόν
και τοποθέτησιν.
«Απαγορεύεται η άνοιξις!»
ξάφνου μια πινακίδα – σύννεφο
απειλεί. Αμέσως
μια βροχή άρχισε κι έλεγε
εις βάρος της ανοίξεως
και εις βάρος μου,
ένας δύσθυμος άνεμος
μου κατάσχει τα άνθη,
μου κατάσχει τα συναισθήματα
και μ’ οδηγεί στο Γραφείο.
Παράβασις, λοιπόν, βαρεία,
και μάλιστα καθ’ οδόν,
από κυρία σχεδόν ώριμη
με οικογενειακές υποχρεώσεις,
και πολυετή θητείαν
εις Δημοσίαν θέση
και χειμώνες.”

............
Κική Δημουλά, «Ουτοπίες», Ποιήματα, 1998, ΙΚΑΡΟΣ

Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2018

ΖΑΝ ΖΕΝΕ, ο σχοινοβάτης


Στον πάγκο του μπαρ μπορείς ν’ αστειευτείς με οποιονδήποτε, να τσουγκρίσεις το ποτήρι σου με όποιον θέλεις. Μα ο άγγελος αναγγέλλει τον ερχομό του. Μείνε μονάχος να τον υποδεχτείς. Και άγγελός μας είναι η νύχτα που πέφτει στην εκθαμβωτική πίστα. Ακόμα κι αν η δική σου μοναξιά είναι πλημμυρισμένη στο φως ενώ σκοτάδι τα χιλιάδες μάτια που σε κρίνουν, που φοβούνται και προσδοκούν τη πτώση σου, θα χορέψεις πάνω και μέσα στην άνυδρη μοναξιά, με τα μάτια δεμένα και εί δυνατόν τα βλέφαρα ραμμένα. Τίποτε όμως δε θα σε εμποδίσει να χορέψεις για την εικόνα σου, και προπαντός χειροκροτήματα ή γέλια. Αλίμονο, είσαι καλλιτέχνης, και δεν γίνεται πια να αγνοήσεις την ανελέητη άβυσσο των ματιών σου. Νάρκισσος χορεύει; Δεν είναι ωστόσο φιλαρέσκεια, εγωισμός και φιλαυτία, μα κάτι άλλο. Μήπως ο ίδιος ο θάνατος; Χόρευε λοιπόν ολομόναχος. Χλωμός, πελιδνός, γεμάτος αγωνία αν θ' αρέσεις στην εικόνα σου - δηλαδή θα χορέψει η εικόνα σου για σένα.
Ποιος φυσιολογικός, γνωστικός άνθρωπος περπατά πάνω σε συρματόσκοινο ή εκφράζεται με στίχους;
Ο έρωτας, σχεδόν απελπισμένος αλλά γεμάτος τρυφερότητα, ο έρωτας που οφείλεις να δείχνεις στο σκοινί σου πρέπει να είναι δυνατός όσο και το συρματόσκοινο που κρατά το βάρος σου. Γνωρίζω τα αντικείμενα, τη μοχθηρία και τη σκληρότητα τους, αλλά και την ευγνωμοσύνη τους. Το σκοινί ήταν νεκρό—ή έστω, βουβό και τυφλό. Με την εμφάνιση σου θα ζωντανέψει και θα μιλήσει. Θα το ερωτευτείς—με έναν έρωτα, θα έλεγα, σαρκικό. Τη νύχτα, καθώς είναι ακόμα κουλουριασμένο στο κουτί του, πήγαινε να το δεις, να το χαϊδέψεις, να ακουμπήσεις το μάγουλο σου στο δικό του.
Ωστόσο πρέπει να εκθέτεις τον εαυτό σου στον κίνδυνο του σωματικού, του οριστικού θανάτου. Το απαιτεί η δραματουργία του Τσίρκου. Το τσίρκο, όπως η ποίηση, ο πόλεμος και η ταυρομαχία είναι από τα λίγα σκληρά παιχνίδια που επιζούν.
Αν πέσεις, θα σου εκφωνήσουν τον πιο συμβατό επικήδειο: βάλτος από χρυσάφι κι αίμα, τέλμα όπου το ηλιοβασίλεμα… μην περιμένεις τίποτ' άλλο. Το τσίρκο είναι όλο συμβατικότητες.
- Κοίτα να γίνεις διάσημος…
- Γιατί;
- Για να προξενείς το κακό.
- Πρέπει οπωσδήποτε να βγάλω λεφτά;
- Απαραιτήτως. θα εμφανίζεσαι στο συρματόσχοινό σου και θα σε ραντίζει μια χρυσή βροχή.
.... Κι επειδή θα σε ενδιαφέρει μονάχα ο χορός , τη μέρα θα σαπίζεις.
.... Το κοινό - που χάρη σ' αυτό υπάρχεις, γιατί χωρίς το κοινό δε θα καταχτούσες ποτέ τη μοναξιά - είναι το κτήνος που εσύ στο τέλος θα το εξοντώσεις. Η τελειότητα κι η τόλμη σου όση ώρα εμφανίζεσαι το εκμηδενίζουν.
Μάταιες οι συμβουλές μου και άστοχες. Δεν είναι δυνατόν να τις ακολουθήσει κανείς. Ήθελα μόνο να γράψω για την τέχνη σου ένα ποίημα που θα σε θερμάνει ολόκληρο, απ' την κορφή ως τα νύχια. Ν' αναφλεγείς ήθελα, όχι να σε διδάξω.

 ****************
Ο ΣΧΟΙΝΟΒΑΤΗΣ - ΖΑΝ ΖΕΝΕ
Μετάφραση : Χριστόφορος Λιοντάκης
Εκδόσεις Καστανιώτη
Πρώτη έκδοση : 1986

Ένας κόσμος ανάποδα – Εντουάρντο Γκαλεάνο



Tο δικαίωμα στο παραλήρημα
......................
.... μια ωραία ημέρα ο πάπας της Ρώμης αποφάσισε να δώσει μια ημερομηνία γέννησης στο Χριστό, παρότι κανείς δεν ξέρει πότε γεννήθηκε ο Χριστός.[...]Ο χρόνος χλευάζει τα όρια που του βάζουμε, επειδή θέλουμε να πιστεύουμε ότι τάχα εμείς τον ορίζουμε• όλοι οι άνθρωποι όμως γιορτάζουν και φοβούνται αυτά τα σύνορα του χρόνου.[...]Τι θα γίνει αν για μια στιγμούλα αφεθούμε στο παραλήρημα; Ας διαπεράσει το βλέμμα μας το όνειδος και ας ονειρευτούμε έναν άλλο κόσμο όπου:
ο αέρας θα είναι καθαρός, απαλλαγμένος από το μικρόβιο του ανθρώπινου φόβου και από τα ανθρώπινα πάθη•
στους δρόμους τα σκυλιά θα συνθλίβουν τα αυτοκίνητα•
τους ανθρώπους δε θα τους ελέγχει το αυτοκίνητο, δε θα τους προγραμματίζει ο υπολογιστής, δε θα τους εξαγοράζει το σούπερ μάρκετ, δε θα τους παρακολουθεί η τηλεόραση•
η τηλεόραση θα πάψει να είναι το πιο σημαντικό μέλος της οικογένειας και θα της συμπεριφερόμαστεόπως στο σίδερο ή το πλυντήριο ρούχων
οι άνθρωποι θα δουλεύουν για να ζήσουν, αντί να ζουν για να δουλεύουν
στους ποινικούς κώδικες θα ενταχθεί και το αδίκημα της βλακείας, το αδίκημα που διαπράττουν όσοι ζουν για να έχουν ή για να κερδίζουν, αντί να ζουν απλώς και μόνο για να ζουν, σαν τα πουλιά που κελαηδούν χωρίς να ξέρουν ότι κελαηδούν και σαν τα παιδιά που παίζουν χωρίς να ξέρουν ότι παίζουν
σε καμιά χώρα δε θα φυλακίζονται οι νέοι που αρνούνται να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία, αλλά εκείνοι που θα θέλουν να την υπηρετήσουν
οι οικονομολόγοι δε θα ονομάζουν επίπεδο ζωής το επίπεδο της κατανάλωσης, ούτε ποιότητα ζωής την ποσότητα των υλικών αγαθών
οι μάγειροι δε θα πιστεύουν ότι είναι ευχάριστο για τους αστακούς να τους βράζουν ζωντανούς•
οι ιστορικοί δε θα πιστεύουν ότι η εισβολή σε μια χώρα είναι κάτι που την ευχαριστεί»
οι πολιτικοί δε θα πιστεύουν ότι είναι ευχάριστο για τους φτωχούς να τρώνε υποσχέσεις•
η σοβαρότητα θα πάψει να θεωρείται αρετή και κανείς δε θα παίρνει στα σοβαρά έναν άνθρωπο που δε θα είναι ικανός να γελάει με τον εαυτό του•
ο θάνατος και το χρήμα θα χάσουν τις μαγικές τους δυνάμεις και ούτε ο θάνατος ούτε η περιουσία θα μπορούν να μετατρέπουν έναν παλιάνθρωπο σε ευυπόληπτο πολίτη•
κανείς δε θα θεωρείται ήρωας ή χαζός επειδή κάνει αυτό που πιστεύει ότι είναι σωστό αντί να κάνει αυτό που τον συμφέρει περισσότερο•
ο κόσμος δε θα πολεμάει πια τους φτωχούς αλλά τη φτώχεια και η στρατιωτική βιομηχανία δε θα έχει άλλη λύση παρά να κλείσει»
το φαγητό δε θα είναι εμπόρευμα ούτε η επικοινωνία εμπόριο, επειδή το φαγητό και η επικοινωνία είναι δικαιώματα του ανθρώπου•
κανείς δε θα πεθαίνει από πείνα επειδή κανείς δε θα πεθαίνει από το πολύ φαΐ»
κανείς δε θα φέρεται στα παιδιά του δρόμου σαν να είναι σκουπίδια, επειδή δε θα υπάρχουν παιδιά του δρόμου•
κανείς δε θα φέρεται στα πλούσια παιδιά σαν να είναι λεφτά, επειδή δε θα υπάρχουν πλούσια παιδιά•
η εκπαίδευση δε θα είναι προνόμιο μόνο όσων μπορούν να την πληρώσουν
η αστυνομία δε θα είναι εφιάλτης για όσους δεν μπορούν να την εξαγοράσουν
η δικαιοσύνη και η ελευθερία, αδέλφια σιαμαία που καταδικάστηκαν να ζουν χωριστά, θα ενωθούν και πάλι, πλάτη με πλάτη»
μια μαύρη γυναίκα θα είναι πρόεδρος της Βραζιλίας και μια άλλη γυναίκα, επίσης μαύρη, θα είναι πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής• μια Ινδιάνα γυναίκα θα κυβερνάει τη Γουατεμάλα και μια άλλη το Περού4
στην Αργεντινή οι τρελές της Πλάζα ντε Μάγιο θα είναι παράδειγμα πνευματικής υγείας, επειδή εκείνες αρνήθηκαν να ξεχάσουν στα χρόνια της υποχρεωτικής λήθης•
η Αγία Μητέρα Εκκλησία θα διορθώσει τα τυπογραφικά λάθη στους πίνακες του Μωυσή και η έκτη εντολή θα προστάζει να τιμάμε το σώμα•
η Εκκλησία επίσης θα υπαγορεύσει μια ακόμη εντολή, που την ξέχασε ο Θεός: «Αγάπα τη φύση, μέρος της οποίας είσαι κι εσύ»•
θα ξαναβλαστήσουν τα δάση στον ερημωμένο κόσμο μας και στις ερημωμένες ψυχές•
οι απελπισμένοι θα ξαναβρούν την ελπίδα τους και οι χαμένοι τη ζωή τους, αφού απελπίστηκαν επειδή ήλπισαν πολύ και χάθηκαν επειδή έψαξαν πολύ•
όσοι έχουμε θέληση για δικαιοσύνη και ομορφιά θα είμαστε όλοι αδέλφια, όποτε κι αν έχουμε γεννηθεί, όπου κι αν έχουμε ζήσει, χωρίς να χρειαστεί να αλλάξουμε καθόλου τα σύνορα του κόσμου και του χρόνου•
η τελειότητα θα εξακολουθήσει να είναι το βαρετό προνόμιο των θεών όμως, σ’ αυτό τον όμορφο αλλά και γαμημένο κόσμο, θα ζούμε την κάθε νύχτα σαν να ‘ναι η τελευταία και την κάθε μέρα σαν να ‘ναι η πρώτη μας.
.....................
Ένας κόσμος ανάποδα - Εντουάρντο Γκαλεάνο,Μάθημα 17ο: Tο δικαίωμα στο παραλήρημα, Σελίδες 360 – 365.
Εκδόσεις «Πιρόγα», μτφρ. Ζακοπούλου Γεωργία.

Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2018

Λουντέμης

Μακελειό στην χαράδρα – Γιώργος Φαρσακίδης, 1949


"Κείνο το βράδυ σώπαιναν οι λύκοι, γιατί ούρλιαζαν οι άνθρωποι!"

..........................

"Ήρθε μια νύχτα που το νησί (Μακρόνησος) κλυδωνίζεται σαν ακυβέρνητο σκάφος. Αυτή τη νύχτα –οι φθόγγοι αυτοί οι άγνωστοι- ακούστηκαν τόσο δυνατά, που οι μεταλλωρύχοι της αντικρινής πλαγιάς τρόμαξαν και κρύφτηκαν στις στοές τους. Ήταν οχτώ του Δεκέμβρη, χίλια εννιακόσια σαράντα εννέα χρόνια ύστερα απ’ τη γέννησή του γιου μιας χωρικής που τον σταύρωσαν –μια φορά- πάνω σ’ ένα ξύλο σ’ ένα λόφο της Σιών, επειδή κουβάλησε μαζί του καινούργιες ιδέες. Βλέπετε οι ιδέες, κάθε φορά που έχουν απόλυτους τους ιδιοκτήτες, που άμα δεν έρχονται στα μέτρα που θέλουν αυτοί, παίρνουν το κεφάλι που τις έχει. […]"
..........................

"Και σαν ξημέρωσε η οχτώ του Δεκέμβρη σύρτηκε απ’ τη μιαν άκρη του νησιού ως την άλλη η πελώρια σκιά του τρόμου. Δήμιοι, νεκροί, πληγωμένοι… κείτουνταν χάμω, μέσα σ’ έναν πέτρινο αγρό σπαρμένον με ανθρώπινα κορμιά. Εκείνο το πρωί τα κοκόρια του Λαυρίου –για πρώτη φορά- δε λάλησαν. Μόνο τα σκυλιά της πόλης ανέβηκαν στο καρβουνόχωμα και κλαίανε όλη τη νύχτα. Όσο για τους ανθρώπους, όλες αυτές τις νύχτες, παρακολουθούσαν τη ζωή απ’ τις χαραμάδες… Σάστιζαν πως, αυτό που γινόταν αντίκρυ, δεν το είχε γράψει ακόμα η Αποκάλυψη […]"
.............................

"… Η φρίκη της Μακρόνησος δε χωράει σε βιβλία. Διαβάζεται μόνο μες στα μάτια των τρελών της. Μόνο τ’ αυτιά του Λαυρίου πρόφτασαν ν’ αρπάξουν κάτι ξεφτίδια απ’ τις φωνές… Στην αρχή, γιατί αργότερα ράγισαν κι αυτά και δεν άκουαν πια τίποτα. Κι έτσι απόμειναν μόνο οι σκύλοι -με το προφητικό τους ένστικτο- να σκορπούν απ’ τους καρβουνοσωρούς τις οιμωγές τους, σαν μαύρους οιωνούς που έβγαιναν απ’ τα σπλάχνα του προαιώνιου ζώου.[…]"
....................

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Σιωπή! Χρησιμοποιείς την ιεράν ταύτην αίθουσαν δια την βρομεράν σου προπαγάνδα; Αρκεί!
ΣΤΡΑΤΟΔΙΚΗΣ: Αφήστε τον, κ. Πρόεδρε… πολύ γρήγορα –μόλις ο θάνατός του γίνει βεβαιότης-, θα σκύψει τον αυχένα.
ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ: Κάνετε λάθος. Θα πάω όρθιος παντού. Όρθιος όπως περπάτησα ως τώρα, ακόμα κι όταν τα πόδια μου έσταζαν αίματα. Πρέπει, για την Ιστορία, να σας πω ότι χτες βράδυ, μετά το τέλος της δίκης, τρεις άνθρωποι μπήκαν στο κελί μου κι όλη τη νύχτα πάλεψαν να σπιλώσουν την τελευταία μέρα της ζωής μου, αποσπώντας μου την ταπεινωτική «μετάνοια». Θα μπορούσα να σας δείξω τις πληγές και τα εγκαύματα που έκαναν σ’ ολόκληρο το κορμί μου. Δεν το κάνω όμως για να μη νομισθεί ότι εκλιπαρώ την επιείκεια ή τον οίκτο σας. Δεν με πιστεύετε;
ΣΤΡΑΤΟΔΙΚΗΣ: Εγώ το πιστεύω. Όχι, κ. Πρόεδρε. Εγώ το πιστεύω. Γι’ αυτό, κατηγορούμενε, σε συμβουλεύω εγώ, πατρικώς –όχι με βασανισμούς και απειλάς- σε προτρέπω πατρικώς να εγκαταλείψεις, επιτέλους, αυτό το στείρον ανώφελον πείσμα –χάριν μιας αβεβαίας υστεροφημίας- και να επανέλθεις εις τους κόλπους της Πατρίδος, ήτις θα σε δεχθεί και θα περιθάλψει τας πληγάς σου.
ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ: Παιδιά που τα δέρνουν στο σπίτι με το ξύλο φεύγουν μακρύτερα. Όχι, κ. Στρατοδίκα, δεν θα επιστρέψω στο ετοιμόρροπο σπίτι σας που τόσο άσκημα κάνετε αν το λέτε ‘Πατρίδα’. Δεν θα επιστρέψω ούτε με το γλυκό σας ύφος, που τόσο αδέξια ηχεί στα χείλη σας. Δεν θα επιστρέψω σ’ ένα σπίτι που τας θεμέλια και το κατώι του πλημμύρισαν από αίματα. Πατρίδα είναι εκείνο που για χάρη του θυσιάζονται οι άνθρωποι και όχι εκείνο που για χάρη του σκοτώνουν.
Ο ΙΔΙΟΣ ΣΤΡΑΤΟΔΙΚΗΣ: Ε, τότε πήγαινε στο διάολο! Πήγαινε στον θάνατο που σου αξίζει!»

Μενέλαος Λουντέμης, «Οδός Αβύσσου αριθμός Ο», ΠΑΤΑΚΗΣ, Απρίλιος 2015


////////////////////////////////


"Εδώ είναι το σπίτι του Μενέλαου.
Όχι οδός Αβύσσου, αριθμός Μηδέν.
Οδός Ανθρώπου, αριθμός 1.
Δε χρειάζεται να χτυπήσεις.
Η πόρτα ανοιχτή. Μπορείς να μπεις.
Μ' αναμμένο το φανάρι της καρδιάς μου μες στη νύχτα
φωτίζω την πόρτα σου, Μενέλαε. Σε βρήκα.
Περάστε, αδέρφια. Το σπίτι του όλους μας χωράει.
Εδώ μένει ένας άνθρωπος που καίγεται απ' τον ήλιο
της καρδιάς του και φωτίζει."

Γιάννης Ρίτσος, Απρίλης 1955, (Απόσπασμα από ποίημα αφιερωμένο στον Μενέλαο Λουντέμη, από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Κυριακή 14 Ιανουαρίου 2018

Αργύρης Χιόνης, Ασήμαντα περιστατικά



 maria frodl

1. ΚΑΠΟΙΟΣ ΕΞΗΜΕΡΩΣΕ, ΚΑΠΟΤΕ ΜΙΑ ΜΟΝΑΞΙΑ· από θηρίο της ερήμου ζώο
την έκανε οικόσιτο,κι ήτανε τρυφερή και διακριτική και στην αφή τόσο απαλή, πιo απαλή ακόμα κι από γάτα.
Τώρα πώς έγινε και, έτσι ξαφνικά, αυτή η τόσο εξημερωμένη μοναξιά τον κατα-
σπάραξε, κανείς δεν ξέρει.
*** 2. Είναι δυο άνθρωποι. Ο ένας με μαχαίρι, ο άλλος άοπλος.
Αυτός με το μαχαίρι λέει στον άλλο: "Θα σε σκοτώσω".
"Μα γιατί;", ρωτά ο άοπλος "τι σου 'χω κάνει; Πρώτη φορά βλεπόμαστε. Ούτε σε ξέρω ούτε με ξέρεις".
"Γι' αυτό ακριβώς θα σε σκοτώσω. Αν γνωριζόμασταν, μπορεί να σ' αγαπούσα", λέει αυτός με το μαχαίρι.
"Ή και να με μισούσες", λέει ο άοπλος. "Να με μισούσες τόσο, που με χαρά μεγάλη θα με σκότωνες. Γιατί να στερηθείς μια τέτοια απόλαυση; Έλα να γνωριστούμε!"
"Κι αν σ' αγαπήσω", επιμένει ο οπλισμένος, "αν σ' αγαπήσω, τι θα κάνει ετούτο το μαχαίρι;"
"Ω, μη φοβάσαι", λέει ο άοπλος, "σκοτώνει ακόμη κι η αγάπη. Και τότε είναι ακόμη πιο μεγάλη η απόλαυση" *** 3. ΣΕ ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ ΕΡΗΜΟ ΚΙ ΕΡΕΙΠΩΜΕΝΟ, ζούσε μια χοντρή βαριά σιωπή· τόσο χοντρή που ’χε ξηλώσει όλα τα κουφώματα, τόσο βαριά που ’χε βουλιάξει όλα τα πατώματα και τόσο σιωπηλή που όποιος έμπαινε εκεί δεν άκουγε ούτε τη βουή του τρομαγμένου αίματος στις φλέβες του. Και, ξαφνικά, μια μέρα, η σιωπή τραγούδησε. Ναι, μη σας φαίνεται παράξενο· ο έρωτας τα πάντα κατορθώνει, και η σιωπή, για την οποία σας μιλώ, αγάπησε τρελά ένα σαράκι που, λίγο – λίγο, από μέσα τρώγοντάς την, αδιάκοπα αδειάζοντάς την, ανάλαφρο την έκανε του έρωτα δοχείο, του τραγουδιού του ηχείο.

Αργύρης Χιόνης,Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1966-2000, (Ασήμαντα Περιστατικά), ΝΕΦΕΛΗ

Τ. Πατρίκιος, Λυσιμελης Πόθος (επιλογή)



Eduard Weston, 1936, Charis Wilson

Κάθε που θέλω να τιμωρήσω τον εαυτό μου
Λιγοστεύω τις φορές που σε κοιτάω.
.........
Έφερες πάλι τη ροή του χρόνου
άλλοτε επιταχυνοντας, άλλοτε
βραδυνοντας τις ώρες
.........
Οι απέραντες εκτάσεις μετρημένες με έτη φωτός δεν μου λένε τίποτα
Εσύ ήσουνα λίγα μέτρα μακριά
και δεν μπορούσα να σ' αγγίξω
σαν απλησίαστο απλανη αστέρα.
.........
Ξεριζωνω μία - μία σκέτες λέξεις
και σου τις στέλνω...
..........
Τα λόγια φτάνουν αλλαγμένα στον προορισμό
Δεν φτάνουν, δεν ξεκινούνε καν, μένουν...
.........
Νομίζαμε ότι γνωριζόμαστε καλά
μα όταν τα κουρασμένα ρούχα μας αρχίσανε να πέφτουν...
φάνηκε καθαρά πόσο μακρύς ήταν ο δρόμος
..........
Η πιο δημοκρατική στιγμή
είναι του αμοιβαίου οργασμού
..................

Τ. Πατρίκιος, Λυσιμελης Πόθος, ΚΙΧΛΗ

Mehmet Ali Ozcobanlar*

Anke Merzbach


Τι είναι αλήθεια και τι ψέμα, τι είναι σωστό και τι είναι λάθος
Εγώ είμαι σ’εσένα και με σένα
Κράτα με στα αισθήματα σου
Μα μη ταράζεσαι
Μην ξεχνάς πως κυκλοφορώ μέσα στη συγκίνηση σου
Κι αν με τον καιρό φύγω και χαθώ
Πάντα στο πλάι σου θα βρίσκομαι

......................
Κάποιοι ξέρουν, όμως εσύ δεν γνωρίζεις
Κάποιοι αφουγκράζονται όμως εσύ δεν ακούς
Αυτοί βλέπουν, εσύ δεν κοιτάζεις
Τα αυτιά σου δεν ακούν, στέκεις κουφός στις κραυγές της οδύνης μου
Τα μάτια σου δεν βλέπουν πως κάθε στιγμή το κορμί μου λιώνει
Η ψυχή σου δεν έχει πάρει χαμπάρι τον έρωτα μου
Εσύ δεν ακούς, δεν βλέπεις, δεν ξέρεις…
.........................
Δεν είναι υπέροχο να αναπνέεις τον αέρα της ίδιας πόλης
Να μοιράζεσαι την δροσιά της ίδιας θάλασσας
Να ατενίζεις τον ίδιο ορίζοντα την χαραυγή
Να ξυπνάς με τον ίδιο ήλιο και να βυθίζεσαι στο ίδιο όνειρο
Με το πνεύμα του ίδιου ανθρώπου ;
.........................
*Ο Mehmet Ali Ozcobanlar γεννήθηκε το 1984 στην Κιουτάχεια, σπούδασε στο Εσκι-Σεχιρ και την Βαρσοβία. Η ποίηση του έχει βαθιά ελληνοκεντρική ταυτότητα , μιας και μοιράζει τη ζωή του ανάμεσα στην Τουρκία και τα νησιά της Μυκόνου και της Δήλου. Η πρώτη του ποιητική συλλογή, Seyyah, μεταφράστηκε από τον Θωμά Κοροβίνη, και πρωτοδημοσιευτηκε στο 96ο τεύχος του ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟΥ.

Τρίτη 26 Δεκεμβρίου 2017

Jacques Prévert, Pour toi mon amour

Je suis alle au marche aux oiseaux
Et j'ai achete des oiseaux
Pour toi
mon amour
Je suis alle au marche aux fleurs
Et j'ai achete des fleurs
Pour toi
mon amour
Je suis alle au marche a la ferraille
Et j'ai achete des chaines
De lourdes chaines
Pour toi
mon amour
Et puis je suis alle au marche aux esclaves
Et je t'ai cherchee
Mais je ne t'ai pas trouvee
mon amour



Για εσένα, αγάπη μου
Πήγα στην αγορά των πτηνών
Και αγόρασα πτηνά
Για εσένα
Αγάπη μου

Πήγα στην αγορά των λουλουδιών
Και αγόρασα λουλούδια
Για εσένα
Αγάπη μου

Πήγα στην αγορά των σιδηροκατασκευών
Και αγόρασα αλυσίδες
Βαριές αλυσίδες
Για εσένα
Αγάπη μου

Και έπειτα πήγα στην αγορά των σκλάβων
Και σε έψαξα
αλλά δεν σε βρήκα
Αγάπη μου ..

Jacques Prévert

Παρασκευή 8 Δεκεμβρίου 2017

Μιχάλη Γκανᾶ, Χριστουγεννιάτικη ἱστορία





Κάθεται μόνος
καί καθαρίζει τ’ ὅπλο του δίπλα στο τζάκι
Κανείς δέ θά’ ρθει καί τό ξέρει,
κλεῖσαν οἱ δρόμοι ἀπό το χιόνι, σάν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα καί πάλι
καί τά ποτά κρυώνουν στό ντουλάπι.
Τό τσίπουρο στυφό, τό οὖζο γάλα καί τό κρασί ραγίζει τά μπουκάλια.
Ἐκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.
Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
Δεν πίνει, δεν καπνίζει, δέ μιλάει.
Στήν τηλεόραση χιονίζει,
Τό στρώνει ἀργά στό πάτωμα καί στό τραπέζι
καί στίς παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια τῶν νεκρῶν,
πού τόν κοιτάζουν ἀπ’ τό μέλλον.
Ἐκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
Καί μόνο τό δικό της βλέμμα
ἔρχεται ἀπό τά περασμένα.
Κοντεύουνε μεσάνυχτα
καί καθαρίζει τ’ ὅπλο του ἀπ’ το πρωί.
Πῶς νά τοῦ πῶ «Καλά Χριστούγεννα»,
Εὐχές δέ φθάνουν ὣς ἐδῶ,
Δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
ἡ σκέψη ἁρπάζεται ἀπ’ τό κλαδί τῆς μνήμης,
μά νά τρυπώσει δέν μπορεῖ στή μοναξιά του.
Μιά μοναξιά πού χτίστηκε σιγά σιγά
μ’ ὅλα τά ὑλικά καί δίχως λόγια.
Κοντεύουν ξημερώματα κι ἀκόμη
Γυαλίζει τ’ ὅπλο του δίπλα στο τζάκι
μέ ἀργές κινήσεις σά νά τό χαϊδεύει.
Μένει στά δάχτυλα τό λάδι
ἀλλά τό χάδι χάνεται.
Θυμᾶται κυνηγετικές σκηνές
μέ ἀγριογούρουνα καί χιόνια ματωμένα,
πρίν γίνει θήραμα κι ὁ ίδιος
στήν μπούκα ἑνός κρυμμένου κυνηγοῦ,
πού τόν παραμονεύει ἀθέατος
ἀφήνοντας νά τόν προδίδουν κάθε τόσο
πότε μιά λάμψη κάνης,
πότε μιά κίνηση στίς κουμαριές
κι ἡ μυρωδιά ἀπ’ τό βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ὅτι κρατάει
μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια καί μπαρούτι μαῦρο.
Ὅταν ἀποφασίσει νά τοῦ ρίξει
δέ θά προλάβει πάλι νά τόν δεῖ
πίσω ἀπ’ τό σύννεφο τῆς ντουφεκιᾶς του.
Ἂν σκέφτεται στ’ ἀλήθεια κάτι τέτοια,
καί δέν τόν τιμωρῶ ἐγώ μ’ αυτές τίς σκέψεις,
πῶς νά πλαγιάσει καί νά κοιμηθεῖ.
Λέω νά γίνω πατέρας τοῦ πατέρα μου,
ἕνας πατέρας πού τοῦ ἒτυχε
σιωπηλό καί δύστροπο παιδί,
καί νά τοῦ πῶ μιά ἱστορία
γιά νά τόν πάρει ὁ ὓπνος.
Ὕπνε πού παίρνεις τά παιδιά πάρε καί τόν πατέρα…
Ὕπνε πού παίρνεις τά παιδιά
πάρε καί τόν πατέρα• ἀπ’ τίς μασχάλες πιάσ’ τονε
σά νά’ ταν λαβωμένος. Ὅπου πηγαίνεις τά παιδιά
ἐκεῖ περπάτησέ τον, μέ τό βαρύ ἀμπέχωνοστίς πλάτες του ν’ ἀχνίζει.

Δῶσ’ του κι ἕνα καλό σκυλί
καί τούς παλιούς του φίλους, καί ρίξε χιόνι ὓστερα
ἄσπρο σάν κάθε χρόνο. Νά βγαίνει ἡ μάνα νά κοιτᾶ
ἀπό τό παραθύρι, τήν ἔγνοια της νά βλέπουμε
στά γαλανά της μάτια, κι ὅλοι νά τῆς τό κρύβουμε
πώς εἶναι πεθαμένη.
Ὕπνε πού παίρνεις τά παιδιά
πάρε κι ἐμᾶς μαζί σου, μέ τούς ἀνήλικους γονεῖς,
παιδάκια τῶν παιδιῶν μας. Σέ στρωματσάδα ρίξε μας
μιά νύχτα τοῦ χειμώνα, πίσω ἀπ’ τά ματοτσίνορα
ν’ ακοῦμε τούς μεγάλους, νά βήχουν, να σωπαίνουνε,
νά βλαστημοῦν τό χιόνι. Κι ἐμεῖς νά τούς λυπόμαστε
πού γίνανε μεγάλοι καί νά βιαζόμαστε πολύ
νά μοιάσουμε σ’ εκείνους, νά δοῦν πώς μεγαλώσαμε
νά παρηγορηθοῦνε.
Μιχάλη Γκανᾶ, Γυάλινα Γιάννενα, ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ
Καισαριανή 1950-51 © Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών

Το νερό
ΣΤΗΝ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗ, στο μοναστήρι, υπάρχει μια βρύση. Το νερό τρέχει από το στόμα κριού, αρχαία ειδωλολατρική κατασκευή, κι όσες γυναίκες πίνανε νερό απ’ το κριάρι κάνανε παιδιά και μάλιστα αρσενικά. Έτσι λέει ο μύθος, ένα πρωτότυπο μαρκάλισμα που γίνεται με το νερό. Με το νερό; Ναι, άμα βγαίνει από στόμα ζώου που έχει την ικανότητα να επισκέπτεται ολόκληρο κοπάδι προβατίνες, όλα γίνονται. Ωραία σύλληψη αρκετά παγανιστική και άκρως ρεαλιστική.
Στα βυζαντινά χρόνια όπου πνευματικοποιούνται περισσότερο τα πράγματα κάποιος καλόγερος, ίσως κι ο χρόνος —ακριβώς δεν ξέρω— έκοψε λίγο τα κέρατα του κριαριού, έτσι που να μοιάζει λίγο και αμνός. Δεν τα πολυκατάφερε, γιατί εκείνο, παρά τα κουτσουρεμένα κέρατά του, επιμένει να έχει όψη κριαριού. Όμως το νερό του αναγκαστικά έχασε τις παλιές ιδιότητες του κι έγινε αγίασμα για πάσα νόσο και πάσα μαλακία.
Στα χρόνια μας ο κριός-αμνός έμεινε ένα στολίδι και τίποτε παραπάνω, ενώ το νερό του απλώς καλό χωνευτικό νεράκι. Έτσι είναι, τελειώνουν οι μύ­θοι κι έρχεται η επιστήμη να εξηγήσει μερικά ανεξήγητα φαινόμενα, έρχεται η διαλεχτική και εξετάζει την αλληλοεπίδραση νερού κι επαναστατικής ψυχολογίας, έτσι κι εγώ, εξοπλισμένος με τη διαλεχτική μέχρι τα μπούνια, λέω να ερμηνέψω τη συμπεριφορά των Καισαριανιωτών τα τριάντα τελευταία χρόνια, με μπούσουλα αποκλειστικό ετούτο το νερό.
Μια ώρα δρόμο με τα πόδια από τα τελευταία σπίτια της συνοικίας δεν είναι λίγος. Φτάνει κανένας ιδρωμένος και ξεθεωμένος από τον ανήφορο και πέφτει με τα μούτρα στο νερό που, είπαμε, έχει μια συγκεκριμένη ιδιότητα: Ξεπλένει τ’ άντερα. Τί φταίει το νεράκι αν πεινάς; Τί φταίει αν δεν έχεις τι να φας; Κι όπως έχεις θέα από δω πάνω την πολιτεία πιάτο μπρος σου, επαναστατικοποιείσαι κι ορμάς. Αυτή είναι η κατοχική περίπτωση της Και­σαριανής.
Οι ξυλάδες σκάβανε να βρουν της κουμαριάς τη ρίζα. Άλλοι ψάχναν για χελώνες. Οι γυναίκες μάζευαν τα τελευταία χόρτα. Δεν είχε μείνει τίποτα επάνω στο βουνό. Μόνο μια καπαμά τσουκνίδες και δίπλα ετούτο το νερό που μόλις το ‘πινες σου έκανε το άντερο φλογέρα. Σκούριαζαν οι σουγιάδες που ‘βγαζαν τα χόρτα, αργοί οι γκασμάδες και τα πρόσωπα όλα ρουφηγμένα. Έτσι γεννιούνται οι ήρωες, οι γαϊδουροκεφαλές κι οι σφερδουκλοκεφτέδες. Όλ’ απ’ ανάγκη. Έτσι μεγαλουργούν οι τόποι κι έρχονται έπειτα κοντυλοφόροι μυθοπλάστες να σου μιλήσουν για ιδέες άπιαστες, για κόρες και θεές που κατεβαίνουν απ’ τα όρη. Τίποτε. Το στομάχι τις φέρνει, το στομάχι τις παίρνει, ιδέες νεράιδες με πρόσωπο ολοστρόγγυλο ψωμί, με μάτια κατάμαυρα ελιές, με μάγουλα ροδάκινα, με στήθη γάλα ή ρύζι. Αφηνιάζεις καθώς σου λείπουν όλ’ αυτά (πες το ιδέα, πες το Λευτεριά, το ίδιο μου κάνει), αρπάζεις τη σημαία και χύνεσαι στους δρόμους αποζητώντας καλό βόλι. Έτσι κι αλλιώς το κρύο χνώτο της πείνας από πίσω πλησιάζει.
Τί μ’ έχει πιάσει και γελοιοποιώ τα πάντα; Μπορεί πάλι τα πράγματα να ‘ναι σοβαρά και το γελοίο να φωλιάζει μέσα μου. Πάντως έχοντας τάξει για σκοπό την απομυθοποίηση ορισμένων καταστάσεων δεν πρόκειται να σιάξω άλλους μύθους. Καλύτερα η γελοιοποίηση. Αν έβλεπα τα πράγματα έτσι μιας αρχής ίσως είχα γλιτώσει τις φανφάρες, τ’ άσκοπα ζήτω, τα μεγάλα λόγια κι εκείνο το «Καισαριανή μας». Γιατί «μας» κι όχι «τους»; Τί στο διάβολο συμβόλαιο ιδιοχτησίας υπογράψαμε κι όσο κι αν φεύγει το έδαφος κάτω από τα πόδια μας, όσο κι αν βυθιζόμαστε στα σύννεφα πομπωδών φράσεων, αυτή εκεί να μας ανήκει μπάστακας;
Άλλα ας επιχειρήσουμε και μια φορά στο σοβαρό:
Λευτεριά, αμνοί σταλιάζουμε, αμνοί βελάζουμε το γάλα των μαστών σου. Λευτεριά, ουράνιο δώρο σε προσμένουμε, μες στα βιβλία σε ζητιανεύουμε. Λευτεριά, σ’ έγραψα στο βουνό και στη θάλασσα, τα πνευμόνια μου μάτωσα και τα νιάτα μου χάλασα. Λευτεριά... αλαργέν να τελειώνει το μελό. Δώστου κλότσο, δώστου μπάτσο να τελειώνουμε με τη μυθοπλασία.
Λευτεριά της αυλής, του ούζου και του ταβλιού, παρέα με τον μπατζανάκη μου, εσένα προσκυνάω. Λευτεριά της βδομαδιάτικης δουλειάς και της κυριακάτικης εκδρομής, εσένα λατρεύω. Λευτεριά, μ’ ένα οικοπεδάκι σ’ εξαγόρασα κι ένα βιβλιάριο καταθέσεων. Λευτεριά, τ’ αυτοκίνητό μου τρέχει μ’ εκατόν είκοσι την ώρα, μεγάλη ταχύτητα, ούτε τα δέντρα δεν προλαβαίνω να κοιτάξω, που να διακρίνω χέρια κι αλυσίδες. Λευτεριά, πώς σου φαί­νεται η καινούρια μου γραβάτα και το πουκάμισο με τα μοντέρνα γιακαδάκια; Ποιό κουστούμι να φορέσω όταν έρθεις κι αν έρθεις; Και το πατούμενο; Καλό, ε; Όπου πατάω τρίζει, όχι βέβαια η γη. Κάποτε πατούσα ξυπόλητος κι έτριζε η γη. Άλλα χρόνια. Τώρα, Λευτεριά, κάνω δίαιτα γιατί ξέρω πως εσύ στεφανώνεις πάντα τους σπαθάτους άντρες. Μας πήραν και τα χρόνια σβάρνα, κοιλίτσα (λες να ‘ναι απ’ τη γραβάτα αυτό το πράγμα που φουσκώνει;) ίχνη σαφή αλωπεκίας, τι να κάνουμε; Πίνω το ουίσκι μου και σε ξεχνάω. Αν αύριο με χτυπήσει το παπούτσι μου μπορεί να σε συλλογιστώ για λίγο.
Από τα τελευταία σπίτια της Καισαριανής με τ’ αυτοκίνητο μέχρι το μοναστήρι, είναι δεν είναι δέκα λεπτά. Κατεβαίνεις φρέσκος φρέσκος με την καλαθούνα και την πλαστική νταμιζάνα στο χέρι και τραβάς κάτω από τα πλατάνια. Το κριάρι από μακριά σε παρακολουθεί. «Μπα, τί συμβαίνει μ’ αυτόνε», απορεί. «Γιατί δεν πλησιάζει;». «Άσε», του κάνεις νόημα «να ρίξω κάτι στο στομάχι μου». Ανοίγεις το καλάθι κι αρχίζεις το τζατζίκι και το χταποδάκι ορεχτικό. «Έρχομαι», λες στο κριάρι και πετάγεσαι μέχρι τη βρύση όπου τακτοποιείς την πρώτη στρώση. Έπειτα πάλι στο καλάθι και στη νταμιτζάνα με το κρασί, και να τα κεφτεδάκια, και να τα συκωτάκια και να το κοτόπουλο, δεύτερη στρώση. Άτιμη κατάψυξη, λες, τι μου κάνεις, ανέτρεψες όλο το μαρξισμό. Κάθεσαι κάτω από τα πλατάνια και το κριάρι απαθέστατο σε παρακολουθεί. «Που θα πάει», λέει, «εδώ πάλι θα ‘ρθει να τσουγκρίσουμε τα κέρατά μας». Πιάνεις την κοιλιά σου που ‘χει γίνει μακρουλό καρπούζι και σηκώνεσαι με χίλια ζόρια. Ωραία! Ευτυχώς που υπάρχει αυτό το χωνευτικό νεράκι. «Ν’ ανοίξουμε κανένα κονσερβάκι με καβούρια Ρωσίας;» ρωτάς το σύντροφό σου. Άτιμη συντήρηση, ξετίναξες και το λενινισμό. Πάει κι αυτός. Τίποτε δε μένει όρθιο. Κι από ιδέες, τώρα με γεμάτο στομάχι που να σκεφτώ. Αύριο ίσως.
(Μετακατοχική περίπτωση της Καισαριανής).

«Άπαντα» του Μάριου Χάκκα, σελίδες 235-240, ΚΕΔΡΟΣ


Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2017

Μάριος Χάκκας, Το αγκαθι των μικρομεσαιων συνειδησεων 



Μπορούμε να πούμε μετά βεβαιότητας
ότι όσοι έχουν οξύτατη όραση
θα επιζήσουν της πρώτης κρίσεως
των καρδιακών κρίσεων
της οικουμενικής κρίσεως
ακόμη και της εσχάτης κρίσεως
αρκεί ν’ αντέξουν της κρίσεως συνειδήσεως.

Κατά τα άλλα
πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι
γιατί δεν άρχισε να βρέχει βατράχια
αν και θα επινοηθούν ειδικά αλεξιβρόχια
αποσμητικά κατά της αηδίας
έως ότου εξοικειωθούμε με την μπόχα
των νεκρών αισθημάτων κι ελπίδων.

Βρωμόμυγες, κρεατόμυγες, χρυσόμυγες.
Τι θα γίνει αλήθεια με τις κοινές μύγες
που συνωθούνται στο νεκροτομείο;
Αν θα καλλιεργήσουμε ένα είδος μύγας
Μέσα μας ας είναι το τελειότερο.
Τέλος πάντων.
Πρέπει να μεριμνήσουμε.
Λαμβάνει έκταση επιδημίας αυτή η έκλυση ηθών.
Να κάνουμε έκκληση
επίκληση στις ηθικές μας αρχές
παράκληση προς τον ύψιστο
να μας απαλλάξει
ή να μας μετεξελίξει
σε μύγες, κορέους, κουνούπια
να λείψει το δυσυπόστατο του χαρακτήρα μας
να μεταβληθούμε στους τρόμους μας
ψύλλοι, ψείρες και κάνθαροι.

Μάριος Χάκκας, Άπαντα, Κέδρος



Τάσος Λειβαδίτης, γυναίκες

“…Φτωχές γυναίκες,
μοδίστρες, δακτυλογράφοι, ασπρορουχούδες,
τίμιες ή σπιτωμένες, ακόμα κι άλλες
εκείνες του σκοινιού και του παλουκιού,
γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κουρνιαχτού,
νιώσαμε το φόβο που κρύβεται καμιά φορά
πίσω από την αγνότητα,
την κούραση πίσω από την καλοσύνη ή την αδιαφορία
πίσω απ’ την υπακοή.
Μα πιο πολύ νιώσαμε την αδυναμία που
κρύβεται πίσω απ’ την κακία.
Συχνά μας άφησαν εκείνοι που αγαπούσαμε
πολλές, πάνω στη τρέλα τους, τους ρίξανε βιτριόλι,
οι πιο πολλές βέβαια κλάψαμε, χτυπηθήκαμε,
μα φροντίσαμε σύντομα να βρούμε έναν άλλον,
γιατί τα χρόνια περνάνε…
Αν μας έβλεπε κανείς το βράδυ, όταν μένουμε μονάχες
και βγάζουμε τις φουρκέτες, τις ζαρτιέρες, και κρεμάμε
στην κρεμάστρα το πανωφόρι κι αυτήν τη βαμμένη μάσκα
που μας φόρεσαν, εδώ και αιώνες τώρα, οι άντρες
για να τους αρέσουμε –
αν μας έβλεπαν, θα τρόμαζαν μπροστά σε τούτο
το γυμνό, κουρασμένο πρόσωπο.
Αχ, γυναίκες έρημες,
κανείς δεν έμαθε ποτέ πόση αγωνία κρύβεται πίσω απ’
τη λαγνεία, ή την υστεροβουλία μας.
Και πάντα γυρεύαμε το καλύτερο….
Συχνά καταφύγαμε και στις χαρτορίχτρες,
τρέχουμε στα μέντιουμ να μάθουμε- τι να μάθουμε;
Διαβάζουμε καθημερινά το ωροσκόπιο στις εφημερίδες,
πηγαίνουμε σε διάφορους ύποπτους αστρολόγους…
λοιπόν πού πάμε; Από πού ερχόμαστε; Τι ψάχνουμε
παλεύοντας αιώνια με τα έξω και τα μέσα μας στοιχεία;
Ερχόμαστε απ’ το φόβο και το φόνο, απ’ το αίμα και
την επανάληψη. Ερχόμαστε απ’ την παλαιολιθική αρπαγή-
κι αρχίζουμε την ανθρώπινη φιλία.
Τέλος, ύστερα από πολλά, παντρευόμαστε,
κάνουμε κάμποσες εκτρώσεις, αρκετά παιδιά,
ύστερα έρχεται η κλιμακτήριος, οι μικρονευρασθένειες,
κι ύστερα τίποτα. Όλα καταλαγιάζουν μέσα μας.
Κι επιθυμίες κι αναμνήσεις- αχ περνάει
γρήγορα η ζωή, ούτε το καταλαβαίνεις.
Τα παιδιά ζούνε σ’ ένα δικό τους κόσμο, δε μας ξέρουν
παρά μονάχα σα μητέρες, δεν μπόρεσαν να μας δουν
ποτέ λίγο κι εμάς σαν ανθρώπους-
με τις μικρότητες ή τις παραφορές τους.
Έτσι ζήσαμε. Αγνοημένες και μονάχες μέσα
στο εσωτερικό μας πάθος,
αγνοημένες κι έρημες μέσα στην ιερότητα
της μητρότητάς μας…”



Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, τ. 1.
 

Πέμπτη 12 Οκτωβρίου 2017

Λουί Αραγκόν, «Τραγούδι του Οκτώβρη»






Ένα τραγούδι ουρά μιας εσθήτας απέραντη
Ένα τραγούδι ποτέ δεν τελειώνει
Ένα τραγούδι του Οκτώβρη ρομάντζα
Πιο γλυκιά κι απ’ το Μάη
Ένα τραγούδι που πάντα ν’ αρχίζει ξανά
Τη νοσταλγία του ορίζοντα τα μάτια σου έχουν
Τρελέ που βρίσκεις τον αιθέρα γαλάζιο αρκετά
Που ο ουρανός φυλακή δε σου είναι
Ν’ αγαπήσεις υπέρμετρα πρέπει
Δεν αρκεί διόλου πια το μυαλό
Φθινόπωρο ωραίο με χέρια βελούδου
Ειν’ το τραγούδι που δεν τραγουδήθη ποτέ
Ειν’ το τραγούδι δικού μας του έρωτα
Ειν’ το τραγούδι των ρόδων θωριά του τσαγιού
Που η καρδιά τους έχει το χρώμα της μέρας
Είναι τάχα ο λυγμός βαθύς αρκετά
Να μιλήσει και για του κορμιού τις ερήμους
Όμοιες με κύκλους μες στο νερό
Τα λόγια αξίζουνε τάχατες τη μελωδία
Του ατέλειωτου πόθου κλεισμένου βαθιά στην καρδιά
Ένα τραγούδι Έλσα της τρέλας
Ένα τραγούδι ποτέ δεν τελειώνει
Ένα τραγούδι του Οκτώβρη ρομάντζα
Πιο γλυκιά κι απ’ το Μάη
Ένα τραγούδι ουρά μιας εσθήτας απέραντη.

[“Πρόσωπα/ιδέες- Λογοτεχνία: Αραγκόν”, Πλέθρον]

...........................


Στεφάν Μαλλαρμέ, «Στεναγμός»

Στο μέτωπό σου που ονειρεύεται, ω ήρεμη αδελφή, ένα
φθινόπωρο από πορφυρά πέταλα ανθέων στρωμένο,
και μες στον πλάνητα ουρανό του αγγελικού ματιού σου,
πιστή αναλήπτεται η ψυχή μου, όπως σε κήπο θλίψης
στενάζει κάποιος πίδακας λευκός προς το Γαλάζιο.
Προς το Γαλάζιο το απαλό του ωχρού κι αγνού Οκτωβρίου
την άπειρή του ραθυμία που αντανακλά στις στέρνες
κι αφήνει στο νεκρό νερό, που η υπόξανθη αγωνία
των φύλλων πλέει στον άνεμο και κρύο σκαλίζει αυλάκι,
να σέρνεται ο ήλιος κίτρινος από μια μακριά αχτίδα.

[Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης, Καστανιώτης]

Anne Sexton, Γιορτάζοντας την μήτρα μου

Όλες μέσα μου είναι πουλί.
Χτυπάω όλα τα φτερά μου.
Ήθελαν να σε αποκόψουν
αλλά δεν θα το κάνουν.
Είπαν ότι είσαι απροσμέτρητα άδεια
αλλά δεν είσαι.
Είπαν ότι ήσουν έτοιμη να πεθάνεις
αλλά έκαναν λάθος.
Τραγουδάς σαν σχολιαρόπαιδο.
Δεν έχεις φθαρεί.
Άχθος γλυκό,
γιορτάζοντας τη γυναίκα που είμαι
και την ψυχή της γυναίκας που είμαι
και το κεντρικό δημιούργημα και την ευφροσύνη του
τραγουδώ για σένα. Τολμώ να ζήσω.
Γεια σου, πνεύμα. Γεια σου, φλιτζάνι.
Δέσε, σκέπασε. Σκέπασε αυτό που περιέχει.
Χαιρετώ το χώμα των αγρών.
Καλώς ήρθατε, ρίζες.
Κάθε κύτταρο έχει ζωή.
Υπάρχει αρκετή εδώ για να ευχαριστήσει ένα έθνος.
Είναι αρκετό ότι ο κοσμάκης κατέχει αυτά τα αγαθά.
Κάθε άνθρωπος, κάθε κοινοπολιτεία θα έλεγε σχετικά,
«Θα ‘ταν καλό αυτόν τον χρόνο να φυτέψουμε ξανά
και να προνοήσουμε για τη σοδειά.
Η ξηρασία έχει προβλεφθεί και εξοβελισθεί.»
Πολλές γυναίκες τραγουδούν γι’ αυτό:
κάποια καταριέται τη μηχανή σ’ ένα εργοστάσιο παπουτσιών,
κάποια φροντίζει μια φώκια στο ενυδρείο,
κάποια πλήττει στη ρόδα μιας Ford,
κάποια εισπράττει διόδια στην πύλη,
κάποια τραβά το σκοινί ενός μοσχαριού στην Αριζόνα,
κάποια καβαλικεύει ένα τσέλο στη Ρωσία,
κάποια μετακινεί δοχεία πάνω σε μια σόμπα στην Αίγυπτο,
κάποια βάφει τους τοίχους του δωματίου της στο χρώμα του φεγγαριού,
κάποια πεθαίνει αλλά θυμάται να φάει πρωινό,
κάποια τεντώνεται σε μία ψάθα στην Ταϋλάνδη,
κάποια σκουπίζει τον κώλο του παιδιού της,
κάποια κοιτάζει έξω από το παράθυρο ενός τρένου
στη μέση του Wyoming και κάποια είναι
κάπου και κάποιες είναι παντού και όλες
φαίνεται να τραγουδάνε, αν και κάποιες δεν μπορούν
να τραγουδήσουν ούτε μια νότα.
Άχθος γλυκό,
γιορτάζω τη γυναίκα που είμαι
άσε με να φορέσω μια τρίμετρη μπόλια,
άσε με να χτυπήσω το ταμπούρλο για τις δεκαεννιάχρονες,
άσε με να κουβαλήσω κούπες για την θυσία
(αν αυτό μου αναλογεί).
Άσε με να μελετήσω τον καρδιαγγειακό ιστό,
άσε με να εξετάσω τη γωνιακή απόσταση των μετεώρων,
άσε με να ρουφήξω τους μίσχους των λουλουδιών
(αν αυτό μου αναλογεί).
Άσε με τον χορό της φυλής ν’ ακολουθήσω
(αν αυτό μου αναλογεί).
Γι’ αυτό που χρειάζεται το σώμα
άσε με να τραγουδήσω
για το δείπνο,
για το φιλί,
για το σωστό
ναι.
Anne Sexton, Ποιήματα, (The Complete Poems), Printa, συντελεστές Δήμητρα Σταυρίδου, Παυλίνα Παμπούδη


Κ. Π. Καβάφης, Ο Δαρείος




Ο ποιητής Φερνάζης το σπουδαίον μέρος
του επικού ποιήματός του κάμνει.
Το πώς την βασιλεία των Περσών
παρέλαβε ο Δαρείος Υστάσπου. (Aπό αυτόν
κατάγεται ο ένδοξός μας βασιλεύς,
ο Μιθριδάτης, Διόνυσος κ’ Ευπάτωρ). Aλλ’ εδώ
χρειάζεται φιλοσοφία· πρέπει ν’ αναλύσει
τα αισθήματα που θα είχεν ο Δαρείος:
ίσως υπεροψίαν και μέθην· όχι όμως — μάλλον
σαν κατανόησι της ματαιότητος των μεγαλείων.
Βαθέως σκέπτεται το πράγμα ο ποιητής.
Aλλά τον διακόπτει ο υπηρέτης του που μπαίνει
τρέχοντας, και την βαρυσήμαντην είδησι αγγέλλει.
Άρχισε ο πόλεμος με τους Pωμαίους.
Το πλείστον του στρατού μας πέρασε τα σύνορα.
Ο ποιητής μένει ενεός. Τι συμφορά!
Πού τώρα ο ένδοξός μας βασιλεύς,
ο Μιθριδάτης, Διόνυσος κ’ Ευπάτωρ,
μ’ ελληνικά ποιήματα ν’ ασχοληθεί.
Μέσα σε πόλεμο — φαντάσου, ελληνικά ποιήματα.
Aδημονεί ο Φερνάζης. Aτυχία!
Εκεί που το είχε θετικό με τον «Δαρείο»
ν’ αναδειχθεί, και τους επικριτάς του,
τους φθονερούς, τελειωτικά ν’ αποστομώσει.
Τι αναβολή, τι αναβολή στα σχέδιά του.
Και νάταν μόνο αναβολή, πάλι καλά.
Aλλά να δούμε αν έχουμε κι ασφάλεια
στην Aμισό. Δεν είναι πολιτεία εκτάκτως οχυρή.
Είναι φρικτότατοι εχθροί οι Pωμαίοι.
Μπορούμε να τα βγάλουμε μ’ αυτούς,
οι Καππαδόκες; Γένεται ποτέ;
Είναι να μετρηθούμε τώρα με τες λεγεώνες;
Θεοί μεγάλοι, της Aσίας προστάται, βοηθήστε μας.—
Όμως μες σ’ όλη του την ταραχή και το κακό,
επίμονα κ’ η ποιητική ιδέα πάει κι έρχεται —
το πιθανότερο είναι, βέβαια, υπεροψίαν και μέθην·
υπεροψίαν και μέθην θα είχεν ο Δαρείος.

(Κ. Π. Καβάφης, Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Κυριακή 27 Αυγούστου 2017

Γιώργος Μαρκόπουλος, οι πυροτεχνουργοι


Blue Nude, c.1902 by Pablo Picasso


Τ α Π ο ι ή μ α τ α, Έ ν α Π ο τ ά μ ι, Ο Π ο ι η τ ή ς


                                    Στην Αγγελική και στον Μπάμπη Ζαφειράτο


Τα ποιήματα είναι δύσκολα, το ξέρετε.
Και αν σηκώσεις τις λέξεις, είναι τόσο θλιμμένα,
σαν δάχτυλα που πόνεσες μια νύχτα με αγωνίες.
Ένα ποτάμι είναι ένας ξένος που κρύβεται, το ξέρετε.
Την ημέρα πηγαίνει στη θάλασσα.
Το απόγευμα λουφάζει ακίνητο
σαν αγρίμι που πέρασαν δίπλα του κυνηγοί.
Ο ποιητής, ένας δήθεν αδιάφορος
που κρύβει τα χέρια του στις τσέπες.

..........................

Τ ο Χ έ ρ ι μ ο υ, η Ψ υ χ ή μ ο υ, Ν α υ ά γ ι α

Το χέρι μου στα μαλλιά σου
φίδι που γυρνάει στη φωλιά του αφού έκανε κακό.
Η ψυχή μου
ελαφρώς λερωμένη σαν άσπρο κοστούμι καλοκαιρινό.
Πάνω από τα ναυάγια ο ήλιος ξεπρόβαλε κουρασμένος.

Γιώργος Μαρκόπουλος, Οι πυροτεχνουργοί (Εγνατία, 1979)

Δευτέρα 17 Ιουλίου 2017

μνήμη Νίκου Καρούζου...

η Μ... στην Πάρο.

ΤΕΛΗ ΙΟΥΛΙΟΥ

Νύχτα του θέρους απαλύνουσα
ως μέλι σε γεύομαι στην κερήθρα του χώρου.
Εσχεδίαζα ποίημα όπου υπήρχες ηδυπαθής
με δανεισμένα μάτια στη φωτιά των άστρων
με την αγάπη
ταξιδεμένη σε διαθέσεις του σώματος.
Αλλ’ η ωραιότητα της μοίρας
έρχεται και σε παίρνει στα χέρια του θέρους
απάνω από μας
στο ακέραστο του στήθους όπου
σε λευκά ιμάτια κυματίζει η αρχή του πόνου
και μορφές παιδιών
λυπηρά ψιθυρίζουν
για τα χαμένα τους πράγματα
όταν το κέλευσμ’ ακούγεται με αέρα πλασμένο.
Τραγούδια μη ζητήσετε
ρέουν οι σιωπές στα βουνοπλάγια
κυριαρχούν πλήρως ολόγυρα του προσώπου μου
δέντρου κλαδί ασημίζει εμπρός μου.
Στο βάθος της νοσταλγίας Ακατάληπτε
μιλούμε για σένα
πολύ μακριά απ’ τα χείλη μας.
Αυτή την ώρα του αναλυομένου μυστηρίου
όλα
γυρίζουν.
.........................

ΒΡΑΔΙΝΗ ΑΘΗΝΑ

Με τον ουράνιο Μπαχ
ερωτεύομαι νύχτες της πικρής Αττικής
ακούω γαλήνια κονσέρτα
που αναστρέφουν τον πόνο
σε χαλασμένα ραδιόφωνα χωρίς κουμπιά
σκονισμένα
συντριμμένα
των λυπημένων -
(βράδια μυρωμένα
η Αττική ανέβαινε ψηλά
κι ανέβαιναν
τα βάσανα κ` οι έγνοιες...).
Είχα μιαν αγάπη
χάθηκε
την έφραξαν πάθη καιρικά
μα όμως κάποτε
λέω θ` ανταμώσουμε ψηλά
μέσ` στη γαλάζια σκόνη του αιθέρα.
Έχει άνθος στα μαλλιά
είναι τα μάτια της εφιαλτικά και σύρουν.
Αλλ` εγώ με τη δύναμη του αθώου
στους κινδύνους
ανεβαίνω.
Είχα μιαν αγάπη
τώρα ταξιδεύει μακριά
κ` η σελήνη γέμισε κίτρινα πουλιά.
Έχει άνθος
και φέρνει
όνειρα
στον ερειπωμένο μου
ύπνο.
....................

Γαλάζιος μακριά πολύ, θα γυρίσω
άνθη κρατώντας.
Είναι ρωγμή στο στήθος η αγάπη.
Από ΤΑ ΤΡΙΣΤΙΧΑ ΤΩΝ ΘΑΝΑΣΙΜΩΝ

/////////////////
Η ΠΡΩΤΗ ΕΠΟΧΗ, εκδ. ΕΡΑΤΩ, Αθήνα 1987

Πέμπτη 29 Ιουνίου 2017

Νίκος Καββαδίας, Πᾶνε δυὸ μῆνες



Πᾶνε δυὸ μῆνες ποὺ ἔφυγα κ᾿ ὅμως δὲν σοὔχω γράψει
τὰ λόγιά μου πὼς ξέχασα θὰ λὲς «Πάντα ἐσὺ θἆσαι
ἡ πολυαγαπημένη μου ὅσο μακριὰ κ᾿ ἂν πάω!»
Κ᾿ ὅμως τὸ ξέρω ἐγὼ καλὰ πὼς πάντα μὲ θυμᾶσαι.
Πῶς ὅταν τὶς θολὲς βραδυὲς στὴν κάμαρά σου μόνη
κεντώντας τ᾿ ἄσπρα ροῦχα σου κάνεις σκυφτὴ νυκτέρι
σκέφτεσαι τὰ γλυκόλογα ποὺ θὲ νὰ λέῃ τὸ γράμμα
ποὺ ὁ ταχυδρόμος αὔριο στὴν πόρτα σου θὰ φέρη.
Τὸ γράμμα ποὺ κάθε πρωὶ γράφω καὶ δὲ σοῦ στέλνω
κ᾿ ἔτσι περνᾶν ἀβάσταχτα οἱ θλιβερές σου μέρες
καὶ πᾶς σιγανὰ στὴν παναγιὰ δεόμενη γιὰ μένα
ποὺ ἀλύπητα μὲ δέρνουνε οἱ μανιασμένοι ἀγέρες.
Κ᾿ ἴσως νομίζεις τώρα ἐσὺ πὼς κάποιαν ἄλλη ἀγαπῶ
βαθειά, τρανήν, ἐξωτική, ἐβρῆκα ἐδῶ στὰ ξένα
ποὺ μ᾿ ἔχει δέσει πεια σφιχτὰ καὶ μ᾿ ἔχει μαγεμμένο.
... Καὶ σκέφτομαι τὰ μάτια σου θολά, πλημμυρισμένα,
ὅμως, ἂν μπόραες γιὰ νἀρθῇς στὴν ἄθλια κάμαρά μου
σκυμμένο θὲ νὰ μ᾿ ἔβλεπες ἀπάνω σ᾿ ἕνα γράμμα
νὰ σκέφτομαι ... νὰ μὴ μπορῶ ... νὰ θέλω νὰ σοῦ γράψω
καὶ σκίζοντάς το νὰ ξεσπᾶ σ᾿ ἕνα θλιμμένο κλάμμα.


Στο Περιοδικὸ τῆς Μεγάλης Ἑλληνικῆς Ἐγκυκλοπαίδειας,
τοῦ Παύλου Δρανδάκη, ἀρ. φύλλου 173, 10 Μαρτίου 1929.