Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις...
να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις...
Ρίτσος

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014

César Vallejo, διαφανος


César Vallejo


Poema para ser leído y cantado







Sé que hay una persona
que me busca en su mano, día y noche,
encontrándome, a cada minuto, en su calzado.
¿Ignora que la noche está enterrada
con espuelas detrás de la cocina?

Sé que hay una persona compuesta de mis partes,
a la que integro cuando va mi talle
cabalgando en su exacta piedrecilla.
¿Ignora que a su cofre
no volverá moneda que salió con su retrato?

Sé el día,
pero el sol se me ha escapado;
sé el acto universal que hizo en su cama
con ajeno valor y esa agua tibia, cuya
superficial frecuencia es una mina.
¿Tan pequeña es, acaso, esa persona,
que hasta sus propios pies así la pisan?

Un gato es el lindero entre ella y yo,
al lado mismo de su tasa de agua.
La veo en las esquinas, se abre y cierra
su veste, antes palmera interrogante...
¿Qué podrá hacer sino cambiar de llanto?

Pero me busca y busca.
¡Es una historia!
v 



Ξέρω πως είναι κάποιος
που με ψάχνει μέσα στο χέρι του νύχτα-μέρα,
και με βρίσκει, κάθε λεπτό, μες στα παπούτσια του.
Δεν ξέρει πως η νύχτα είναι θαμμένη
με σπιρούνια πίσω από την κουζίνα;


Ξέρω πως είναι κάποιος καμωμένος από τα μέλη μου,
που τον ολοκληρώνω όταν το ανάστημά μου
καλπάζει στο ακριβές του πετραδάκι.
Αγνοεί πως στο χρηματοκιβώτιό του
δε θα επιστρέψει νόμισμα που βγήκε με το πορτρέτο του;

Ξέρω τη μέρα,
αλλά μου έχει ξεφύγει ο ήλιος·
ξέρω την παγκόσμια πράξη που έκαμε στο κρεβάτι του
με ξένο κουράγιο κι εκείνο το χλιαρό νερό,
που η φαινομενική συχνότητά του είναι ένα ορυχείο.
Είναι, ίσως, τόσο μικρός εκείνος ο άνθρωπος
που τον πατούν τα ίδια του τα πόδια;


Μια γάτα είναι το σύνορο ανάμεσα σ' εκείνον και σ' εμένα,
ακριβώς πλάι στο κύπελλό της με το νερό.
Τον βλέπω στις γωνίες, ανοίγει, κλείνει
το κουστούμι του, μάλλον μιά ερωτηματική φοινικιά.
Τι άλλο μπορεί να κάμει παρά ν' αλλάξει κλάμα;
Αλλά με ψάχνει και με ψάχνει. Τι ιστορία! [1]








Θ. Παπακωνσταντίνου

Διάφανος 










Στου δειλινού την άκρη αποκοιμήθηκα
σαν ξένος, σαν ξενάκι, σαν πάντα ξένος
κι ήρθε και κατακάθησε πάνω μου σαν σεντόνι
όλη της γης η σκόνη,
όλη της γης η σκόνη...
Ωωωω...

Ήρθε με τη σειρά της κι η μαύρη θάλασσα
έφερε ένα καράβι ακυβέρνητο
ανέβηκα σαν άνεμος, ανέβηκα σαν κλέφτης
το ψέμα δεν το βλέπεις,
το ψέμα δεν το βλέπεις...
Ωωωω...

Στην πλώρη ακουμπισμένος, ένας διάφανος
τα κόκκαλα μετράει, μένει άφωνος
τρώει την πέτρα σαν ψωμί, ο Καίσαρας Βαλιέχο
άλλο αδερφό δεν έχω,
άλλο αδερφό δεν έχω...
Ωωωω...

Σπιθίζει το τσιγάρο σε κάθε ρουφηξιά
η Ισπανία γέρνει, κι η μόνη που νικά
η ηδονή που μας γεννά, που παίζει το χαρτί μας,
χωρίς τη θέλησή μας,
χωρίς τη θέλησή μας...
Ωωωω....

Στου δειλινού την άκρη, δε βλέπεις όνειρα
αυτά που γίναν βλέπεις και τα επόμενα
βλέπεις τον άνθρωπο μικρό, που τον πατάν στ’ αλήθεια
τα πόδια του τα ίδια,
τα πόδια του τα ίδια...
Ωωωω...



  Σέσαρ Βαγιέχο (César Abraham Vallejo Mendoza, 16 Μαρτίου 1892 - 15 Απριλίου 1938)  περουβιανός ποιητής.
Το ποίημά του 'Poema para ser leído y cantado' ('Ποίημα για να διαβαστεί και να τραγουδιστεί') αποτέλεσε την έμπνευση για το τραγούδι 'Διάφανος' του Θανάση Παπακωνσταντίνου από τον ομώνυμο δίσκο.



Ο Βαλιέχο υπήρξε πρωτοπόρος γιατί έγραψε σουρεαλιστική ποίηση πριν από τους σουρεαλιστές, ασχολήθηκε με την αυτόματη γραφή πριν από τον Μπρετόν, έγραψε μοντέρνα ταυτόχρονα με τους μοντερνιστές και έγραψε ποίηση αποδομητική προτού ανακαλυφθεί ο όρος. Υπήρξε ένας κινηματίας της ποίησης πολύ προτού γεννηθούν τα ποιητικά ευρωπαϊκά κινήματα. Και για τον λόγο αυτόν η προσφορά του στο ποιητικό στερέωμα είναι μοναδική και ανεκτίμητη.
                                                                                   Ντίνος Σιώτης  




Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

μαρινελλα βλαχακη




τα  πολύτιμα

Με παρηγορεί που ο χρόνος είναι αειθαλής

κι ας είναι η ζωή μας φυλλοβόλα.









Πρύμνα – πλώρα 1

Μετά τη βάρδια του κάθεται στην πλώρη.
Μ’ ένα καλάμι, τάχα ψαρεύοντας
πασχίζει ν’ ανασύρει
τις στιγμές του ταξιδιού
που παράπεσαν


Πρύμνα – πλώρα 2

Κάτω απ’ την ίσαλο
ροκανίζει η σκουριά, την κοιλιά του καραβιού.
Ο ναύτης με τα ματσακόνι 
ξορκίζει ρυθμικά το θάνατο
που γυροφέρνει σα σκυλόψαρο.  


Πρύμνα – πλώρα 3

Η θύμησή σου
σκουριασμένος χάρακας σε βυθισμένο πλοίο.
Σπάνια πια, 
πιάνω πάτο και σε κοιτώ από το φινιστρίνι.
Όσο κρατά μια αναπνοή, σε κοιτώ.


Πρύμνα – πλώρα 4

Είκοσι λεύγες μοναξιά και πέντε ωκεανοί υποκρισία.
Ως ένα αντρίκειο ανάστημα τ’ αναίτιου κι επιβιώνω...
Πεισματικά επιβιώνω.


Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Ομηρος - Καβαφης

Ἰλιὰς, Ρ, 424-458

Έτσι εκείνοι εμάχονταν· ο σιδερένιος θόρυβος της μάχης
ανέβαινε στον χάλκινο ουρανό, περνώντας απ᾽ τον άδειο αιθέρα.     
Όμως τα άλογα του Αιακίδη, αποτραβηγμένα μακριά από τη μάχη,
έκλαιγαν, από την ώρα που έμαθαν πως ο ηνίοχος
κυλίστηκε στη σκόνη, χτυπημένος από τον Έκτορα τον ανδροφόνο.
Ο Αυτομέδων, ο ανδρειωμένος γιος του Διώρη,
άλλοτε τα χτύπαε με το ελαφρύ μαστίγιο,
άλλοτε τους μιλούσε με λόγια γλυκά και άλλοτε τα φοβέριζε·             
εκείνα όμως δεν ήθελαν ούτε να πάνε πίσω στα καράβια
πλάι στον πλατύ Ελλήσποντο
ούτε να μπουν στον πόλεμο μαζί με τους Αχαιούς.
Όπως μένει ακίνητη μια στήλη,
που στέκει πάνω στον τάφο ανδρός που πέθανε ή γυναίκας,
έτσι έμεναν ασάλευτα, ζεγμένα στο εξαίσιο άρμα,
με τα κεφάλια χαμηλωμένα στη γη·
ζεστά τα δάκρυα κυλούσαν από τα βλέφαρα τους στο χώμα,
καθώς εμύρονταν αποζητώντας τον ηνίοχο·
η σκόνη ερύπαινε τη θαλερή τους χαίτη
που ξέφευγε από τη ζεύλα και χυνόταν ζερβά δεξιά πλάι στο ζυγό.          

Όταν τα είδε που εμύρονταν, τα ελυπήθη ο γιος του Κρόνου,
κούνησε το κεφάλι του και είπε μιλώντας στην ψυχή του:
«Αχ δυστυχισμένα, γιατί να σας δώσουμε στον βασιλιά Πηλέα,
αυτός ένας θνητός, και εσείς αγέραστα και αθάνατα.
Μήπως για να γνωρίσετε τον πόνο μαζί με τους δύσμοιρους ανθρώπους;   
Γιατί από όλα τα πλάσματα που ανασαίνουν και σαλεύουν πάνω στη γη
κανένα δεν είναι πιο θλιβερό από τον άνθρωπο.
Όμως ο Έκτορας, ο γιος του Πριάμου, δεν θ᾽ ανεβεί ποτέ πάνω σε σας
ούτε στο λεπτοδουλεμένο άρμα· γιατί δεν θα τον αφήσω.
Δεν του αρκεί αλήθεια που έχει τα όπλα και κομπάζει όπως κομπάζει;       
Ορμή στα γόνατα και στην ψυχή σας θα χαρίσω,
για να σώσετε και τον Αυτομέδοντα από τον πόλεμο
και να τον φέρετε στα βαθιά καράβια·
γιατί θα δώσω ακόμα δόξα στους Τρώες,
να σκορπίζουν τον θάνατο, ώσπου να φτάσουν στα καράβια με τα γερά σκαριά
και βασιλέψει ο ήλιος και απλωθεί το ιερό σκοτάδι».                                         

Είπε και στ᾽ άλογα εμφύσησε ορμή σφοδρή.
Εκείνα τίναξαν τη σκόνη από τις χαίτες τους χάμω στο χώμα
και ασυγκράτητα έφεραν το γρήγορο άρμα ανάμεσα στους Τρώες και τους Αχαιούς.

(μετάφραση Θ. Κ. Στεφανόπουλος)




Τα άλογα του Αχιλλέως 

Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
 
που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και
 νέος
 άρχισαν τ' άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως· 
η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε
 
για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε.
 
Τίναζαν τα κεφάλια των και τες μακρυές χαίτες κουνούσαν,
 
την γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν
 
τον Πάτροκλο που ενοιώθανε άψυχο -αφανισμένο-
 
μιά σάρκα τώρα ποταπή -το πνεύμα του χαμένο-
 
ανυπεράσπιστο -χωρίς πνοή-
 
εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ' την ζωή.
 

Τα δάκρυα είδε ο Ζεύς των αθανάτων
 
αλόγων και λυπήθη. «Στου Πηλέως τον γάμο»
 
είπε «δεν έπρεπ' έτσι άσκεπτα να κάμω·
 
καλύτερα να μην σας δίναμε άλογά μου
 
δυστυχισμένα! Τι γυρεύατ' εκεί χάμου
 
στην άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας.
 
Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ το γήρας
 
πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννούν. Στα βάσανά των
 
σας έμπλεξαν οι άνθρωποι». -Όμως τα δάκρυά των
 
για του θανάτου την παντοτεινή
 
την συμφοράν εχύνανε τα δυό τα ζώα τα ευγενή.
 



Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

Nâzım Hikmet






Πιότερο απ'τους ανθρώπους τα τραγούδια τους αγάπησα. 



Λίγα γαρούφαλα


Λίγα γαρούφαλα απομένουνε στις γλάστρες
Στον κάμπο θα `χουν κιόλας οργώσει τη γης
Ρίχνουν το σπόρο
Έχουν μαζέψει τις ελιές
Όλα ετοιμάζονται για το χειμώνα

Κι εγώ γεμάτος απ’ την απουσία σου
Φορτωμένος με την ανυπομονησία των μεγάλων ταξιδιών
Περιμένω σαν αγκυροβολημένο φορτηγό
μέσα στην Προύσα



Τα τραγούδια των ανθρώπων 


Τα τραγούδια των ανθρώπων 
είναι πιο όμορφα από τους ίδιους 
πιο βαριά από ελπίδα 
πιο λυπημένα 
πιο διαρκή. 

Πιότερο απ'τους ανθρώπους 
τα τραγούδια τους αγάπησα. 
Χωρίς ανθρώπους μπόρεσα να ζήσω, 
όμως ποτέ χωρίς τραγούδια 

μου 'τυχε να απιστήσω κάποτε 
στην πολυαγαπημένη μου, 
όμως ποτέ μου στο τραγούδι 
που τραγούδησα για αυτήν 
ούτε ποτέ και τα τραγούδια 
μ' απατήσανε. 

Όποια κι αν είναι η γλώσσα τους 
πάντοτε τα τραγούδια τα κατάλαβα. 

Σ' αυτόν τον κόσμο τίποτα 
απ' όσα μπόρεσα να πιω 
και να γευτώ 
απ' όσες χώρες γνώρισα 
απ' όσα μπόρεσα να αγγίξω 
και να νιώσω 
τίποτα, τίποτα 
δε μ' έκανε έτσι ευτυχισμένον 
όσο τα τραγούδια..






Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

λιγες γραμμες των οριζοντων



 ...ὁ λόγος της μὲς στὸ μυαλό σου νὰ σφυρίζει:
«κι ἂν λείψεις χίλια χρόνια θὰ σὲ περιμένω»







Mal Du Depart


Θὰ μείνω πάντα ἰδανικὸς κι ἀνάξιος ἐραστὴς
τῶν μακρυσμένων ταξιδιῶν καὶ τῶν γαλάζιων πόντων,
καὶ θὰ πεθάνω μία βραδιά, σὰν ὅλες τὶς βραδιές,
χωρὶς νὰ σχίσω τὴ θολὴ γραμμὴ τῶν ὁριζόντων...

Μὰ ἑαυτός μου μία βραδιὰν ἐμπρός μου θὰ ὑψωθεῖ
καὶ λόγο, ὡς ἕνας δικαστὴς στυγνός, θὰ μοῦ ζητήσει,
κι αὐτὸ τὸ ἀνάξιο χέρι μου ποὺ τρέμει θὰ ὁπλιστεῖ,
θὰ σημαδέψει, κι ἄφοβα τὸ φταίχτη θὰ χτυπήσει
.


CAMBAY'S WATER

Φουντάραμε καραμοσάλι στο ποτάμι.

Είχε ο πιλότος μας το κούτελο βαμμένο
"κι αν λείψεις χίλια χρόνια θα σε περιμένω"
ωστόσο οι κάβοι σου σκληρύναν την παλάμη.

Σαλπάρουμε! Μας περιμένουν στο Μπραζίλι.

Το πρόσωπό σου θα το μούσκεψε το αγιάζι.
Ζεστόν αγέρα κατεβάζει το μπουγάζι
μα ούτε φουστάνι στη στεριά κι ούτε μαντήλι.


FATA MORGANA
 
Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν...
Πούθ' έρχεσαι; Απ' τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.
  
ΑΝΤΙΝΟΜΙΑ

Ο έρωτάς σου μια πληγή και τρεις κραυγές.

Στα κόντρα σκούζει ο μακαράς καθώς τεζάρει.
Θαλασσοκόρη του βυθού - χίλιες οργιές -
του Ποσειδώνα εγώ σε κέρδισα στο ζάρι.

Και σ' έριξα σ' ένα βιβάρι σκοτεινό

που στέγνωσε κι εξανεμίστηκε τo αλάτι.
Μα 'συ προσμένεις απ' το δίκαιον ουρανό
το στεριανό, το γητευτή, τον απελάτη.

Όταν θα σμίξεις με το φως που σε βολεί

και θα χαθείς μέσα σε διάφανη αμφιλύκη
πάνω σε πράσινο πετούμενο χαλί,
θα μείνει ο ναύτης να μετρά τo άσπρο χαλίκι.






ΜΟΥΣΩΝΑΣ

Τρελός Μουσώνας ράγισε μεσονυχτίς τα ρέλια.
Στο χέρι σου χλωρό κλαρί, χαρτί κι ένα φτερό.
Τέσσεροι κάμανε καιροί τα ρούχα σου κουρέλια.
Να σε σκεπάσω θέλησα, γλιστράς και δε μπορώ.
 Κάματος είναι που μιλά στενόχωρα και κάψα.
Πεισματική, και πέταξες χαρτί,φτερό,κλαδί,
όμως δεν είμαστε παιδιά να πιάσουμε την κλάψα.
Τι θά 'δινα - ''Πάψε, Σεβάχ'' - για να 'μουνα παιδί!


ΓΥΝΑΙΚΑ

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.

Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα.
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία.
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου.

Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,

για μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δε με ορίζει...
Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.

Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου, χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα.




ΟΙ ΕΠΤΑ ΝΑΝΟΙ ΣΤΟ S/S CYRENIA

Εφτά. Σε παίρνει αριστερά, μη το ζορίζεις.
Μάτσο χωράνε σε κούφιαν απαλάμη.
Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.
Ο πιο μικρός αχολογάει μ' ένα καλάμι...
Απ' το ποδόσταμο πηδάν ως τη γαλέτα.
- Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατίρι;
Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα
ποιος ρήγας γιος θε να την πιει σ' ένα ποτήρι.