Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις...
να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις...
Ρίτσος

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

Β. Λεοντάρης, Έως





Εως...








Το “ως σεαυτόν” δεν ήτανε για μένα
Αγάπησα τους άλλους δίχως ν’ αγαπάω τον εαυτό μου
Χωρίς αγάπη του εαυτού μου δεν ήμουν ούτε εγώ ούτε
άλλος ανάμεσα στους άλλους
δεν ήμουν τίποτε μέσα στην τρικυμία της σάρκας μου
στα σαλεμένα λόγια μου και στ’ αναφιλητά του νου μου
μα έπασχα στα δράματα των άλλων
εγώ ο χαμένος πάντα στα αδιέξοδά τους
εγώ των αποχωρισμών τους ο εγκαταλειμμένος
ο παραμιλητός του πυρετού τους
Κι όλα αυτά έτσι Για ένα ήθος δηλαδή για μια ιδεολογία
Δεν ήταν ήθος ύβρις ήταν. Και δεν το ‘ βλεπες
αργεί αλλά σε βρίσκει το κακό
άξαφνα όλα γυρνούν τ’ απάνω κάτω
πατάς τους όρκους σου και πράττεις τ΄ αντίθετα απ’ την
πίστη σου και μένεις
στην ερημιά της πτώσης σου
να δέρνεσαι και να χαλιέσαι
Αν άντεξα τη ζωή μου ως εδώ δεν ήτανε για μένα
Και τώρα ποιος ο αμητός;
Ω βλέμματα, ω φωνές, ω αγγίγματα που με λιχνίσατε
στ΄ αλώνια της αλαζονείας και της ταπείνωσης
κρατήστε τον καρπό αλλά
δώστε μου πίσω το άγανο
το άγανο που τ’ αφήσατε του ανέμου
και χάθηκε χρυσίζοντας
προς τον βαθύψηλο ουρανό.

Έμπλεος από σένα
πώς κι από πού να σε φωνάξω;

Χύνεται μέσα μου η φωνή μου
και δεν μ’ ακούς και δε μ’ ακούω
και σε ζητώ και δε σε βρίσκω
γιατί είσαι όπου είμαι
κι είμαι όπου είσαι
και κανείς μας δεν είναι όπου είναι.

Απροσδιόριστοι στον κόσμο
Ένα κυμάτισμα είμαστε ένα τρέμισμα
έρωτα το είπαν
ποίηση το είπαν… 


Ας ήταν να βρεθούμε
έξω από μένα
έξω από σένα
γιατί περνάει η ώρα και βραδιάζω.

Στα δυτικά μου πάντα ήθελα να’ σουν
να μου γνέφεις
απ’ τα βαθιά των ημερών.


Ένας ο βίος κι αγύριστος κι όλα του αμετάκλητα
ό,τι είπαμε και πράξαμε δε σβήνει ούτε ξεγίνεται
μα η μνήμη βολοδέρνει όλο στο κακό.
Γιατί ποιος λογαριάζει το καλό ποιος το θυμάται
το ρίχνεις στο γιαλό και χάνεται
μα το κακό πώς να χαθεί που είναι χαμός
με τίποτε δε σβήνει ούτε ξεγίνεται
για πάντα μένει και μας τυραννάει.
Και δε μιλώ για τύψεις.
Αυτές λίγο -πολύ όλους μας βολεύουν
είναι κρυφές οι τύψεις δεν εκτίθενται και
δεν σε εκθέτουν
δε σου στερούν υπόληψη κι αυτοεκτίμηση
μυθοποιούν τα κρίματά σου και τα παρασταίνουν
μέσα σου περίτεχνα
με νέες πάντα ερμηνείες και εκδοχές
και στο άλλοθι του θεατή του εαυτού σου
νιώθεις σιγά -σιγά να γίνεται η συγκίνησή σου
αισθητική
εν τέλει μια ποιητική του ήθους
κι αν σε τρελαίνουν κάποτε σε ξαγοράρη πήγαινε… 

Ντροπή ξέρεις τι είναι κι ένιωσες ποτέ σου;
Αυτή δεν κρύβεται εκτίθεται και σ’ εκθέτει σε
φτυσιές και λιθοβολισμούς
αυτή δεν έχει αντισήκωμα
δεν την καλύπτει τίποτε στο πρόσωπό σου
και στη γυμνή της θέα εξαγριώνονται
όσοι δεν ντρέπονται ή φοβούνται να ντραπούν,
οι ανώδυνοι και ανεπαίσχυντοι κι ειρηνικοί,
και σου χυμούν με λύσσα να σε ξαποστείλουν
σε ανεξιλέωτο θάνατο. 

Ντροπή ξέρεις τι είναι κι ένιωσες ποτέ σου;
Ντροπή ν’ ανοίγει να σε καταπιεί η γή
ντροπή που έζησες
στον κόσμο ετούτον.


 Δεν έχεις το δικαίωμα, φώναζα, το κρίμα το δικό μου
            να σηκώνεις.
Κι εσύ ανένδοτα σιωπούσες.
Γιατί δικαιοσύνη δεν υπάρχει στην αγάπη
- ποιος αδικεί  ποιος αδικείται
τι μας βαραίνει πιο πολύ
το κρίμα ή η αθωότητα;

Η αγάπη δε μας δίνεται, μας παίρνει
κι όσοι αγαπούν αλύπητα αγαπούν
ρημάζουν και ρημάζονται.

Κι όλα τα πήρες πάνω σου
το φταίξιμο  την ενοχή  και την ποινή μου.
Δικαιοσύνη δεν υπάρχει στην αγάπη.

Εντάξει, εσύ αναστήθηκες.
Εγώ όμως με σχεδία το σταυρό μου
θαλασσοδέρνομαι σε μαύρους ουρανούς




 Έλεος δεν έχει τούτο το φεγγάρι
απλώνει απλώνει αδιάκοπα στο δέρμα του καλοκαιριού
πήζει τον ουρανό πήζει τον άνεμο
κερώνει την καρδιά και τις χαραματιές της θύμησης
και τα σκιαγμένα πρόσωπα ψηλά στις πολεμίστρες.

Πάνω απ’ τους ξεραμένους κάμπους θειάφι και μολύβι
αγρίμια πυρετοί γυρνούν με πυρωμένα νύχια
στεγνά σαν κάνες τουφεκιών τριγύρω τα πηγάδια
και τα κλωνάρια της κραυγής χωρίς κανένα φύλλο.

Πεσμένοι πάνω στα καμένα βράχια
με το θρυμματισμένο πρόσωπο της ανταρσίας αναστραμμένο στο αύριο
μ’ ένα τραγούδι αλουλούδιστο στα μάτια μας
με τα κεραυνωμένα δάχτυλα φευγάτα όλα τα ελάφια
πόσες φορές θα σκοτωθούμε ακόμα;

Το αίμα στα αίμα πάνω πέτρωσε δεν δίνει πια χρησμό
άδειος εδιάβηκε ο καιρός κανένα θάμα…
Πεσμένοι πάνω στα καμένα βράχια
πόσες φορές θα σκοτωθούμε ακόμα
ρωτώντας πάντα αμετανόητα ρωτώντας πού τραβάει
αυτός ο δρόμος που περνάει
ανάμεσα σε σκοτωμένους και φονιάδες.....

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Gregory Corso




Πνεύμα
είναι η ζωή
κυλάει μέσα
απ’ τον θάνατο μου
ασταμάτητα
σαν ένα ποτάμι
που δεν φοβάται

να γίνει θάλασσα.











“The Whole Mess … Almost”



Έτρεξα έξι πατώματα μέχρι το μικρό επιπλωμένο δωμάτιο μου
Άνοιξα το παράθυρο κι άρχισα να πετάω έξω αυτά τα πράγματα που είναι πιο σημαντικά στη ζωή
Πρώτη η Αλήθεια, να στριγκλίζει σαν απεργοσπάστης :
«Μη! Θα πω απαίσια πράγματα για σένα!»
«Α ναι; Λοιπόν δεν έχω τίποτα να κρύψω … Έξω!»
Μετά ήταν η σειρά του Θεού, κλαψούριζε λαμπερός και έκπληκτος
«Δεν φταίω εγώ! Δεν είμαι εγώ η αιτία για όλα αυτά!»
«Έξω!»
Μετά η Αγάπη, να με δωροδοκεί με ερωτόλογα : «Δεν θα γνωρίσεις ποτέ την σεξουαλική ανικανότητα! Όλα τα κορίτσια στα εξώφυλλα της Vogue, όλα δικά σου!»
Έσπρωξα τον χοντρό της κώλο έξω ουρλιάζοντας : «Πάντα τέλειωνες μ’ ένα παράπονο!»
Σήκωσα πάνω την Πίστη, την Ελπίδα, την Ελεημοσύνη … κι οι τρεις κολλημένες μαζί : «Χωρίς εμάς σίγουρα θα πεθάνεις!»
«Με εσάς θα μουρλαθώ. Αντίο!»
Μετά η Ομορφιά … αχ η Ομορφιά, καθώς την οδηγούσα προς το παράθυρο της είπα : «Ήσουν ό,τι αγαπούσα περισσότερο στη ζωή αλλά είσαι φονιάς … η Ομορφιά σκοτώνει!»
Πραγματικά δεν είχα σκοπό να την ρίξω. Έτρεξα κάτω αμέσως φτάνοντας ακριβώς στην στιγμή για να την πιάσω «Με έσωσες!» κλαψούρισε. Την άφησα κάτω και είπα : «Δρόμο!»
Πήγα πίσω στον έκτο όροφο, πήγα για τα Λεφτά, αλλά δεν υπήρχαν καθόλου Λεφτά για να πετάξω.
Το μόνο πράγμα που είχε απομείνει στο δωμάτιο ήταν ο Θάνατος και κρυβόταν κάτω απ’ το νεροχύτη.
«Δεν είμαι αληθινός!» είπε κλαίγοντας. «Είμαι απλά μια φήμη που διαδίδεται απ’ τη ζωή …»
Γελώντας τον πέταξα έξω, μαζί το νεροχύτη κι όλα αυτά και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι το Χιούμορ ήταν το μόνο που είχε απομείνει.
Το μόνο που μπορούσα να κάνω με το Χιούμορ ήταν να πω : «Έξω απ’ το παράθυρο με το παράθυρο!».






Ο Θάνατος υπάρχει μα δεν διαρκεί.
Προσπερνώντας ένα νεκρό πουλί
σκέφτεσαι πως είναι νεκρό,
μα μετά περπατάς
και το ξεχνάς.
Η σκέψη παραμένει
και η σκέψη είναι το μόνο
που γνωρίζω
για τον Θάνατο.
  










Ο ανατροπέας του αμερικανικού ονείρου
 από συνέντευξή του το 1994

Το πρώτο σας ποίημα έφερε τον τίτλο Sea Chanty (Άσμα ναύτου). Πώς γίνατε ποιητής;

«Είναι μια καλή ερώτηση για κάποιον σαν και μένα, γιατί δεν με έστειλαν ποτέ σε σχολεία, ποτέ δεν υπήρχαν βιβλία εκεί όπου ζούσα. Θέλω να πω, πρέπει να έζησα με οκτώ διαφορετικούς θετούς γονείς. Απλώς έπαιρναν τα χρήματα από το ορφανοτροφείο για να ζήσουν οι ίδιοι. Ήταν δεκαετία του '30, η περίοδος μετά το κραχ. Αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν καμιά παιδεία. Τι είχα τότε στη ζωή; Τρία πράγματα: είχα το εδώ και τώρα ­ που ήταν κόλαση· είχα όνειρα ­ που ήταν θαυμάσια· και είχα φαντασία ­ που ήταν μαγική. Όταν είσαι μόνος σου, οι καλύτεροι φίλοι σου είναι τα όνειρά σου και η φαντασία σου. Το εδώ και τώρα είναι αυτό που πρέπει να προσέξεις ­ είναι επικίνδυνο».



Από αυτούς τους τρεις, Γκίνσμπεργκ, τον Κέρουακ και τον Μπάροουζ, ποιον γνωρίσατε πρώτα;

«Τον Γκίνσμπεργκ. Γνωριστήκαμε σε ένα μπαρ. Μιλούσαμε για το γιατί γίνεται κανείς ποιητής. Το "γιατί", πάντα το λέω, είναι το τέλος του Broadway. Απαντώ έτσι γιατί δεν υπάρχει "γιατί". Ήταν η τριπλή σχέση της φαντασίας, του ονείρου και του εδώ και τώρα. Και μέσω αυτών το Sea Chanty προέκυψε κατά τρόπο περίεργο. Ο,τι πνίγεται στη θάλασσα επιστρέφει στο γιαλό. Δεν μου είπαν ποτέ τι απέγινε η μητέρα μου, οπότε υπέθεσα ότι προφανώς επέστρεψε στην πατρίδα [Ιταλία], όπου ήταν τσοπάνισσα ­ για φαντάσου. Ζούσε σε μια σπηλιά. Μια 13αχρονη τσοπάνισσα. Είχα γυναίκα των σπηλαίων για μάνα! Έρχεται λοιπόν σε αυτή τη χώρα και παντρεύεται αυτόν τον λεγόμενο πατέρα μου ­ και δεν την ψέγω που την έκανε. Λάκισε και δεν την ξαναβρήκαν ποτέ. Οπότε η σκέψη στο μυαλό μου ήταν ότι, αν έβαλε πλώρη, πρέπει να επιστρέψει. Και υπέθεσα ότι δεν ήθελε να το κάνει, γιατί δεν αφήνεις ένα παιδί, το παιδί σου. Είπα λοιπόν: Η μάνα μου μισεί τη θάλασσα, και τη δική μου θάλασσα ιδιαίτερα. Την προειδοποίησα να μην το κάνει, το μόνο που μπορούσα να κάνω. Μετά από έναν χρόνο η θάλασσα την έφαγε. Αλλά τι έκανα; Την προειδοποίησα. Πώς της μετέδωσα την προειδοποίηση; Αυτό είναι ο ποιητής. Τότε γεννήθηκε το ποίημα. Έτσι το εκλαμβάνω. Την προειδοποίησα, μη με αφήνεις σ' αυτό το γαμημένο βαρύ μπάχαλο!».



 Αφού αναφέρατε τον Κητς, πώς ερμηνεύετε το τελευταίο δίστιχο στο ποίημα Ωδή σε μια ελληνική υδρία, το θεωρείτε σπουδαίο;

«"Η ωραιότης είναι η αλήθεια, η αλήθεια ωραιότης, αυτό είναι το μόνο που γνωρίζεις και το μόνο που χρειάζεται να γνωρίζεις". Δεν ξέρω τι είναι η αλήθεια. Δεν μου πολυ αρέσει η αλήθεια. Νομίζω η αλήθεια καμιά φορά είναι σαν καταδότης. Προδίδει. Βλάπτει. Προκαλεί πόνο. Η ωραιότης; Η ωραιότης είναι φονιάς, μπορεί να σκοτώσει. Δεν βάζω αυτά τα δύο ως τα σπουδαιότερα ­ αν και βάζω την ωραιότητα πάνω από την αλήθεια».




Αυτοί που σας γνωρίζουν λένε ότι έχετε παραμείνει αγνός, ότι δεν ξεπουληθήκατε.
«Πούλησα χειρόγραφα για να αγοράσω ηρωίνη. Είναι αυτό αγνό; Είναι ακάθαρτο; Δεν ξέρω».

Ποιητικά αγνός...
«Αυτά που έγραφα δεν τα έγραφα για ηρωίνη. Άρα, λοιπόν, αγνός, ναι. Αγνός».

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

σπαράγματα


             Μ Η Δ Ε Ι Α      
 (μετάφραση: Γιώργος Χειμωνάς)


Του έρωτα μέγα κακό
σπαράζεις τους ανθρώπους               

Με ματωμένους κόπους
αυτοί που αγάπησαν ξεχνούν

Όμως της Κύπριδας το σιωπηλό
το άγγιγμα το ελαφριό –
αυτοί που αγάπησαν πενθούν

για όλη τους τη ζωή.
Ά Δέσποινα μου παρακαλώ
το βέλος σου που είναι χρυσό
- λυπήσου με, και ποτέ μη
μου σημαδέψει την ψυχή
Με τη βαμμένη την αιχμή
στον πόθο βαφτισμένη

Ας είναι ευλογημένη
η σωφροσύνη των θεών
- που με κρατεί, αυτόν που αγαπώ 
μην τον πληγώσω
Ω εσύ ξόρκι των ερώτων των κρυφών
από στάχτη παρθένων εραστών
φύλαγέ με, ποτέ έρωτα να μη νοιώσω
……………………………………………….
το ξέρω καλά μη μου το λές σε είδα
δεν έχεις πόλη ούτε πατρίδα
- δεν έχεις φίλο να σε γιάνει
στη δυστυχία σου να σκύψει με φροντίδα

Κι αν η κατάρα πιάνει –
τέτοιο κακό να πάθει
όποιος στο πλάι μου με αγάπη δεν εστάθη

[του έρωτα μέγα κακό]



Ματωμένος  Γάμος  
(μετάφραση: Ν. Γκάτσος)
 … μ' ένα μαχαίρι,
μ' ένα μικρό-μικρό μαχαίρι,
μέρα πικρή κι αφορεσμένη,
καν δυο, καν τρεις θα 'ταν η ώρα,
δυο άντρες σκοτωθήκανε γι' αγάπη.
Μ' ένα μικρό-μικρό μαχαίρι,
π' ούτε το χέρι δεν το πιάνει,
μα κείνο μπαίνει παγωμένο
στη ξαφνιασμένη μας καρδιά,
και σταματά εκεί που τρέμει
θολή κι αξήγητη για πάντα
η σκοτεινή μας ρίζα της κραυγής.
Κι είναι, σας λέω, ένα μαχαίρι,
ένα μικρό-μικρό μαχαίρι,
ψάρι χωρίς ποτάμι, χωρίς λέπια,
π' ούτε το χέρι δεν το πιάνει.
Κι όμως μι' αφορεσμένη μέρα,
καν δυο, καν τρεις θα 'ταν η ώρα,
με τούτο το μικρό μαχαίρι
δυο παληκάρια μείναν κάτου
με πανιασμένα τους τα χείλια.
Ούτε το χέρι δεν το πιάνει
μα κείνο μπαίνει παγωμένο
στη ξαφνιασμένη μας καρδιά,
και σταματά εκεί που τρέμει
θολή κι αξήγητη για πάντα
η σκοτεινή μας ρίζα της κραυγής.




Ευτυχισμένες Μέρες
(μετάφραση: Ρούλα Πατεράκη)



Words fail...
οι λέξεις αποτυγχάνουν 

απογοητεύουν προδίδουν
words fail...
οι λέξεις φθείρονται, φθίνουν
words words words
λόγια λόγια λέξεις λέξεις
οι λέξεις
fail
φθίνουν εξαντλούνται εξασθενούν
μειούνται εξαντλούνται εξαντλούνται
εγκαταλείπουν
les mots vous lachent
οι λέξεις σε παρατούν, είναι φορές
που ακόμα κι αυτές σε εγκαταλείπουν



Γυάλινος Κόσμος








 Δεν πήγα στο φεγγάρι, πήγα πιο πέρα. Γιατί ο χρόνος είναι η μεγαλύτερη απόσταση που χωρίζει δυο τόπους... Μετά από λίγο καιρό με διώξαν από τη δουλειά, γιατί έγραψα ένα ποίημα πάνω σ' ένα κουτί παπουτσιών. Έφυγα από το Σαν Λιούις. Κατέβηκα για τελευταία φορά εκείνη τη σκάλα κινδύνου και από τότε ακολούθησα τα χνάρια του πατέρα μου, προσπαθώντας με τη διαρκή κίνηση να βρω αυτό που είναι χαμένο στο χάος. Γι' αυτό και ταξίδεψα πολύ. Οι πόλεις στροβιλίζονταν γύρω μου σαν νεκρά φύλλα, φύλλα με ζωντανά ακόμη χρώματα, αλλά αποκομμένα από το κλαδί τους. Θα μπορούσα να έχω σταματήσει κάπου, αλλά είχα την αίσθηση ότι κάτι με κυνηγούσε, κάτι που εμφανιζόταν ξαφνικά μπροστά μου και με ξάφνιαζε. Άλλοτε ένα κομμάτι μουσικής που κάτι μου θύμιζε, άλλοτε ένα κομμάτι απλό, διάφανο γυαλί... Μπορεί να περπατάω βράδυ, σε κάποια άγνωστη πόλη, προτού βρω παρέα. Και να περάσω από μια φωτισμένα βιτρίνα αρωματοπωλείου γεμάτη πολύχρωμα γυαλάκια, μπουκαλάκια σε υπέροχες αποχρώσεις, σαν κομμάτια ουράνιου τόξου. Και τότε να νιώσω το χέρι της αδερφής μου στον ώμο μου. Στρέφω και την κοιτάζω κατάματα. Αχ, Λώρα, Λώρα, προσπάθησα να σ' αφήσω πίσω μου αλλά τώρα είμαι πιο πιστός απ' ότι τότε! Ψάχνω για τσιγάρο, περνάω στο απέναντι πεζοδρόμιο, τρέχω σ' ένα σινεμά ή σ' ένα μπαρ, παίρνω ποτό, μιλάω στον πρώτο τυχόντα που θα βρω δίπλα μου - κάνω τα πάντα για να καταφέρω να σβήσω τα κεριά σου.

Γιατί σήμερα ο κόσμος φωτίζεται μόνο με αστραπές. Σβήσε τα κεριά σου, Λώρα! 

Αντίο, λοιπόν...



Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Ο. Ελύτης






ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ, ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟΥ, ΑΝΕΜΠΟΔΙΣΤΟΥ








Τώρα, στη βάρκα όπου κι αν μπεις άδεια θα φτάσει
Εγώ αποβλέπω· σ' έναν μακρύ θαλασσινό Κεραμεικό
Με Κόρες πέτρινες και που κρατούν λουλούδια. Θα 'ναι νύχτα και
        Αύγουστος
Τότε πού αλλάζουν των αστερισμών οι βάρδιες. Και τα βουνά
        ελαφρά
Γιομάτα σκοτεινόν αέρα στέκουν λίγο πιο πάνω άπ' τη γραμμή του
        ορίζοντα
Όσμές εδώ ή εκεί καμένου χόρτου. Και μια λύπη άγνωστης γενεάς
Πού από ψηλά
                    κάνει ρυάκι πάνω στην αποκοιμισμένη θάλασσα
Λάμπει μέσα μου κείνο πού αγνοώ. Μα ωστόσο λάμπει
Αχ ομορφιά κι αν δεν μου παραδόθηκες ολόκληρη ποτέ
Κάτι κατάφερα να σου ύποκλέψω. Λέω: κείνο το πράσινο κόρης
        οφθαλμού πού πρωτο-
Είσέρχεται στον ερωτά
και τ'άλλο το χρυσό, πού όπου κι αν το
        τοποθετείς ίουλίζει.
Τραβάτε τα κουπιά οι στα σκληρά εθισμένοι. Να με πάτε κει που
        οι άλλοι παν
Δε γίνεται. Δεν εγεννήθηκα ν'ανήκω πουθενά
Τιμαριώτης τ'ούρανού κει πάλι ζητώ ν'αποκατασταθώ
Στά δίκαιά μου. Το λέει κι ό αέρας
Από μικρό το θαύμα είναι λουλούδι και άμα μεγαλώσει θάνατος

Αχ ομορφιά συ θα με παραδώσεις καθώς ό Ιούδας
Θα 'ναι νύχτα και Αύγουστος. Πελώριες άρπες πού και πού
        θ' ακούγονται και
Με το λίγο της ψυχής μου κυανό ή Όξω Πέτρα μέσ' από
        τη μαυρίλα
Θ'αρχίσει ν'αναδύεται. Μικρές θεές, προαιώνια νέες
Φρύγισσες ή Λυδές με στεφάνι ασημί και με πρασινωπά πτερύγια
        γύρω μου άδοντας θα συναχτούν
Τότε πού κα'ι του καθενός τα βάσανα θα εξαργυρώνονται
Χρώματα βότσαλου πικρού: τόσα
Με περόνες πόνου όλες σου οι αγάπες: τόσα
Του βράχου ή τύρφη και του άφραχτου ύπνου σου ή φρικαλέα
        ραγισματιά: δυο φορές τόσα

Ώσπου κάποτε, ό βυθός μ' όλο του το πλαγκτόν κατάφωτο
Θ'αναστραφεί πάνω από το κεφάλι μου. Κι άλλα ως τότε
        ανεκμυστήρευτα
Σάν μέσ' από τη σάρκα μου ιδωμένα θα φανερωθούν
Ιχθείς του αιθέρος, αίγες με το λιγνό κορμί κατακυμάτων
        κωδωνοκρουσίες του Μυροβλήτη
Ενώ μακριά στο βάθος θα γυρίζει ακόμα ή γη με μια βάρκα μαύρη
        κι άδεια χαμένη στα πελάγη της.


 στον  Ήλιο...



Μαθαίνεις






Χόρχε Λούις Μπόρχες 






Μετά από λίγο μαθαίνεις
την ανεπαίσθητη διαφορά
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι
και να αλυσοδένεις μια ψυχή.

Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι
Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια

Και αρχίζεις να μαθαίνεις
πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις

Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου
με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού

Και μαθαίνεις να φτιάχνεις

                                 όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,

γιατί το έδαφος του Αύριο
είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
…και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.

Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου
μπορεί να σου κάνει κακό.


Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
Αντί να περιμένεις κάποιον
να σου φέρει λουλούδια

Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις

Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη

Και ότι, αλήθεια, αξίζεις


Και μαθαίνεις… μαθαίνεις

…με κάθε αντίο μαθαίνεις