Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις...
να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις...
Ρίτσος

Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2017

Μάριος Χάκκας, Το αγκαθι των μικρομεσαιων συνειδησεων 



Μπορούμε να πούμε μετά βεβαιότητας
ότι όσοι έχουν οξύτατη όραση
θα επιζήσουν της πρώτης κρίσεως
των καρδιακών κρίσεων
της οικουμενικής κρίσεως
ακόμη και της εσχάτης κρίσεως
αρκεί ν’ αντέξουν της κρίσεως συνειδήσεως.

Κατά τα άλλα
πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι
γιατί δεν άρχισε να βρέχει βατράχια
αν και θα επινοηθούν ειδικά αλεξιβρόχια
αποσμητικά κατά της αηδίας
έως ότου εξοικειωθούμε με την μπόχα
των νεκρών αισθημάτων κι ελπίδων.

Βρωμόμυγες, κρεατόμυγες, χρυσόμυγες.
Τι θα γίνει αλήθεια με τις κοινές μύγες
που συνωθούνται στο νεκροτομείο;
Αν θα καλλιεργήσουμε ένα είδος μύγας
Μέσα μας ας είναι το τελειότερο.
Τέλος πάντων.
Πρέπει να μεριμνήσουμε.
Λαμβάνει έκταση επιδημίας αυτή η έκλυση ηθών.
Να κάνουμε έκκληση
επίκληση στις ηθικές μας αρχές
παράκληση προς τον ύψιστο
να μας απαλλάξει
ή να μας μετεξελίξει
σε μύγες, κορέους, κουνούπια
να λείψει το δυσυπόστατο του χαρακτήρα μας
να μεταβληθούμε στους τρόμους μας
ψύλλοι, ψείρες και κάνθαροι.

Μάριος Χάκκας, Άπαντα, Κέδρος



Τάσος Λειβαδίτης, γυναίκες

“…Φτωχές γυναίκες,
μοδίστρες, δακτυλογράφοι, ασπρορουχούδες,
τίμιες ή σπιτωμένες, ακόμα κι άλλες
εκείνες του σκοινιού και του παλουκιού,
γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κουρνιαχτού,
νιώσαμε το φόβο που κρύβεται καμιά φορά
πίσω από την αγνότητα,
την κούραση πίσω από την καλοσύνη ή την αδιαφορία
πίσω απ’ την υπακοή.
Μα πιο πολύ νιώσαμε την αδυναμία που
κρύβεται πίσω απ’ την κακία.
Συχνά μας άφησαν εκείνοι που αγαπούσαμε
πολλές, πάνω στη τρέλα τους, τους ρίξανε βιτριόλι,
οι πιο πολλές βέβαια κλάψαμε, χτυπηθήκαμε,
μα φροντίσαμε σύντομα να βρούμε έναν άλλον,
γιατί τα χρόνια περνάνε…
Αν μας έβλεπε κανείς το βράδυ, όταν μένουμε μονάχες
και βγάζουμε τις φουρκέτες, τις ζαρτιέρες, και κρεμάμε
στην κρεμάστρα το πανωφόρι κι αυτήν τη βαμμένη μάσκα
που μας φόρεσαν, εδώ και αιώνες τώρα, οι άντρες
για να τους αρέσουμε –
αν μας έβλεπαν, θα τρόμαζαν μπροστά σε τούτο
το γυμνό, κουρασμένο πρόσωπο.
Αχ, γυναίκες έρημες,
κανείς δεν έμαθε ποτέ πόση αγωνία κρύβεται πίσω απ’
τη λαγνεία, ή την υστεροβουλία μας.
Και πάντα γυρεύαμε το καλύτερο….
Συχνά καταφύγαμε και στις χαρτορίχτρες,
τρέχουμε στα μέντιουμ να μάθουμε- τι να μάθουμε;
Διαβάζουμε καθημερινά το ωροσκόπιο στις εφημερίδες,
πηγαίνουμε σε διάφορους ύποπτους αστρολόγους…
λοιπόν πού πάμε; Από πού ερχόμαστε; Τι ψάχνουμε
παλεύοντας αιώνια με τα έξω και τα μέσα μας στοιχεία;
Ερχόμαστε απ’ το φόβο και το φόνο, απ’ το αίμα και
την επανάληψη. Ερχόμαστε απ’ την παλαιολιθική αρπαγή-
κι αρχίζουμε την ανθρώπινη φιλία.
Τέλος, ύστερα από πολλά, παντρευόμαστε,
κάνουμε κάμποσες εκτρώσεις, αρκετά παιδιά,
ύστερα έρχεται η κλιμακτήριος, οι μικρονευρασθένειες,
κι ύστερα τίποτα. Όλα καταλαγιάζουν μέσα μας.
Κι επιθυμίες κι αναμνήσεις- αχ περνάει
γρήγορα η ζωή, ούτε το καταλαβαίνεις.
Τα παιδιά ζούνε σ’ ένα δικό τους κόσμο, δε μας ξέρουν
παρά μονάχα σα μητέρες, δεν μπόρεσαν να μας δουν
ποτέ λίγο κι εμάς σαν ανθρώπους-
με τις μικρότητες ή τις παραφορές τους.
Έτσι ζήσαμε. Αγνοημένες και μονάχες μέσα
στο εσωτερικό μας πάθος,
αγνοημένες κι έρημες μέσα στην ιερότητα
της μητρότητάς μας…”



Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, τ. 1.
 

Πέμπτη 12 Οκτωβρίου 2017

Λουί Αραγκόν, «Τραγούδι του Οκτώβρη»






Ένα τραγούδι ουρά μιας εσθήτας απέραντη
Ένα τραγούδι ποτέ δεν τελειώνει
Ένα τραγούδι του Οκτώβρη ρομάντζα
Πιο γλυκιά κι απ’ το Μάη
Ένα τραγούδι που πάντα ν’ αρχίζει ξανά
Τη νοσταλγία του ορίζοντα τα μάτια σου έχουν
Τρελέ που βρίσκεις τον αιθέρα γαλάζιο αρκετά
Που ο ουρανός φυλακή δε σου είναι
Ν’ αγαπήσεις υπέρμετρα πρέπει
Δεν αρκεί διόλου πια το μυαλό
Φθινόπωρο ωραίο με χέρια βελούδου
Ειν’ το τραγούδι που δεν τραγουδήθη ποτέ
Ειν’ το τραγούδι δικού μας του έρωτα
Ειν’ το τραγούδι των ρόδων θωριά του τσαγιού
Που η καρδιά τους έχει το χρώμα της μέρας
Είναι τάχα ο λυγμός βαθύς αρκετά
Να μιλήσει και για του κορμιού τις ερήμους
Όμοιες με κύκλους μες στο νερό
Τα λόγια αξίζουνε τάχατες τη μελωδία
Του ατέλειωτου πόθου κλεισμένου βαθιά στην καρδιά
Ένα τραγούδι Έλσα της τρέλας
Ένα τραγούδι ποτέ δεν τελειώνει
Ένα τραγούδι του Οκτώβρη ρομάντζα
Πιο γλυκιά κι απ’ το Μάη
Ένα τραγούδι ουρά μιας εσθήτας απέραντη.

[“Πρόσωπα/ιδέες- Λογοτεχνία: Αραγκόν”, Πλέθρον]

...........................


Στεφάν Μαλλαρμέ, «Στεναγμός»

Στο μέτωπό σου που ονειρεύεται, ω ήρεμη αδελφή, ένα
φθινόπωρο από πορφυρά πέταλα ανθέων στρωμένο,
και μες στον πλάνητα ουρανό του αγγελικού ματιού σου,
πιστή αναλήπτεται η ψυχή μου, όπως σε κήπο θλίψης
στενάζει κάποιος πίδακας λευκός προς το Γαλάζιο.
Προς το Γαλάζιο το απαλό του ωχρού κι αγνού Οκτωβρίου
την άπειρή του ραθυμία που αντανακλά στις στέρνες
κι αφήνει στο νεκρό νερό, που η υπόξανθη αγωνία
των φύλλων πλέει στον άνεμο και κρύο σκαλίζει αυλάκι,
να σέρνεται ο ήλιος κίτρινος από μια μακριά αχτίδα.

[Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης, Καστανιώτης]

Anne Sexton, Γιορτάζοντας την μήτρα μου

Όλες μέσα μου είναι πουλί.
Χτυπάω όλα τα φτερά μου.
Ήθελαν να σε αποκόψουν
αλλά δεν θα το κάνουν.
Είπαν ότι είσαι απροσμέτρητα άδεια
αλλά δεν είσαι.
Είπαν ότι ήσουν έτοιμη να πεθάνεις
αλλά έκαναν λάθος.
Τραγουδάς σαν σχολιαρόπαιδο.
Δεν έχεις φθαρεί.
Άχθος γλυκό,
γιορτάζοντας τη γυναίκα που είμαι
και την ψυχή της γυναίκας που είμαι
και το κεντρικό δημιούργημα και την ευφροσύνη του
τραγουδώ για σένα. Τολμώ να ζήσω.
Γεια σου, πνεύμα. Γεια σου, φλιτζάνι.
Δέσε, σκέπασε. Σκέπασε αυτό που περιέχει.
Χαιρετώ το χώμα των αγρών.
Καλώς ήρθατε, ρίζες.
Κάθε κύτταρο έχει ζωή.
Υπάρχει αρκετή εδώ για να ευχαριστήσει ένα έθνος.
Είναι αρκετό ότι ο κοσμάκης κατέχει αυτά τα αγαθά.
Κάθε άνθρωπος, κάθε κοινοπολιτεία θα έλεγε σχετικά,
«Θα ‘ταν καλό αυτόν τον χρόνο να φυτέψουμε ξανά
και να προνοήσουμε για τη σοδειά.
Η ξηρασία έχει προβλεφθεί και εξοβελισθεί.»
Πολλές γυναίκες τραγουδούν γι’ αυτό:
κάποια καταριέται τη μηχανή σ’ ένα εργοστάσιο παπουτσιών,
κάποια φροντίζει μια φώκια στο ενυδρείο,
κάποια πλήττει στη ρόδα μιας Ford,
κάποια εισπράττει διόδια στην πύλη,
κάποια τραβά το σκοινί ενός μοσχαριού στην Αριζόνα,
κάποια καβαλικεύει ένα τσέλο στη Ρωσία,
κάποια μετακινεί δοχεία πάνω σε μια σόμπα στην Αίγυπτο,
κάποια βάφει τους τοίχους του δωματίου της στο χρώμα του φεγγαριού,
κάποια πεθαίνει αλλά θυμάται να φάει πρωινό,
κάποια τεντώνεται σε μία ψάθα στην Ταϋλάνδη,
κάποια σκουπίζει τον κώλο του παιδιού της,
κάποια κοιτάζει έξω από το παράθυρο ενός τρένου
στη μέση του Wyoming και κάποια είναι
κάπου και κάποιες είναι παντού και όλες
φαίνεται να τραγουδάνε, αν και κάποιες δεν μπορούν
να τραγουδήσουν ούτε μια νότα.
Άχθος γλυκό,
γιορτάζω τη γυναίκα που είμαι
άσε με να φορέσω μια τρίμετρη μπόλια,
άσε με να χτυπήσω το ταμπούρλο για τις δεκαεννιάχρονες,
άσε με να κουβαλήσω κούπες για την θυσία
(αν αυτό μου αναλογεί).
Άσε με να μελετήσω τον καρδιαγγειακό ιστό,
άσε με να εξετάσω τη γωνιακή απόσταση των μετεώρων,
άσε με να ρουφήξω τους μίσχους των λουλουδιών
(αν αυτό μου αναλογεί).
Άσε με τον χορό της φυλής ν’ ακολουθήσω
(αν αυτό μου αναλογεί).
Γι’ αυτό που χρειάζεται το σώμα
άσε με να τραγουδήσω
για το δείπνο,
για το φιλί,
για το σωστό
ναι.
Anne Sexton, Ποιήματα, (The Complete Poems), Printa, συντελεστές Δήμητρα Σταυρίδου, Παυλίνα Παμπούδη


Κ. Π. Καβάφης, Ο Δαρείος




Ο ποιητής Φερνάζης το σπουδαίον μέρος
του επικού ποιήματός του κάμνει.
Το πώς την βασιλεία των Περσών
παρέλαβε ο Δαρείος Υστάσπου. (Aπό αυτόν
κατάγεται ο ένδοξός μας βασιλεύς,
ο Μιθριδάτης, Διόνυσος κ’ Ευπάτωρ). Aλλ’ εδώ
χρειάζεται φιλοσοφία· πρέπει ν’ αναλύσει
τα αισθήματα που θα είχεν ο Δαρείος:
ίσως υπεροψίαν και μέθην· όχι όμως — μάλλον
σαν κατανόησι της ματαιότητος των μεγαλείων.
Βαθέως σκέπτεται το πράγμα ο ποιητής.
Aλλά τον διακόπτει ο υπηρέτης του που μπαίνει
τρέχοντας, και την βαρυσήμαντην είδησι αγγέλλει.
Άρχισε ο πόλεμος με τους Pωμαίους.
Το πλείστον του στρατού μας πέρασε τα σύνορα.
Ο ποιητής μένει ενεός. Τι συμφορά!
Πού τώρα ο ένδοξός μας βασιλεύς,
ο Μιθριδάτης, Διόνυσος κ’ Ευπάτωρ,
μ’ ελληνικά ποιήματα ν’ ασχοληθεί.
Μέσα σε πόλεμο — φαντάσου, ελληνικά ποιήματα.
Aδημονεί ο Φερνάζης. Aτυχία!
Εκεί που το είχε θετικό με τον «Δαρείο»
ν’ αναδειχθεί, και τους επικριτάς του,
τους φθονερούς, τελειωτικά ν’ αποστομώσει.
Τι αναβολή, τι αναβολή στα σχέδιά του.
Και νάταν μόνο αναβολή, πάλι καλά.
Aλλά να δούμε αν έχουμε κι ασφάλεια
στην Aμισό. Δεν είναι πολιτεία εκτάκτως οχυρή.
Είναι φρικτότατοι εχθροί οι Pωμαίοι.
Μπορούμε να τα βγάλουμε μ’ αυτούς,
οι Καππαδόκες; Γένεται ποτέ;
Είναι να μετρηθούμε τώρα με τες λεγεώνες;
Θεοί μεγάλοι, της Aσίας προστάται, βοηθήστε μας.—
Όμως μες σ’ όλη του την ταραχή και το κακό,
επίμονα κ’ η ποιητική ιδέα πάει κι έρχεται —
το πιθανότερο είναι, βέβαια, υπεροψίαν και μέθην·
υπεροψίαν και μέθην θα είχεν ο Δαρείος.

(Κ. Π. Καβάφης, Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Κυριακή 27 Αυγούστου 2017

Γιώργος Μαρκόπουλος, οι πυροτεχνουργοι


Blue Nude, c.1902 by Pablo Picasso


Τ α Π ο ι ή μ α τ α, Έ ν α Π ο τ ά μ ι, Ο Π ο ι η τ ή ς


                                    Στην Αγγελική και στον Μπάμπη Ζαφειράτο


Τα ποιήματα είναι δύσκολα, το ξέρετε.
Και αν σηκώσεις τις λέξεις, είναι τόσο θλιμμένα,
σαν δάχτυλα που πόνεσες μια νύχτα με αγωνίες.
Ένα ποτάμι είναι ένας ξένος που κρύβεται, το ξέρετε.
Την ημέρα πηγαίνει στη θάλασσα.
Το απόγευμα λουφάζει ακίνητο
σαν αγρίμι που πέρασαν δίπλα του κυνηγοί.
Ο ποιητής, ένας δήθεν αδιάφορος
που κρύβει τα χέρια του στις τσέπες.

..........................

Τ ο Χ έ ρ ι μ ο υ, η Ψ υ χ ή μ ο υ, Ν α υ ά γ ι α

Το χέρι μου στα μαλλιά σου
φίδι που γυρνάει στη φωλιά του αφού έκανε κακό.
Η ψυχή μου
ελαφρώς λερωμένη σαν άσπρο κοστούμι καλοκαιρινό.
Πάνω από τα ναυάγια ο ήλιος ξεπρόβαλε κουρασμένος.

Γιώργος Μαρκόπουλος, Οι πυροτεχνουργοί (Εγνατία, 1979)

Δευτέρα 17 Ιουλίου 2017

μνήμη Νίκου Καρούζου...

η Μ... στην Πάρο.

ΤΕΛΗ ΙΟΥΛΙΟΥ

Νύχτα του θέρους απαλύνουσα
ως μέλι σε γεύομαι στην κερήθρα του χώρου.
Εσχεδίαζα ποίημα όπου υπήρχες ηδυπαθής
με δανεισμένα μάτια στη φωτιά των άστρων
με την αγάπη
ταξιδεμένη σε διαθέσεις του σώματος.
Αλλ’ η ωραιότητα της μοίρας
έρχεται και σε παίρνει στα χέρια του θέρους
απάνω από μας
στο ακέραστο του στήθους όπου
σε λευκά ιμάτια κυματίζει η αρχή του πόνου
και μορφές παιδιών
λυπηρά ψιθυρίζουν
για τα χαμένα τους πράγματα
όταν το κέλευσμ’ ακούγεται με αέρα πλασμένο.
Τραγούδια μη ζητήσετε
ρέουν οι σιωπές στα βουνοπλάγια
κυριαρχούν πλήρως ολόγυρα του προσώπου μου
δέντρου κλαδί ασημίζει εμπρός μου.
Στο βάθος της νοσταλγίας Ακατάληπτε
μιλούμε για σένα
πολύ μακριά απ’ τα χείλη μας.
Αυτή την ώρα του αναλυομένου μυστηρίου
όλα
γυρίζουν.
.........................

ΒΡΑΔΙΝΗ ΑΘΗΝΑ

Με τον ουράνιο Μπαχ
ερωτεύομαι νύχτες της πικρής Αττικής
ακούω γαλήνια κονσέρτα
που αναστρέφουν τον πόνο
σε χαλασμένα ραδιόφωνα χωρίς κουμπιά
σκονισμένα
συντριμμένα
των λυπημένων -
(βράδια μυρωμένα
η Αττική ανέβαινε ψηλά
κι ανέβαιναν
τα βάσανα κ` οι έγνοιες...).
Είχα μιαν αγάπη
χάθηκε
την έφραξαν πάθη καιρικά
μα όμως κάποτε
λέω θ` ανταμώσουμε ψηλά
μέσ` στη γαλάζια σκόνη του αιθέρα.
Έχει άνθος στα μαλλιά
είναι τα μάτια της εφιαλτικά και σύρουν.
Αλλ` εγώ με τη δύναμη του αθώου
στους κινδύνους
ανεβαίνω.
Είχα μιαν αγάπη
τώρα ταξιδεύει μακριά
κ` η σελήνη γέμισε κίτρινα πουλιά.
Έχει άνθος
και φέρνει
όνειρα
στον ερειπωμένο μου
ύπνο.
....................

Γαλάζιος μακριά πολύ, θα γυρίσω
άνθη κρατώντας.
Είναι ρωγμή στο στήθος η αγάπη.
Από ΤΑ ΤΡΙΣΤΙΧΑ ΤΩΝ ΘΑΝΑΣΙΜΩΝ

/////////////////
Η ΠΡΩΤΗ ΕΠΟΧΗ, εκδ. ΕΡΑΤΩ, Αθήνα 1987

Πέμπτη 29 Ιουνίου 2017

Νίκος Καββαδίας, Πᾶνε δυὸ μῆνες



Πᾶνε δυὸ μῆνες ποὺ ἔφυγα κ᾿ ὅμως δὲν σοὔχω γράψει
τὰ λόγιά μου πὼς ξέχασα θὰ λὲς «Πάντα ἐσὺ θἆσαι
ἡ πολυαγαπημένη μου ὅσο μακριὰ κ᾿ ἂν πάω!»
Κ᾿ ὅμως τὸ ξέρω ἐγὼ καλὰ πὼς πάντα μὲ θυμᾶσαι.
Πῶς ὅταν τὶς θολὲς βραδυὲς στὴν κάμαρά σου μόνη
κεντώντας τ᾿ ἄσπρα ροῦχα σου κάνεις σκυφτὴ νυκτέρι
σκέφτεσαι τὰ γλυκόλογα ποὺ θὲ νὰ λέῃ τὸ γράμμα
ποὺ ὁ ταχυδρόμος αὔριο στὴν πόρτα σου θὰ φέρη.
Τὸ γράμμα ποὺ κάθε πρωὶ γράφω καὶ δὲ σοῦ στέλνω
κ᾿ ἔτσι περνᾶν ἀβάσταχτα οἱ θλιβερές σου μέρες
καὶ πᾶς σιγανὰ στὴν παναγιὰ δεόμενη γιὰ μένα
ποὺ ἀλύπητα μὲ δέρνουνε οἱ μανιασμένοι ἀγέρες.
Κ᾿ ἴσως νομίζεις τώρα ἐσὺ πὼς κάποιαν ἄλλη ἀγαπῶ
βαθειά, τρανήν, ἐξωτική, ἐβρῆκα ἐδῶ στὰ ξένα
ποὺ μ᾿ ἔχει δέσει πεια σφιχτὰ καὶ μ᾿ ἔχει μαγεμμένο.
... Καὶ σκέφτομαι τὰ μάτια σου θολά, πλημμυρισμένα,
ὅμως, ἂν μπόραες γιὰ νἀρθῇς στὴν ἄθλια κάμαρά μου
σκυμμένο θὲ νὰ μ᾿ ἔβλεπες ἀπάνω σ᾿ ἕνα γράμμα
νὰ σκέφτομαι ... νὰ μὴ μπορῶ ... νὰ θέλω νὰ σοῦ γράψω
καὶ σκίζοντάς το νὰ ξεσπᾶ σ᾿ ἕνα θλιμμένο κλάμμα.


Στο Περιοδικὸ τῆς Μεγάλης Ἑλληνικῆς Ἐγκυκλοπαίδειας,
τοῦ Παύλου Δρανδάκη, ἀρ. φύλλου 173, 10 Μαρτίου 1929.







Τρίτη 13 Ιουνίου 2017

ποίημα του Αλμπέρτο Καέιρο


«Ένα μεσημέρι στο τέλος της άνοιξης
είδα ένα όνειρο σαν φωτογραφία:
τον Ιησού Χριστό να κατεβαίνει στη Γη.
Ήρθε απ’την πλαγιά ενός βουνού
κι είχε γίνει πάλι παιδί,
έτρεχε, κυλιόταν στο χορτάρι
ξερίζωνε λουλούδια και τα πετούσε,
γελούσε δυνατά για να τον ακούν μακριά.
Το’χε σκάσει απ’ τον ουρανό.
Ήταν πολύ δικός μας για να παριστάνει
το Δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας.
Στον ουρανό ήταν όλα ψεύτικα, όλα αταίριαστα
με τα λουλούδια, τα δέντρα, τις πέτρες.
Στον ουρανό έπρεπε να είναι πάντα σοβαρός
και κάποιες φορές να ξαναγίνεται άνθρωπος
να ανεβαίνει στον σταυρό και να πεθαίνει πάντα
με ένα στεφάνι όλο αγκάθια γύρω γύρω
τα πόδια καρφωμένα μ’ένα τεράστιο καρφί
κι ένα κουρέλι στη μέση του
σαν αυτό που φοράν οι νέγροι στις εικονογραφήσεις.
Μήτε τον άφηναν να έχει πατέρα και μητέρα
σαν τα άλλα παιδιά.
Ο πατέρας του ήταν δυο πρόσωπα:
Ένας γέρος που τον έλεγαν Ιωσήφ, ξυλουργός το επάγγελμα
που δεν ήταν πατέρας του.
Ο άλλος ήταν ένα ηλίθιο περιστέρι,
το μοναδικό άσχημο περιστέρι αυτού του κόσμου
γιατί δεν ήταν αυτού του κόσμου μήτε και περιστέρι.
Η μάνα του δεν είχε αγαπήσει πριν τον αποκτήσει.
Δεν ήταν γυναίκα. Ήταν μια σκευοθήκη
που μέσα της ήρθε από τον ουρανό.
Κι ήθελαν αυτός, που γεννήθηκε μόνο από μητέρα,
και δεν είχε ποτέ πατέρα για να τον αγαπήσει και να τον σέβεται,
να κηρύσσει την καλοσύνη και τη δικαιοσύνη!
Μια μέρα που ο Θεός κοιμόταν
και το Άγιο Πνεύμα πετούσε τριγύρω,
πήγε στο κουτί με τα θαύματα κι έκλεψε τρία.
Με το πρώτο έκανε να μην καταλάβει κανείς πως
το ΄χε σκάσει.
Με το δεύτερο έγινε για πάντα άνθρωπος και παιδί.
Με το τρίτο έκανε έναν Χριστό αιώνια εσταυρωμένο
και τον άφησε καρφωμένο στο σταυρό που υπάρχει
στον ουρανό
και χρησιμεύει για πρότυπο όλων των σταυρών.
Έπειτα ανέβηκε ως τον ήλιο
και κατέβηκε με την πρώτη αχτίδα που βρήκε.
Σήμερα ζει μαζί μου στο χωριό.»
Fernando Pessoa, Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο, από την ενότητα "ο Φύλακας των κοπαδιών", μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα, Gutenberg

Τρίτη 25 Απριλίου 2017

Γ, Μαρκόπουλος


Ά λ κ η σ τ ις

Άλκηστις κρυμμένο βαθιά ριζικό και Άλκηστις μοίρα δική μου
όπου την ευτυχία ξάφνου ένα πρωί
νομίζοντας ότι δεν άντεχα άλλο
ιδού το πρόσωπο σου στα χέρια μου
η βάρκα που τη βρίσκεις στο μικρό λιμανάκι
δέκα μέρες χωρίς τον ψαρά μέσα
και το κορμί σου ιδού λατομείο κλειστό
όπου καθόμουν περιμένοντας στην άκρη ν’ ακούσω την έκρηξη
μονάχος, Άλκηστις, ανέκραξα.

Στο βάθος μου έρχεσαι, εισχωρείς,
και τα λόγια μου όπως πέντε ορτύκια
μέσ’ απ’ τα χαλάσματα πετούν τρομαγμένα.

Πέμπτη 20 Απριλίου 2017

Τάσος Λειβαδίτης, θυμάσαι;

Ποιος ξέρει τι θα συμβεί αύριο, ή ποιος έμαθε ποτέ τι συνέβη χτες,
τα χρόνια μου χάθηκαν εδώ κι εκεί, σε δωμάτια, σε τραίνα, σε
όνειρα
αλλά καμιά φορά η φωνή μιας γυναίκας καθώς βραδιάζει μοιάζει
με το αντίο μιας ηλικίας που τέλειωσε

..............

Κι όταν ένα παιδί κοιτάει μ’ έκσταση το δειλινό, είναι που αποθηκεύει θλίψεις για το μέλλον.

...............

Θυμάσαι τις νύχτες; Για να σε κάνω να γελάσεις περπατούσα πάνω
……στο γυαλὶ της λάμπας.
«Πώς γίνεται αυτό;» ρώταγες. Μα ήταν τόσο απλὸ
αφού μ᾿ αγαπούσες
.............

Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου
αγαπημένη μου.

.................


Μας φτάνει να μιλήσουμε
απλά
όπως πεινάει κανείς απλά
όπως αγαπάει
όπως πεθαίνουμε
απλά.

.................


Παρ’ όλο που σε όλη μου τη ζωή βιαζόμουν, η νύχτα μ’ έβρισκε πάντα απροετοίμαστο ή μάζευα τα φύλλα του φθινοπώρου....
Aλλά οι καλύτερες στιγμές μου είναι τα βράδια, όταν ανοίγω το παράθυρο κι αφήνω ελεύθερα τα ωραία ωδικά πουλιά που εκγυμνάζω τις ατέλειωτες ώρες της αιχμαλωσίας

...............

Τελικά τους έκλεισα την πόρτα «τι να την κάνω εγώ την πραγματικό-
τητα, τους λέω-εγώ έχω τ΄»όνειρο»
ίσως γι΄ αυτό αγαπώ τα νεκροταφεία, γιατί βάζουν τέλος στις λε-
πτομέρειες.
Ένα τραγούδι λυπημένο τη νύχτα είναι πάντα ένας αποχαιρετι-
σμός.

...............


και σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι
και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ’ τον άλλον.

Γιατί ο έρωτας είναι ο πιο δύσκολος δρόμος να γνωριστούν.

Γιατί οι άνθρωποι, σύντροφε, ζουν απο τη στιγμή
που βρίσκουν μια θέση
στη ζωή των άλλων.

Kαι τότε κατάλαβες γιατί οι απελπισμένοι
γίνονται οι πιό καλοί επαναστάτες.

................

Και να που φτάσαμε εδώ
Χωρίς αποσκευές
Μα μ’ ένα τόσο ωραίο φεγγάρι
Και εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο

Αλλά καθώς βραδιάζει
ένα φλάουτο κάπου
ή ένα άστρο συνηγορεί
για όλη την ανθρωπότητα

Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη
μ’ ένα άστρο ή μ’ ένα γιασεμί
σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει
παίρνει το μέρος των φτωχών…

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη!

Δος μου το χέρι σου..
Δος μου το χέρι σου..

..............

Κι μια μέρα θέλω να γράψουν στον τάφο μου: έζησε στα σύνορα
μιας ακαθόριστης ηλικίας και πέθανε για πράγματα μακρινὰ που
……είδε κάποτε σ᾿ ενα αβέβαιο όνειρο.

................

Όλα τελειώνουν κάποτε. Λοιπόν, αντίο! Τα πιο ωραία ποιήματα
δεν θα γραφτούν ποτέ….


Τάσος Λειβαδίτης, Άπαντα, Κέδρος 




Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2017

Pablo Neruda, γέμισε από μένα



Γέμισε από μένα.
Πόθησέ με, εξουθένωσέ με, αναποδογύρισέ με, θυσιασέ με.
Ζήτησέ με. Περιμάζεψέ με, έχε με μέσα σου, κρύψε με.
Θέλω να είμαι κάποιου, θέλω να είμαι δικός σου, είναι η ώρα σου.
Είμαι αυτός που πέρασε πηδώντας πάνω απ΄ τα πράγματα,
ο φυγάς, ο πονεμένος.

Όμως νιώθω την ώρα σου,
την ώρα που απ’ αυτήν η ζωή μου σταλάζει πάνω στην ψυχή σου,
την ώρα της τρυφερότητας που δεν σκόρπισα ποτέ,
την ώρα της σιωπής την ανείπωτη
την ώρα σου, αιμάτινη αυγή που μ’ έθρεψε από αγωνίες,
την ώρα σου, την μεσονύχτια που μούφυγε μοναχική.
Λεφτέρωσέ με από μένα. Θέλω να βγω από την ψυχή μου.
Είμαι εγώ αυτό που στενάζει, αυτό που καίει, αυτό που υποφέρει.
Είμαι εγώ αυτό που στενάζει, αυτό που καίει, αυτό που υποφέρει.
Είμαι εγώ αυτό που χτυπάει, αυτό που ουρλιάζει, αυτό που τραγουδάει.
Όχι, δεν θέλω να είμαι αυτό.
Βοήθα με να σπάσω αυτές τις πελώριες πόρτες.
Με τους μεταξένιους ώμους σου ξέθαψε αυτές τις άγκυρες.
Έτσι σταυρώσανε τον πόνο μου ένα βράδυ.
Λευτέρωσέ με από μένα. Θέλω να βγω από την ψυχή μου.

Θέλω να μην έχω όρια και να υψωθώ μέχρι εκείνο το αστέρι.
Η καρδιά μου δεν πρέπει να σωπαίνει σήμερα ή αύριο.
Πρέπει να παίρνει μέρος σ’ ό,τι αγγίζει,
πρέπει νάναι από μέταλλα, από ρίζες, από φτερούγες.
Δεν μπορώ να είμαι η πέτρα που τινάζεται και δεν γυρνάει
δεν μπορώ να είμαι η σκιά που σκορπίζεται και περνάει.
Όχι, δεν μπορεί νάναι, δεν μπορεί νάναι, δεν μπορεί νάναι.
Τότε θα κραύγαζα, θα έκλαιγα, θα στέναζα.
Δεν μπορεί νάναι, δεν μπορεί νάναι.
Ποιος πήγαινε να σπάσει αυτή τη δόνηση των φτερών μου;
ποιος πήγαινε να με εξολοθρεύσει; ποιο σχέδιο, τι λόγια;
Δεν μπορεί νάναι, δεν μπορεί νάναι, δεν μπορεί νάναι.
Λευτέρωσέ με από μένα. Θέλω να βγω από την ψυχή μου.

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2017

Κ.Π.Καβαφης



Για έναν μήνα αγαπηθήκαμε.
Έπειτα έφυγε, θαρρώ στην Σμύρνη,
για να εργασθεί εκεί, και πια δεν ιδωθήκαμε.

Θ’ ασχήμισαν — αν ζει — τα γκρίζα μάτια·
θα χάλασε τ’ ωραίο πρόσωπο.

Μνήμη μου, φύλαξέ τα συ ως ήσαν.
Και, μνήμη, ό,τι μπορείς από τον έρωτά μου αυτόν,

ό,τι μπορείς φέρε με πίσω απόψε.

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2016

Κλείτος Κύρου, κατι που εμεινε

Ένα από τα Γυμνά γλυπτά του Ούγκο Ροντινόνε
Η ώριμη στιγμή του χωρισμού
Μας πρόφτασε βιαστικά
Φορέσαμε κι οι δύο από ένα χαμόγελο
Ελέγχαμε τις χειρονομίες μας
Και ξεφυλλίζαμε
Τις μέρες που θα ’ρθουν
Βέβαια
Ήταν άσχημο να το συλλογιστώ
Πώς τα χέρια μου
Δεν θα τύλιγαν πια
Τις γραμμές του κορμιού της.
Άνοιξε την τσάντα
Και μου επέστρεψε δυο βιβλία
Ένα κίτρινο πουκάμισο
Και μιαν αλυσίδα

- Λοιπόν
Τώρα δεν έχω πια τίποτα δικό σου
Και ‘σύ νομίζω δεν έχεις τίποτα δικό μου
Δεν απάντησα
Μου έσφιξε τα χέρια
Κι απομακρύνθηκε
Δες έχεις πια τίποτε δικό μου
Κι όμως
Τη θύμησή της
Τη δίπλωσα προσεχτικά
Και την κρατώ ακόμα.
Κλείτος Κύρου «Εν όλω», Εκδόσεις Άγρα

Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2016

Μηνάς Δημάκης

{επιστολή - όπως γράφουμε σήμερα}

Τώρα σε λογαριάζω στα φαντάσματα
Γιομίζουν τις ώρες μου
Έρχονται κάτω απ' το παράθυρό μου
Ουρλιάζουν
Ζητούν εμένα ή τα χαμένα όνειρα
Ανακαλούν την πρώτη-πρώτη νιότη
Με τις αστραπές
Όσα δεν ξαναγυρίζουν
Να μην ξαναγυρίζουν ποτέ!
Τουλάχιστον δεκαπέντε φορές ερωτεύθηκα
Ως το θάνατο
Για έξι μήνες για ένα χρόνο
Με maximum τα τρία χρόνια
Και δεν υπολογίζω τις χιλιάδες περιπέτειες
Κράταγαν μια νύχτα ως μια βδομάδα
Σε κρεβάτια σε πάρκα σε αμμουδιές
Έτσι μέτρησα τη ζωή μου
Και δε βαρέθηκα ακόμη
Είσαι ο δέκατος έκτος μεγάλος μου έρωτας
Ο έσχατος
Για σκέψου αν σκέπτεσαι
Αλλ' ας σκεφθούμε
Τώρα ν' αυτοκτονήσεις ή ν' αυτοκτονήσω
Θάταν λίγο αστείο
Βέβαια ξενύχτησα μπροστά στην πόρτα σου τελευταία
Περισσότερο από νευρικότητα
Αλλά πάλι να με κυνηγάς ενώ σε κυνηγούνε!
Με κείνα τα περίφημα εικοσιδυό σου χρόνια
Τα μάτια σου που θυμίζουν θάλασσες
Κι άλλοτε βαθιές καταxνιές
Το στόμα σου
Λες δεν υπάρxει πιο όμορφο στόμα;
Το σώμα σου
Αυτό που φθείρεται ανεπανόρθωτα
Τρέξε λοιπόν να προλάβεις
Η μια ανάμνηση
Πλάι στην ανάμνηση
Την άλλη ανάμνηση
Κάνουν μια
Το ένα πρόσωπο στα χίλια πρόσωπα
Κάνουν ένα
Δεν ξέρω πότε υπέφερα πιο πολύ
Πιο λίγο
Άσε με ήσυχο

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2016

Τζενη Μαστορακη



Δραπετεύω μεσ’ από τις λέξεις
που δεν είπα.                                        
Εγκαταλείπομαι
στις ώρες που πιο πολύ αγάπησα
Αυτή η σιγή δεν έχει τέλος.
Τρομάζω να περιμένω
αυτό που δε θα’ ρθει.
Τρομάζω στη σκέψη
αυτών που δεν έγραψα.
Αυτή η σιγή
απόλυτα δική μου

με κατακερματίζει.



Πέμπτη 21 Ιουλίου 2016

Θωμάς Γκόρπας, Δοξα της Κυριακης



«Η κοπέλα απέναντι στο άλσος
συνομιλεί μ’ επιθυμίες κι ατσάκιστα μυστικά.
Τα χέρια της δείχνουν τους δρόμους
τα πόδια της προσανάβουν το τραγούδι της χλόης
τα μάτια της καλημερίζουν το δροσερό φως.
Ο ήλιος λάμπει στο μέτωπό της
το μέτωπό της λάμπει πιο καλά από τον ήλιο.
Τ’ ανεξάντλητα μαλλιά της μουσική
που θέλει να τρελαθεί.
Ολόκληρη είναι το καλωσόρισμα της αγάπης
ο πιο αρμόδιος τίτλος της Κυριακής.»


(Θωμάς Γκόρπας, Τα ποιήματα, Κέδρος)


Παρασκευή 8 Ιουλίου 2016

Julio Cortazar, ποιηματα για την Κρις

Ι
Πολύ πιο πέρα από το «μέσο-
στράτι απάνω της ζωής μας»
υπάρχει μια περιοχή του έρωτα
ένας λαβύρινθος πιο πολύ διανοητικός από μυθικός
όπου είναι δυνατόν να υπάρχεις
αργόσυρτα ευτυχισμένος
χωρίς τον παραληρηματικό μίτο της Αριάδνης
χωρίς αφρούς, χωρίς σεντόνια ή μηρούς.
Όλα καλύπτονται από μιαν ανάκλαση του δειλινού
τα μαλλιά, το άρωμά σου, το σάλιο σου.
Κι εκεί στην άλλη τη μεριά σε κατέχω
την ώρα που εσύ παίζεις με τη φίλη σου
της νύχτας τα παιχνίδια.


ΙΙΙ
Ξέρω πολύ καλά τι κερδίζεις
όταν χάνεσαι μέσα στην ηδονή.
Γιατί είναι ίδιο ακριβώς
με αυτό που εγώ είχα νιώσει.


V
Θα μου άρεσε να πίστευες
πως αυτό είναι το γελοίο παιχνίδι
των επανορθώσεων
με το οποίο παρηγορούμαι στην απόσταση.
Συνέχισε λοιπόν χορεύοντας
στον καθρέφτη του άλλου σώματος
αφού θα έχεις πια χαμογελάσει
μόλις
για μένα.

Julio Cortazar