Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις...
να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις...
Ρίτσος

Πέμπτη 29 Ιουνίου 2017

Νίκος Καββαδίας, Πᾶνε δυὸ μῆνες



Πᾶνε δυὸ μῆνες ποὺ ἔφυγα κ᾿ ὅμως δὲν σοὔχω γράψει
τὰ λόγιά μου πὼς ξέχασα θὰ λὲς «Πάντα ἐσὺ θἆσαι
ἡ πολυαγαπημένη μου ὅσο μακριὰ κ᾿ ἂν πάω!»
Κ᾿ ὅμως τὸ ξέρω ἐγὼ καλὰ πὼς πάντα μὲ θυμᾶσαι.
Πῶς ὅταν τὶς θολὲς βραδυὲς στὴν κάμαρά σου μόνη
κεντώντας τ᾿ ἄσπρα ροῦχα σου κάνεις σκυφτὴ νυκτέρι
σκέφτεσαι τὰ γλυκόλογα ποὺ θὲ νὰ λέῃ τὸ γράμμα
ποὺ ὁ ταχυδρόμος αὔριο στὴν πόρτα σου θὰ φέρη.
Τὸ γράμμα ποὺ κάθε πρωὶ γράφω καὶ δὲ σοῦ στέλνω
κ᾿ ἔτσι περνᾶν ἀβάσταχτα οἱ θλιβερές σου μέρες
καὶ πᾶς σιγανὰ στὴν παναγιὰ δεόμενη γιὰ μένα
ποὺ ἀλύπητα μὲ δέρνουνε οἱ μανιασμένοι ἀγέρες.
Κ᾿ ἴσως νομίζεις τώρα ἐσὺ πὼς κάποιαν ἄλλη ἀγαπῶ
βαθειά, τρανήν, ἐξωτική, ἐβρῆκα ἐδῶ στὰ ξένα
ποὺ μ᾿ ἔχει δέσει πεια σφιχτὰ καὶ μ᾿ ἔχει μαγεμμένο.
... Καὶ σκέφτομαι τὰ μάτια σου θολά, πλημμυρισμένα,
ὅμως, ἂν μπόραες γιὰ νἀρθῇς στὴν ἄθλια κάμαρά μου
σκυμμένο θὲ νὰ μ᾿ ἔβλεπες ἀπάνω σ᾿ ἕνα γράμμα
νὰ σκέφτομαι ... νὰ μὴ μπορῶ ... νὰ θέλω νὰ σοῦ γράψω
καὶ σκίζοντάς το νὰ ξεσπᾶ σ᾿ ἕνα θλιμμένο κλάμμα.


Στο Περιοδικὸ τῆς Μεγάλης Ἑλληνικῆς Ἐγκυκλοπαίδειας,
τοῦ Παύλου Δρανδάκη, ἀρ. φύλλου 173, 10 Μαρτίου 1929.







Τρίτη 13 Ιουνίου 2017

ποίημα του Αλμπέρτο Καέιρο


«Ένα μεσημέρι στο τέλος της άνοιξης
είδα ένα όνειρο σαν φωτογραφία:
τον Ιησού Χριστό να κατεβαίνει στη Γη.
Ήρθε απ’την πλαγιά ενός βουνού
κι είχε γίνει πάλι παιδί,
έτρεχε, κυλιόταν στο χορτάρι
ξερίζωνε λουλούδια και τα πετούσε,
γελούσε δυνατά για να τον ακούν μακριά.
Το’χε σκάσει απ’ τον ουρανό.
Ήταν πολύ δικός μας για να παριστάνει
το Δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας.
Στον ουρανό ήταν όλα ψεύτικα, όλα αταίριαστα
με τα λουλούδια, τα δέντρα, τις πέτρες.
Στον ουρανό έπρεπε να είναι πάντα σοβαρός
και κάποιες φορές να ξαναγίνεται άνθρωπος
να ανεβαίνει στον σταυρό και να πεθαίνει πάντα
με ένα στεφάνι όλο αγκάθια γύρω γύρω
τα πόδια καρφωμένα μ’ένα τεράστιο καρφί
κι ένα κουρέλι στη μέση του
σαν αυτό που φοράν οι νέγροι στις εικονογραφήσεις.
Μήτε τον άφηναν να έχει πατέρα και μητέρα
σαν τα άλλα παιδιά.
Ο πατέρας του ήταν δυο πρόσωπα:
Ένας γέρος που τον έλεγαν Ιωσήφ, ξυλουργός το επάγγελμα
που δεν ήταν πατέρας του.
Ο άλλος ήταν ένα ηλίθιο περιστέρι,
το μοναδικό άσχημο περιστέρι αυτού του κόσμου
γιατί δεν ήταν αυτού του κόσμου μήτε και περιστέρι.
Η μάνα του δεν είχε αγαπήσει πριν τον αποκτήσει.
Δεν ήταν γυναίκα. Ήταν μια σκευοθήκη
που μέσα της ήρθε από τον ουρανό.
Κι ήθελαν αυτός, που γεννήθηκε μόνο από μητέρα,
και δεν είχε ποτέ πατέρα για να τον αγαπήσει και να τον σέβεται,
να κηρύσσει την καλοσύνη και τη δικαιοσύνη!
Μια μέρα που ο Θεός κοιμόταν
και το Άγιο Πνεύμα πετούσε τριγύρω,
πήγε στο κουτί με τα θαύματα κι έκλεψε τρία.
Με το πρώτο έκανε να μην καταλάβει κανείς πως
το ΄χε σκάσει.
Με το δεύτερο έγινε για πάντα άνθρωπος και παιδί.
Με το τρίτο έκανε έναν Χριστό αιώνια εσταυρωμένο
και τον άφησε καρφωμένο στο σταυρό που υπάρχει
στον ουρανό
και χρησιμεύει για πρότυπο όλων των σταυρών.
Έπειτα ανέβηκε ως τον ήλιο
και κατέβηκε με την πρώτη αχτίδα που βρήκε.
Σήμερα ζει μαζί μου στο χωριό.»
Fernando Pessoa, Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο, από την ενότητα "ο Φύλακας των κοπαδιών", μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα, Gutenberg

Τρίτη 25 Απριλίου 2017

Γ, Μαρκόπουλος


Ά λ κ η σ τ ις

Άλκηστις κρυμμένο βαθιά ριζικό και Άλκηστις μοίρα δική μου
όπου την ευτυχία ξάφνου ένα πρωί
νομίζοντας ότι δεν άντεχα άλλο
ιδού το πρόσωπο σου στα χέρια μου
η βάρκα που τη βρίσκεις στο μικρό λιμανάκι
δέκα μέρες χωρίς τον ψαρά μέσα
και το κορμί σου ιδού λατομείο κλειστό
όπου καθόμουν περιμένοντας στην άκρη ν’ ακούσω την έκρηξη
μονάχος, Άλκηστις, ανέκραξα.

Στο βάθος μου έρχεσαι, εισχωρείς,
και τα λόγια μου όπως πέντε ορτύκια
μέσ’ απ’ τα χαλάσματα πετούν τρομαγμένα.

Πέμπτη 20 Απριλίου 2017

Τάσος Λειβαδίτης, θυμάσαι;

Ποιος ξέρει τι θα συμβεί αύριο, ή ποιος έμαθε ποτέ τι συνέβη χτες,
τα χρόνια μου χάθηκαν εδώ κι εκεί, σε δωμάτια, σε τραίνα, σε
όνειρα
αλλά καμιά φορά η φωνή μιας γυναίκας καθώς βραδιάζει μοιάζει
με το αντίο μιας ηλικίας που τέλειωσε

..............

Κι όταν ένα παιδί κοιτάει μ’ έκσταση το δειλινό, είναι που αποθηκεύει θλίψεις για το μέλλον.

...............

Θυμάσαι τις νύχτες; Για να σε κάνω να γελάσεις περπατούσα πάνω
……στο γυαλὶ της λάμπας.
«Πώς γίνεται αυτό;» ρώταγες. Μα ήταν τόσο απλὸ
αφού μ᾿ αγαπούσες
.............

Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου
αγαπημένη μου.

.................


Μας φτάνει να μιλήσουμε
απλά
όπως πεινάει κανείς απλά
όπως αγαπάει
όπως πεθαίνουμε
απλά.

.................


Παρ’ όλο που σε όλη μου τη ζωή βιαζόμουν, η νύχτα μ’ έβρισκε πάντα απροετοίμαστο ή μάζευα τα φύλλα του φθινοπώρου....
Aλλά οι καλύτερες στιγμές μου είναι τα βράδια, όταν ανοίγω το παράθυρο κι αφήνω ελεύθερα τα ωραία ωδικά πουλιά που εκγυμνάζω τις ατέλειωτες ώρες της αιχμαλωσίας

...............

Τελικά τους έκλεισα την πόρτα «τι να την κάνω εγώ την πραγματικό-
τητα, τους λέω-εγώ έχω τ΄»όνειρο»
ίσως γι΄ αυτό αγαπώ τα νεκροταφεία, γιατί βάζουν τέλος στις λε-
πτομέρειες.
Ένα τραγούδι λυπημένο τη νύχτα είναι πάντα ένας αποχαιρετι-
σμός.

...............


και σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι
και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ’ τον άλλον.

Γιατί ο έρωτας είναι ο πιο δύσκολος δρόμος να γνωριστούν.

Γιατί οι άνθρωποι, σύντροφε, ζουν απο τη στιγμή
που βρίσκουν μια θέση
στη ζωή των άλλων.

Kαι τότε κατάλαβες γιατί οι απελπισμένοι
γίνονται οι πιό καλοί επαναστάτες.

................

Και να που φτάσαμε εδώ
Χωρίς αποσκευές
Μα μ’ ένα τόσο ωραίο φεγγάρι
Και εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο

Αλλά καθώς βραδιάζει
ένα φλάουτο κάπου
ή ένα άστρο συνηγορεί
για όλη την ανθρωπότητα

Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη
μ’ ένα άστρο ή μ’ ένα γιασεμί
σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει
παίρνει το μέρος των φτωχών…

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη!

Δος μου το χέρι σου..
Δος μου το χέρι σου..

..............

Κι μια μέρα θέλω να γράψουν στον τάφο μου: έζησε στα σύνορα
μιας ακαθόριστης ηλικίας και πέθανε για πράγματα μακρινὰ που
……είδε κάποτε σ᾿ ενα αβέβαιο όνειρο.

................

Όλα τελειώνουν κάποτε. Λοιπόν, αντίο! Τα πιο ωραία ποιήματα
δεν θα γραφτούν ποτέ….


Τάσος Λειβαδίτης, Άπαντα, Κέδρος 




Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2017

Pablo Neruda, γέμισε από μένα



Γέμισε από μένα.
Πόθησέ με, εξουθένωσέ με, αναποδογύρισέ με, θυσιασέ με.
Ζήτησέ με. Περιμάζεψέ με, έχε με μέσα σου, κρύψε με.
Θέλω να είμαι κάποιου, θέλω να είμαι δικός σου, είναι η ώρα σου.
Είμαι αυτός που πέρασε πηδώντας πάνω απ΄ τα πράγματα,
ο φυγάς, ο πονεμένος.

Όμως νιώθω την ώρα σου,
την ώρα που απ’ αυτήν η ζωή μου σταλάζει πάνω στην ψυχή σου,
την ώρα της τρυφερότητας που δεν σκόρπισα ποτέ,
την ώρα της σιωπής την ανείπωτη
την ώρα σου, αιμάτινη αυγή που μ’ έθρεψε από αγωνίες,
την ώρα σου, την μεσονύχτια που μούφυγε μοναχική.
Λεφτέρωσέ με από μένα. Θέλω να βγω από την ψυχή μου.
Είμαι εγώ αυτό που στενάζει, αυτό που καίει, αυτό που υποφέρει.
Είμαι εγώ αυτό που στενάζει, αυτό που καίει, αυτό που υποφέρει.
Είμαι εγώ αυτό που χτυπάει, αυτό που ουρλιάζει, αυτό που τραγουδάει.
Όχι, δεν θέλω να είμαι αυτό.
Βοήθα με να σπάσω αυτές τις πελώριες πόρτες.
Με τους μεταξένιους ώμους σου ξέθαψε αυτές τις άγκυρες.
Έτσι σταυρώσανε τον πόνο μου ένα βράδυ.
Λευτέρωσέ με από μένα. Θέλω να βγω από την ψυχή μου.

Θέλω να μην έχω όρια και να υψωθώ μέχρι εκείνο το αστέρι.
Η καρδιά μου δεν πρέπει να σωπαίνει σήμερα ή αύριο.
Πρέπει να παίρνει μέρος σ’ ό,τι αγγίζει,
πρέπει νάναι από μέταλλα, από ρίζες, από φτερούγες.
Δεν μπορώ να είμαι η πέτρα που τινάζεται και δεν γυρνάει
δεν μπορώ να είμαι η σκιά που σκορπίζεται και περνάει.
Όχι, δεν μπορεί νάναι, δεν μπορεί νάναι, δεν μπορεί νάναι.
Τότε θα κραύγαζα, θα έκλαιγα, θα στέναζα.
Δεν μπορεί νάναι, δεν μπορεί νάναι.
Ποιος πήγαινε να σπάσει αυτή τη δόνηση των φτερών μου;
ποιος πήγαινε να με εξολοθρεύσει; ποιο σχέδιο, τι λόγια;
Δεν μπορεί νάναι, δεν μπορεί νάναι, δεν μπορεί νάναι.
Λευτέρωσέ με από μένα. Θέλω να βγω από την ψυχή μου.

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2017

Κ.Π.Καβαφης



Για έναν μήνα αγαπηθήκαμε.
Έπειτα έφυγε, θαρρώ στην Σμύρνη,
για να εργασθεί εκεί, και πια δεν ιδωθήκαμε.

Θ’ ασχήμισαν — αν ζει — τα γκρίζα μάτια·
θα χάλασε τ’ ωραίο πρόσωπο.

Μνήμη μου, φύλαξέ τα συ ως ήσαν.
Και, μνήμη, ό,τι μπορείς από τον έρωτά μου αυτόν,

ό,τι μπορείς φέρε με πίσω απόψε.

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2016

Κλείτος Κύρου, κατι που εμεινε

Ένα από τα Γυμνά γλυπτά του Ούγκο Ροντινόνε
Η ώριμη στιγμή του χωρισμού
Μας πρόφτασε βιαστικά
Φορέσαμε κι οι δύο από ένα χαμόγελο
Ελέγχαμε τις χειρονομίες μας
Και ξεφυλλίζαμε
Τις μέρες που θα ’ρθουν
Βέβαια
Ήταν άσχημο να το συλλογιστώ
Πώς τα χέρια μου
Δεν θα τύλιγαν πια
Τις γραμμές του κορμιού της.
Άνοιξε την τσάντα
Και μου επέστρεψε δυο βιβλία
Ένα κίτρινο πουκάμισο
Και μιαν αλυσίδα

- Λοιπόν
Τώρα δεν έχω πια τίποτα δικό σου
Και ‘σύ νομίζω δεν έχεις τίποτα δικό μου
Δεν απάντησα
Μου έσφιξε τα χέρια
Κι απομακρύνθηκε
Δες έχεις πια τίποτε δικό μου
Κι όμως
Τη θύμησή της
Τη δίπλωσα προσεχτικά
Και την κρατώ ακόμα.
Κλείτος Κύρου «Εν όλω», Εκδόσεις Άγρα

Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2016

Μηνάς Δημάκης

{επιστολή - όπως γράφουμε σήμερα}

Τώρα σε λογαριάζω στα φαντάσματα
Γιομίζουν τις ώρες μου
Έρχονται κάτω απ' το παράθυρό μου
Ουρλιάζουν
Ζητούν εμένα ή τα χαμένα όνειρα
Ανακαλούν την πρώτη-πρώτη νιότη
Με τις αστραπές
Όσα δεν ξαναγυρίζουν
Να μην ξαναγυρίζουν ποτέ!
Τουλάχιστον δεκαπέντε φορές ερωτεύθηκα
Ως το θάνατο
Για έξι μήνες για ένα χρόνο
Με maximum τα τρία χρόνια
Και δεν υπολογίζω τις χιλιάδες περιπέτειες
Κράταγαν μια νύχτα ως μια βδομάδα
Σε κρεβάτια σε πάρκα σε αμμουδιές
Έτσι μέτρησα τη ζωή μου
Και δε βαρέθηκα ακόμη
Είσαι ο δέκατος έκτος μεγάλος μου έρωτας
Ο έσχατος
Για σκέψου αν σκέπτεσαι
Αλλ' ας σκεφθούμε
Τώρα ν' αυτοκτονήσεις ή ν' αυτοκτονήσω
Θάταν λίγο αστείο
Βέβαια ξενύχτησα μπροστά στην πόρτα σου τελευταία
Περισσότερο από νευρικότητα
Αλλά πάλι να με κυνηγάς ενώ σε κυνηγούνε!
Με κείνα τα περίφημα εικοσιδυό σου χρόνια
Τα μάτια σου που θυμίζουν θάλασσες
Κι άλλοτε βαθιές καταxνιές
Το στόμα σου
Λες δεν υπάρxει πιο όμορφο στόμα;
Το σώμα σου
Αυτό που φθείρεται ανεπανόρθωτα
Τρέξε λοιπόν να προλάβεις
Η μια ανάμνηση
Πλάι στην ανάμνηση
Την άλλη ανάμνηση
Κάνουν μια
Το ένα πρόσωπο στα χίλια πρόσωπα
Κάνουν ένα
Δεν ξέρω πότε υπέφερα πιο πολύ
Πιο λίγο
Άσε με ήσυχο

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2016

Τζενη Μαστορακη



Δραπετεύω μεσ’ από τις λέξεις
που δεν είπα.                                        
Εγκαταλείπομαι
στις ώρες που πιο πολύ αγάπησα
Αυτή η σιγή δεν έχει τέλος.
Τρομάζω να περιμένω
αυτό που δε θα’ ρθει.
Τρομάζω στη σκέψη
αυτών που δεν έγραψα.
Αυτή η σιγή
απόλυτα δική μου

με κατακερματίζει.



Πέμπτη 21 Ιουλίου 2016

Θωμάς Γκόρπας, Δοξα της Κυριακης



«Η κοπέλα απέναντι στο άλσος
συνομιλεί μ’ επιθυμίες κι ατσάκιστα μυστικά.
Τα χέρια της δείχνουν τους δρόμους
τα πόδια της προσανάβουν το τραγούδι της χλόης
τα μάτια της καλημερίζουν το δροσερό φως.
Ο ήλιος λάμπει στο μέτωπό της
το μέτωπό της λάμπει πιο καλά από τον ήλιο.
Τ’ ανεξάντλητα μαλλιά της μουσική
που θέλει να τρελαθεί.
Ολόκληρη είναι το καλωσόρισμα της αγάπης
ο πιο αρμόδιος τίτλος της Κυριακής.»


(Θωμάς Γκόρπας, Τα ποιήματα, Κέδρος)


Παρασκευή 8 Ιουλίου 2016

Julio Cortazar, ποιηματα για την Κρις

Ι
Πολύ πιο πέρα από το «μέσο-
στράτι απάνω της ζωής μας»
υπάρχει μια περιοχή του έρωτα
ένας λαβύρινθος πιο πολύ διανοητικός από μυθικός
όπου είναι δυνατόν να υπάρχεις
αργόσυρτα ευτυχισμένος
χωρίς τον παραληρηματικό μίτο της Αριάδνης
χωρίς αφρούς, χωρίς σεντόνια ή μηρούς.
Όλα καλύπτονται από μιαν ανάκλαση του δειλινού
τα μαλλιά, το άρωμά σου, το σάλιο σου.
Κι εκεί στην άλλη τη μεριά σε κατέχω
την ώρα που εσύ παίζεις με τη φίλη σου
της νύχτας τα παιχνίδια.


ΙΙΙ
Ξέρω πολύ καλά τι κερδίζεις
όταν χάνεσαι μέσα στην ηδονή.
Γιατί είναι ίδιο ακριβώς
με αυτό που εγώ είχα νιώσει.


V
Θα μου άρεσε να πίστευες
πως αυτό είναι το γελοίο παιχνίδι
των επανορθώσεων
με το οποίο παρηγορούμαι στην απόσταση.
Συνέχισε λοιπόν χορεύοντας
στον καθρέφτη του άλλου σώματος
αφού θα έχεις πια χαμογελάσει
μόλις
για μένα.

Julio Cortazar

Erich Fried... ερωτικος

Φορές-φορές καταφύγιο ζητώ
σε σένα
από σένα κι από μένα
απ’ την οργή μου για σένα
την ανυπομονησία
την κούραση
απ’ τη ζωή μου
που ελπίδες σαρώνει
σαν τον θάνατο
Σωτηρία ζητώ
σε σένα
απ’ την τόσο γαλήνια γαλήνη
Σε σένα ζητώ
την αδυναμία μου
Αυτή η αρωγός
ενάντια στη δύναμη
που εγώ
απαρνιέμαι

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016

Γιαννη Ριτσου, “Οι γειτονιες του κοσμου”





Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της, και συ να λείπεις,
να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα, και συ να λείπεις,
να 'ρχονται τα κορίτσια στα παγκάκια του κήπου με χρωματιστά φορέματα,
και συ να λείπεις,
οι νέοι να κολυμπάνε το μεσημέρι, και συ να λείπεις,
ένα ανθισμένο δέντρο να σκύβει στο νερό, πολλές σημαίες ν' ανεμίζουν στα μπαλκόνια,
και συ να λείπεις,
κι ύστερα ένα κλειδί να στρίβει - η κάμαρα να 'ναι σκοτεινή,
δυο στόματα να φιλιούνται στον ίσκιο, και συ να λείπεις,
σκέψου δυο χέρια να σφίγγονται, και σένανε να σου λείπουν τα χέρια,
δυο κορμιά να παίρνονται, και συ να κοιμάσαι κάτου απ' το χώμα,
και τα κουμπιά του σακακιού σου ν' αντέχουν πιότερο από σένα
κάτου απ' το χώμα κι η σφαίρα η σφηνωμένη στην καρδιά σου
να μη λιώνει,
όταν η καρδιά σου, που τόσο αγάπησε τον κόσμο, θα 'χει λιώσει.

Να λείπεις... δεν είναι τίποτα να λείπεις.
Αν έχεις λείψει για ό,τι πρέπει,
θα 'σαι για πάντα μέσα σ' όλα εκείνα που γι' αυτά έχεις λείψει,

θα 'σαι για πάντα μέσα σ' όλο τον κόσμο.

Τετάρτη 4 Μαΐου 2016

Ζυραννα Ζατελη





Κι έπειτα η πολλή 

αγάπη συνορεύει 

με τον κίνδυνο,

αυτό δεν το ξέρεις;

. . . . . . . . . . . . . . . .

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2015

STREET CAR NAMED DESIRE

 Marlon Brando -  Vivien Leigh

Μπλανς:

«Φλαμίνγκο»; Ποτέ, «Ταραντούλα» λεγότανε το ξενοδοχείο που έμενα. «Τα χέρια τής Ταραντούλα», το λέγανε. Ναι, «Ταραντούλα». Είναι μια μεγάλη αράχνη! Εκεί οδηγούσα τα θύματά μου. Ναι, είχα πολλές γνωριμίες με περαστικούς. Μετά το θάνατο του Άλλαν, οι γνωριμίες με τους περαστικούς νόμιζα πως ήταν το μόνο που μ’ απόμενε για να γεμίζω την άδεια μου καρδιά. Θαρρώ πως μ’ είχε πιάσει κάτι σαν πανικός, ένας πανικός που μ’ έσπρωχνε από τον ένα στον άλλον. Ζητούσα προστασία εδώ κι εκεί, στα πιο απίθανα μέρη! Ακόμα τώρα τελευταία μ’ ένα παιδί δεκαεφτά χρονών. Αλλά κάποιος έγραψε στον επιθεωρητή: αυτή η γυναίκα είναι ηθικώς ακατάλληλη για δασκάλα. Να ήταν αλήθεια; Έτσι μου φαίνεται. Από μια πλευρά - ήμουνα βέβαια, ακατάλληλη... Γι’ αυτό ήρθα εδώ. Δεν είχα πουθενά αλλού να πάω. Ήμουνα ένα κουρέλι. Ξέρεις τι θα πει να ’σαι κουρέλι; Τα νιάτα μου σβύσανε ξαφνικά και τότε γνώρισα εσένα. Μου είπες πως είχες ανάγκη από κάποιον. Είχα κι εγώ ανάγκη από κάποιον. Ευχαριστούσα το Θεό που σ’ έφερε κοντά μου, γιατί φαινόσουνα τόσο καλός – ένα άνοιγμα στο βράχο τού κόσμου, για να μπορέσω να κρυφτώ. Αλλά το νοιώθω, είχα πολλά ζητήσει κι είχα ελπίσει πάρα πολλά...






 Μπλανς

«...Να σου πω τι θέλω; Μαγεία! Ναι, μαγεία! Αυτό προσπαθώ να δίνω και στους άλλους. Γι΄ αυτό και τους παρουσιάζω πιο όμορφα τα πράγματα. Δεν τους λέω την αλήθεια, αλλά αυτό που θα έπρεπε να είναι αλήθεια!...»



Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015

Ιάκωβος Καμπανέλλης















Είναι κάποιες φορές, δεν θέλω να σου πω ψέματα, που η αλήθεια γίνεται ''απειλή''. Η νύχτα δεν είναι πάντα φίλη σου και η μουσική δεν γιατρεύει όλες τις πληγές. Κι όμως επιμένεις παντός καιρού και τρόπου να ονειρεύεσαι. Γιατί θέλει κότσια, να ρίχνεις ακόμα τις χάρτινες βαρκούλες σου στο νερό και να ανοίγεσαι στο 
πέλαγος της καρδιάς.

Ιάκωβος Καμπανέλλης

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2015

Oscar Wilde







Η σιωπή του έρωτα 










Έτσι όπως συχνά ο ήλιος με την εντυπωσιακή του λάμψη
διώχνει το θαμπό φεγγάρι, όσο και αν αντιστέκεται
στη σκοτεινή σπηλιά του, χωρίς να ακούσει
ούτε ένα τραγούδι από το αηδόνι
έτσι η ομορφιά σου μου σφραγίζει τα χείλη
και κάνει παράφωνα για μένα τα πιο όμορφα τραγούδια

Κι όπως την αυγή πάνω από τα λιβάδια
περνά ο άνεμος με τα ορμητικά του φτερά
και σπάει τα καλάμια με τα δυνατά φιλιά του
που αυτά μόνο, μπορούν να γίνουν όργανα τραγουδιού
έτσι τα ορμητικά μου πάθη, παραδέρνουν συνέχεια μέσα μου
και η τόσο μεγάλη αγάπη κάνει την αγάπη μου βουβή

Όμως τα μάτια μου σου έδειξαν εσένα
γιατί είμαι σιωπηλός και η λύρα μου ακούρδιστη
πριν γίνει ο χωρισμός μας μοιραίος
και πριν μας αναγκάσει να φύγουμε
εσύ για άλλα χείλη που τραγουδούν με αρμονία
κι εγώ εδώ να αναπολώ μάταια

φιλιά που δεν έδωσα, τραγούδια που δεν είπα.

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2015

Ν. Κυριακίδης, «Οι Πικροί Άνθρωποι»

Οι όμορφοι άνθρωποι
Έχουν το βλέμμα τους λίγο χαμένο.


(Θα το έχετε προσέξει...)
Πηγαίνουν να σκλαβωθούν
Φορώντας πάντα τα καλά τους.

Βγαίνουν το βράδυ με παρέες
Και σιωπούν ή φλυαρούν πολύ.
(Δεν μπορεί να μη το ξέρετε...)

Αγοράζουν παχιές εφημερίδες
Και τις τελειώνουν τόσο γρήγορα.
Έχουν την τσαντίλα στην τσέπη
Τους έρωτες στα όνειρα
Τη «συγνώμη» στο μπροστά της γλώσσας.

Στο στήθος τους χοροπηδούνε άλογα
Τα πόδια τους τα χαϊδεύουν μαιμούδες
Τ' αυτιά τους γίναν φωλιές για κουκουβάγιες.

Κάνουν τις εξομολογήσεις τους
Και τις ακούει το στομάχι τους.

Οι όμορφοι άνθρωποι
Είναι αξιοπρεπείς:
Ποτέ δεν παύουν να ζητούν.

Είναι πρόστυχοι:
Αναζητούν μάταια τα άκρα, που ξεφύγαν.

Οι όμορφοι άνθρωποι
Διψούν συνέχεια, στον ύπνο και τον ξύπνιο.

Σιχαίνονται τις εκδρομές
Ξέρουν το μέρος τους όλο και πιο λίγο,
Το ψάχνουν συνεχώς, μέσα απ’ τις ίδιες διαδρομές.

Τους όμορφους ανθρώπους
Δεν τους ποθεί κανείς
Τους αφήνουν άταφους σα φύγουν.

– Κάποιοι μονάχα το ίδιο τρελοί
Μυστικά
Τους λατρεύουν.