Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις...
να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις...
Ρίτσος

Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2013

Η Γελαστή Πολιτεία...



χώθηκα απόψε, στα κλεφτά, σε μια παρέα παιδιών
και παίζουμε την Αγέλαστη Πολιτεία….
κι εκείνος απέναντι που σκηνοθετεί,
βάλθηκε να με μαλώνει
γιατί μου εμπιστεύτηκε τα παιδιά
 για να τους μάθω τη Γελαστή Πολιτεία….
τα παιδιά, φωνάζει, πρέπει μόνο να γελάνε…



Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια πολιτεία, απ' όλες ξεχώριζε σ' ολόκληρη τη χώρα, μια πολιτεία όμορφη μα πάντα λυπημένη, οι άνθρωποι αγέλαστοι και μουτρωμένοι, δεν ξέρανε χαμόγελο και αγάπη τι σημαίνει. Καθένας του κοίταζε μονάχα τη δουλίτσα του, η καλημέρα ακριβή σα να 'τανε χρυσάφι, ποτέ δεν πήγαν τα παιδιά στους δρόμους, στην πλατεία ποτέ δεν έγινε γιορτή, χορός και φασαρία. Της βγήκε και το όνομα: ΑΓΕΛΑΣΤΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ.






Κύλησε σιγά – σιγά ο καιρός σαν το ροδάνι του μύλου που ποτέ δε σταματάει και το περίεργο όνειρο ξεχάστηκε. Κανείς δεν ξαναμίλησε πια γι’ αυτό στην Αγέλαστη Πολιτεία... Όμως, που και που, τα πρωϊνά, όταν ο ήλιος έλαμπε ζεστός και τα παιδιά παίζαν στην αυλή του σχολείου, ο γεροδάσκαλος τα άκουγε ξαφνιασμένος να τραγουδούν και να χορεύουν ένα παράξενο τραγούδι.
«Περίεργο! Τι ‘ναι αυτό;» Αυτός ποτέ δε τους είχε μάθει τραγούδια γιατί απλούστατα δεν ήξερε ο άνθρωπος! Κι επίσης παρατήρησε ότι κάθε φορά που πιασμένα σε κύκλους τραγουδούσαν ο ουρανός ψηλά γέμιζε κάτασπρες χήνες και τα παιδιά τις χαιρετούσαν με τα μαντηλάκια τους, έτσι όπως τις έβλεπαν να πετούν στον αέρα, σαν μικρά τρεχαντήρια. Χόρευαν και τραγουδούσαν και αντιλαλούσε απ’ τις φωνές όλη η πράσινη κοιλάδα και αντιλαλούσε γλυκά απ’ τα γέλια τους, η Αγέλαστη Πολιτεία.

Ρουμ, παπαρούμ, παπαρούμ, παπαρούνα,
τη στίβουμε και κάνουμε μαντζούνα
και ύστερα τη βάζουμε να βράζει

δεκαοχτώ μερόνυχτα σε σιγανή φωτιά...



Σεπτέμβρη  πρωτοβρόχια  2013