Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις...
να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις...
Ρίτσος

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2016

Κλείτος Κύρου, κατι που εμεινε

Ένα από τα Γυμνά γλυπτά του Ούγκο Ροντινόνε
Η ώριμη στιγμή του χωρισμού
Μας πρόφτασε βιαστικά
Φορέσαμε κι οι δύο από ένα χαμόγελο
Ελέγχαμε τις χειρονομίες μας
Και ξεφυλλίζαμε
Τις μέρες που θα ’ρθουν
Βέβαια
Ήταν άσχημο να το συλλογιστώ
Πώς τα χέρια μου
Δεν θα τύλιγαν πια
Τις γραμμές του κορμιού της.
Άνοιξε την τσάντα
Και μου επέστρεψε δυο βιβλία
Ένα κίτρινο πουκάμισο
Και μιαν αλυσίδα

- Λοιπόν
Τώρα δεν έχω πια τίποτα δικό σου
Και ‘σύ νομίζω δεν έχεις τίποτα δικό μου
Δεν απάντησα
Μου έσφιξε τα χέρια
Κι απομακρύνθηκε
Δες έχεις πια τίποτε δικό μου
Κι όμως
Τη θύμησή της
Τη δίπλωσα προσεχτικά
Και την κρατώ ακόμα.
Κλείτος Κύρου «Εν όλω», Εκδόσεις Άγρα

Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2016

Μηνάς Δημάκης

{επιστολή - όπως γράφουμε σήμερα}

Τώρα σε λογαριάζω στα φαντάσματα
Γιομίζουν τις ώρες μου
Έρχονται κάτω απ' το παράθυρό μου
Ουρλιάζουν
Ζητούν εμένα ή τα χαμένα όνειρα
Ανακαλούν την πρώτη-πρώτη νιότη
Με τις αστραπές
Όσα δεν ξαναγυρίζουν
Να μην ξαναγυρίζουν ποτέ!
Τουλάχιστον δεκαπέντε φορές ερωτεύθηκα
Ως το θάνατο
Για έξι μήνες για ένα χρόνο
Με maximum τα τρία χρόνια
Και δεν υπολογίζω τις χιλιάδες περιπέτειες
Κράταγαν μια νύχτα ως μια βδομάδα
Σε κρεβάτια σε πάρκα σε αμμουδιές
Έτσι μέτρησα τη ζωή μου
Και δε βαρέθηκα ακόμη
Είσαι ο δέκατος έκτος μεγάλος μου έρωτας
Ο έσχατος
Για σκέψου αν σκέπτεσαι
Αλλ' ας σκεφθούμε
Τώρα ν' αυτοκτονήσεις ή ν' αυτοκτονήσω
Θάταν λίγο αστείο
Βέβαια ξενύχτησα μπροστά στην πόρτα σου τελευταία
Περισσότερο από νευρικότητα
Αλλά πάλι να με κυνηγάς ενώ σε κυνηγούνε!
Με κείνα τα περίφημα εικοσιδυό σου χρόνια
Τα μάτια σου που θυμίζουν θάλασσες
Κι άλλοτε βαθιές καταxνιές
Το στόμα σου
Λες δεν υπάρxει πιο όμορφο στόμα;
Το σώμα σου
Αυτό που φθείρεται ανεπανόρθωτα
Τρέξε λοιπόν να προλάβεις
Η μια ανάμνηση
Πλάι στην ανάμνηση
Την άλλη ανάμνηση
Κάνουν μια
Το ένα πρόσωπο στα χίλια πρόσωπα
Κάνουν ένα
Δεν ξέρω πότε υπέφερα πιο πολύ
Πιο λίγο
Άσε με ήσυχο

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2016

Τζενη Μαστορακη



Δραπετεύω μεσ’ από τις λέξεις
που δεν είπα.                                        
Εγκαταλείπομαι
στις ώρες που πιο πολύ αγάπησα
Αυτή η σιγή δεν έχει τέλος.
Τρομάζω να περιμένω
αυτό που δε θα’ ρθει.
Τρομάζω στη σκέψη
αυτών που δεν έγραψα.
Αυτή η σιγή
απόλυτα δική μου

με κατακερματίζει.



Πέμπτη 21 Ιουλίου 2016

Θωμάς Γκόρπας, Δοξα της Κυριακης



«Η κοπέλα απέναντι στο άλσος
συνομιλεί μ’ επιθυμίες κι ατσάκιστα μυστικά.
Τα χέρια της δείχνουν τους δρόμους
τα πόδια της προσανάβουν το τραγούδι της χλόης
τα μάτια της καλημερίζουν το δροσερό φως.
Ο ήλιος λάμπει στο μέτωπό της
το μέτωπό της λάμπει πιο καλά από τον ήλιο.
Τ’ ανεξάντλητα μαλλιά της μουσική
που θέλει να τρελαθεί.
Ολόκληρη είναι το καλωσόρισμα της αγάπης
ο πιο αρμόδιος τίτλος της Κυριακής.»


(Θωμάς Γκόρπας, Τα ποιήματα, Κέδρος)


Παρασκευή 8 Ιουλίου 2016

Julio Cortazar, ποιηματα για την Κρις

Ι
Πολύ πιο πέρα από το «μέσο-
στράτι απάνω της ζωής μας»
υπάρχει μια περιοχή του έρωτα
ένας λαβύρινθος πιο πολύ διανοητικός από μυθικός
όπου είναι δυνατόν να υπάρχεις
αργόσυρτα ευτυχισμένος
χωρίς τον παραληρηματικό μίτο της Αριάδνης
χωρίς αφρούς, χωρίς σεντόνια ή μηρούς.
Όλα καλύπτονται από μιαν ανάκλαση του δειλινού
τα μαλλιά, το άρωμά σου, το σάλιο σου.
Κι εκεί στην άλλη τη μεριά σε κατέχω
την ώρα που εσύ παίζεις με τη φίλη σου
της νύχτας τα παιχνίδια.


ΙΙΙ
Ξέρω πολύ καλά τι κερδίζεις
όταν χάνεσαι μέσα στην ηδονή.
Γιατί είναι ίδιο ακριβώς
με αυτό που εγώ είχα νιώσει.


V
Θα μου άρεσε να πίστευες
πως αυτό είναι το γελοίο παιχνίδι
των επανορθώσεων
με το οποίο παρηγορούμαι στην απόσταση.
Συνέχισε λοιπόν χορεύοντας
στον καθρέφτη του άλλου σώματος
αφού θα έχεις πια χαμογελάσει
μόλις
για μένα.

Julio Cortazar

Erich Fried... ερωτικος

Φορές-φορές καταφύγιο ζητώ
σε σένα
από σένα κι από μένα
απ’ την οργή μου για σένα
την ανυπομονησία
την κούραση
απ’ τη ζωή μου
που ελπίδες σαρώνει
σαν τον θάνατο
Σωτηρία ζητώ
σε σένα
απ’ την τόσο γαλήνια γαλήνη
Σε σένα ζητώ
την αδυναμία μου
Αυτή η αρωγός
ενάντια στη δύναμη
που εγώ
απαρνιέμαι

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016

Γιαννη Ριτσου, “Οι γειτονιες του κοσμου”





Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της, και συ να λείπεις,
να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα, και συ να λείπεις,
να 'ρχονται τα κορίτσια στα παγκάκια του κήπου με χρωματιστά φορέματα,
και συ να λείπεις,
οι νέοι να κολυμπάνε το μεσημέρι, και συ να λείπεις,
ένα ανθισμένο δέντρο να σκύβει στο νερό, πολλές σημαίες ν' ανεμίζουν στα μπαλκόνια,
και συ να λείπεις,
κι ύστερα ένα κλειδί να στρίβει - η κάμαρα να 'ναι σκοτεινή,
δυο στόματα να φιλιούνται στον ίσκιο, και συ να λείπεις,
σκέψου δυο χέρια να σφίγγονται, και σένανε να σου λείπουν τα χέρια,
δυο κορμιά να παίρνονται, και συ να κοιμάσαι κάτου απ' το χώμα,
και τα κουμπιά του σακακιού σου ν' αντέχουν πιότερο από σένα
κάτου απ' το χώμα κι η σφαίρα η σφηνωμένη στην καρδιά σου
να μη λιώνει,
όταν η καρδιά σου, που τόσο αγάπησε τον κόσμο, θα 'χει λιώσει.

Να λείπεις... δεν είναι τίποτα να λείπεις.
Αν έχεις λείψει για ό,τι πρέπει,
θα 'σαι για πάντα μέσα σ' όλα εκείνα που γι' αυτά έχεις λείψει,

θα 'σαι για πάντα μέσα σ' όλο τον κόσμο.

Τετάρτη 4 Μαΐου 2016

Ζυραννα Ζατελη





Κι έπειτα η πολλή 

αγάπη συνορεύει 

με τον κίνδυνο,

αυτό δεν το ξέρεις;

. . . . . . . . . . . . . . . .

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2015

STREET CAR NAMED DESIRE

 Marlon Brando -  Vivien Leigh

Μπλανς:

«Φλαμίνγκο»; Ποτέ, «Ταραντούλα» λεγότανε το ξενοδοχείο που έμενα. «Τα χέρια τής Ταραντούλα», το λέγανε. Ναι, «Ταραντούλα». Είναι μια μεγάλη αράχνη! Εκεί οδηγούσα τα θύματά μου. Ναι, είχα πολλές γνωριμίες με περαστικούς. Μετά το θάνατο του Άλλαν, οι γνωριμίες με τους περαστικούς νόμιζα πως ήταν το μόνο που μ’ απόμενε για να γεμίζω την άδεια μου καρδιά. Θαρρώ πως μ’ είχε πιάσει κάτι σαν πανικός, ένας πανικός που μ’ έσπρωχνε από τον ένα στον άλλον. Ζητούσα προστασία εδώ κι εκεί, στα πιο απίθανα μέρη! Ακόμα τώρα τελευταία μ’ ένα παιδί δεκαεφτά χρονών. Αλλά κάποιος έγραψε στον επιθεωρητή: αυτή η γυναίκα είναι ηθικώς ακατάλληλη για δασκάλα. Να ήταν αλήθεια; Έτσι μου φαίνεται. Από μια πλευρά - ήμουνα βέβαια, ακατάλληλη... Γι’ αυτό ήρθα εδώ. Δεν είχα πουθενά αλλού να πάω. Ήμουνα ένα κουρέλι. Ξέρεις τι θα πει να ’σαι κουρέλι; Τα νιάτα μου σβύσανε ξαφνικά και τότε γνώρισα εσένα. Μου είπες πως είχες ανάγκη από κάποιον. Είχα κι εγώ ανάγκη από κάποιον. Ευχαριστούσα το Θεό που σ’ έφερε κοντά μου, γιατί φαινόσουνα τόσο καλός – ένα άνοιγμα στο βράχο τού κόσμου, για να μπορέσω να κρυφτώ. Αλλά το νοιώθω, είχα πολλά ζητήσει κι είχα ελπίσει πάρα πολλά...






 Μπλανς

«...Να σου πω τι θέλω; Μαγεία! Ναι, μαγεία! Αυτό προσπαθώ να δίνω και στους άλλους. Γι΄ αυτό και τους παρουσιάζω πιο όμορφα τα πράγματα. Δεν τους λέω την αλήθεια, αλλά αυτό που θα έπρεπε να είναι αλήθεια!...»



Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015

Ιάκωβος Καμπανέλλης















Είναι κάποιες φορές, δεν θέλω να σου πω ψέματα, που η αλήθεια γίνεται ''απειλή''. Η νύχτα δεν είναι πάντα φίλη σου και η μουσική δεν γιατρεύει όλες τις πληγές. Κι όμως επιμένεις παντός καιρού και τρόπου να ονειρεύεσαι. Γιατί θέλει κότσια, να ρίχνεις ακόμα τις χάρτινες βαρκούλες σου στο νερό και να ανοίγεσαι στο 
πέλαγος της καρδιάς.

Ιάκωβος Καμπανέλλης

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2015

Oscar Wilde







Η σιωπή του έρωτα 










Έτσι όπως συχνά ο ήλιος με την εντυπωσιακή του λάμψη
διώχνει το θαμπό φεγγάρι, όσο και αν αντιστέκεται
στη σκοτεινή σπηλιά του, χωρίς να ακούσει
ούτε ένα τραγούδι από το αηδόνι
έτσι η ομορφιά σου μου σφραγίζει τα χείλη
και κάνει παράφωνα για μένα τα πιο όμορφα τραγούδια

Κι όπως την αυγή πάνω από τα λιβάδια
περνά ο άνεμος με τα ορμητικά του φτερά
και σπάει τα καλάμια με τα δυνατά φιλιά του
που αυτά μόνο, μπορούν να γίνουν όργανα τραγουδιού
έτσι τα ορμητικά μου πάθη, παραδέρνουν συνέχεια μέσα μου
και η τόσο μεγάλη αγάπη κάνει την αγάπη μου βουβή

Όμως τα μάτια μου σου έδειξαν εσένα
γιατί είμαι σιωπηλός και η λύρα μου ακούρδιστη
πριν γίνει ο χωρισμός μας μοιραίος
και πριν μας αναγκάσει να φύγουμε
εσύ για άλλα χείλη που τραγουδούν με αρμονία
κι εγώ εδώ να αναπολώ μάταια

φιλιά που δεν έδωσα, τραγούδια που δεν είπα.

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2015

Ν. Κυριακίδης, «Οι Πικροί Άνθρωποι»

Οι όμορφοι άνθρωποι
Έχουν το βλέμμα τους λίγο χαμένο.


(Θα το έχετε προσέξει...)
Πηγαίνουν να σκλαβωθούν
Φορώντας πάντα τα καλά τους.

Βγαίνουν το βράδυ με παρέες
Και σιωπούν ή φλυαρούν πολύ.
(Δεν μπορεί να μη το ξέρετε...)

Αγοράζουν παχιές εφημερίδες
Και τις τελειώνουν τόσο γρήγορα.
Έχουν την τσαντίλα στην τσέπη
Τους έρωτες στα όνειρα
Τη «συγνώμη» στο μπροστά της γλώσσας.

Στο στήθος τους χοροπηδούνε άλογα
Τα πόδια τους τα χαϊδεύουν μαιμούδες
Τ' αυτιά τους γίναν φωλιές για κουκουβάγιες.

Κάνουν τις εξομολογήσεις τους
Και τις ακούει το στομάχι τους.

Οι όμορφοι άνθρωποι
Είναι αξιοπρεπείς:
Ποτέ δεν παύουν να ζητούν.

Είναι πρόστυχοι:
Αναζητούν μάταια τα άκρα, που ξεφύγαν.

Οι όμορφοι άνθρωποι
Διψούν συνέχεια, στον ύπνο και τον ξύπνιο.

Σιχαίνονται τις εκδρομές
Ξέρουν το μέρος τους όλο και πιο λίγο,
Το ψάχνουν συνεχώς, μέσα απ’ τις ίδιες διαδρομές.

Τους όμορφους ανθρώπους
Δεν τους ποθεί κανείς
Τους αφήνουν άταφους σα φύγουν.

– Κάποιοι μονάχα το ίδιο τρελοί
Μυστικά
Τους λατρεύουν.






Friedrich Wilhelm Nietzsche

“Μου αρέσουν εκείνοι που δεν ξέρουν να ζουν παρά μόνο για να χαθούν –
Γιατί είναι αυτοί που περνάνε αντίπερα.
 
Μου αρέσουν οι μεγάλοι καταφρονητές –
Γιατί είναι τα βέλη της επιθυμίας για την απέναντι όχθη.

Μου αρέσει αυτός που σπαταλάει την ψυχή του,
που δεν θέλει να του λένε ευχαριστώ,
που πάντα χαρίζει και δεν θέλει να συντηρηθεί.

Μου αρέσει εκείνος που ντρέπεται όταν τον ευνοούν τα ζάρια
 και που όλο ρωτάει “είμαι ένας χαρτοπαίχτης λοιπόν;” –
 γιατί θέλει να καταστραφεί.

Μου αρέσει εκείνος που η ψυχή του είναι βαθιά ακόμα
και μέσα στην πληγή του και που μπορεί να καταστραφεί
από ένα παραμικρό βίωμα –
Έτσι διασχίζει πρόθυμα το ποτάμι.

Δείτε τους αγαθούς και τους δίκαιους ποιον μισούν περισσότερο.
Αυτόν που συντρίβει τις πλάκες των αξιών τους –
Τον καταστροφέα –
Τον εγκληματία.
Αυτός όμως είναι εκείνος που δημιουργεί.

Σας το λέω –
Πρέπει να έχει κανείς μέσα του το χάος, για να γεννήσει ένα χορευτικό αστέρι.

Η σοφία των δασκάλων και των σοφών της αρετής λέει να αγρυπνάτε
για να κοιμάστε καλά –
Αυτή είναι η σοφία του δίχως όνειρα ύπνου.


Μακάριοι οι νυσταγμένοι γιατί γρήγορα θα τους πάρει ο ύπνος.”

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2014

T. S. Eliot, The Four Quartets





T. S. Eliot Poems: The Four Quartets

Burnt Norton







Time present and time past
Are both perhaps present in time future
And time future contained in time past.
If all time is eternally present
All time is unredeemable.
What might have been is an abstraction
Remaining a perpetual possibility
Only in a world of speculation.
What might have been and what has been
Point to one end, which is always present.
Footfalls echo in the memory
Down the passage which we did not take
Towards the door we never opened
Into the rose-garden. My words echo
Thus, in your mind.
                                   But to what purpose
Disturbing the dust on a bowl of rose-leaves
I do not know.
                                   Other echoes
Inhabit the garden. Shall we follow?
Quick, said the bird, find them, find them,
Round the corner. Through the first gate,
Into our first world, shall we follow
The deception of the thrush? Into our first world.
There they were, dignified, invisible,
Moving without pressure, over the dead leaves,
In the autumn heat, through the vibrant air,
And the bird called, in response to
The unheard music hidden in the shrubbery,
And the unseen eyebeam crossed, for the roses
Had the look of flowers that are looked at.
There they were as our guests, accepted and accepting.
So we moved, and they, in a formal pattern,
Along the empty alley, into the box circle,
To look down into the drained pool.
Dry the pool, dry concrete, brown edged,
And the pool was filled with water out of sunlight,
And the lotos rose, quietly, quietly,
The surface glittered out of heart of light,
And they were behind us, reflected in the pool.
Then a cloud passed, and the pool was empty.
Go, said the bird, for the leaves were full of children,
Hidden excitedly, containing laughter.
Go, go, go, said the bird: human kind
Cannot bear very much reality.
Time past and time future
What might have been and what has been
Point to one end, which is always present...

Ο τωρινός κι ο περασμένος χρόνος
Ίσως κι οι δυο είναι παρόντες μες σε χρόνο μέλλοντα
Κι ο μέλλων χρόνος είναι μέσα στον περασμένο χρόνο
Αν όλος ο χρόνος είναι αιώνιο παρόν
Όλος ο χρόνος είναι ανεπανόρθωτος
Αυτό που θα μπορούσε να έχει υπάρξει είναι μια αφαίρεση
Που παραμένει αέναη δυνατότητα
Μόνο σ’ έναν κόσμο από εικασίες
Αυτό που θα μπορούσε να έχει υπάρξει κι αυτό που υπάρχει
Δείχνουν ένα τέλος, που είναι πάντοτε παρόν
Πατήματα ηχούν στη μνήμη
Στο μονοπάτι που δεν πήραμε
Μπροστά στη θύρα που ποτέ δεν την ανοίξαμε
Προς τον ροδόκηπο
Οι λέξεις μου ηχούν
Έτσι στον νου σας
Αλλά σε τι σκοπεύω
Ταράζοντας τη σκόνη πάνω σε μια γυάλα με ροδοπέταλα
Κι εγώ δεν το γνωρίζω
Άλλοι αντίλαλοι
Κατοικούν στον κήπο. Ν’ ακολουθήσουμε;
Γρήγορα, είπε το πουλί, βρέστε τους, βρέστε τους
Στρίβοντας τη γωνία.
Μέσα από την πρώτη πύλη
Μέσα στον πρώτο μας κόσμο, θα ακολουθήσουμε
Το πλάνεμα της τσίχλας; Μέσα στον πρώτο μας κόσμο.

Αυτοί ήταν εκεί αξιοπρεπείς, αόρατοι
Κινούμενοι δίχως βιασύνη, από πάνω στα ξερά τα φύλλα
Στη φθινοπωρινή ζέστη μες στον παλλόμενο αέρα
Και το πουλί κελάηδησε κι απολογήθηκε
Στην ανήκουστη μουσική, που ήταν κρυμμένη στα χαμόκλαδα
Και η αόρατη ματιά λοξοδρόμησε, γιατί τα ρόδα
Είχανε την όψη λουλουδιών που έχουν κοιταχτεί
Αυτοί ήταν εκεί ωσάν φιλοξενούμενοί μας, αποδεκτοί κι αποδεχόμενοι
Έτσι κινηθήκαμε μαζί τους, σ’ έναν επίσημο σχηματισμό
Κατά μήκος της άδειας δεντροστοιχίας, προς τον κύκλο από ζαρντινιέρες
Να δούμε κάτω μέσα στη στεγνή λιμνούλα
Στεγνή η λιμνούλα, στεγνό τσιμέντο με καστανόχρωμη άκρη
Και η λιμνούλα είχε γεμίσει με νερό απ’ το φως του ήλιου
Και ο λωτός ορθώθηκε ήσυχα, ήσυχα
Η επιφάνεια άστραψε απ’ την καρδιά του φωτός
Κι εκείνοι ήταν πίσω μας, καθρεφτισμένοι μέσα στη λιμνούλα
Τότε ένα σύννεφο πέρασε, και η λιμνούλα άδειασε
Πηγαίνετε, είπε το πουλί, γιατί τα φυλλώματα γέμισαν παιδιά
Που κρύβονταν ξετρελαμένα, πνίγοντας το γέλιο
Πηγαίνετε, πηγαίνετε, πηγαίνετε, είπε το πουλί· το ανθρώπινο είδος
Δεν μπορεί να σηκώσει πολλή πραγματικότητα
Παρελθών χρόνος και μέλλων χρόνος
Τι μπορούσε να έχει γίνει και τι έχει γίνει
Δείχνουν προς ένα τέλος, που είναι πάντοτε παρόν...